Ελένη Μπούση, η φιλάνθρωπος της σιωπής
Η Ελληνίδα εξ Αμερικής που αφιέρωσε την ύπαρξή της στην αμέριστη βοήθεια σε φτωχούς, ασθενείς και αδυνάτους μιλάει για το βιβλίο της και την πίστη της στον Θεό - αφήνοντας στην άκρη κάποιους εκπροσώπους Του που την πίκραναν
GALA: Αν έπρεπε να παρουσιάσετε το βιβλίο σας με δέκα λέξεις, τι θα λέγατε;
ΕΛΕΝΗ ΜΠΟΥΣΗ: Θα έλεγα ότι είναι ένα βιβλίο γεμάτο αγάπη, φιλανθρωπίες, πόνο, θυσίες και πολλή πίστη στον Θεό.
G.: Από τις «τολμηρές και ανθεκτικές» Ελληνίδες, με τις οποίες έχετε συναναστραφεί, ποιες είναι οι πέντε πρώτες που σας έρχονται στο μυαλό και ανταποκρίνονται πλήρως στον τίτλο του βιβλίου σας;
Ε.ΜΠ.: Είναι τόσες πολλές. Θα πω σίγουρα την αγαπημένη μου Στέλλα Μάντζαρη, την πριγκίπισσα Αικατερίνη της Σερβίας, την Αλεξάνδρα Μαρτίνου, την Ειρήνη Δορκοφίκη και τη Μαριάννα Βαρδινογιάννη, με την οποία πάντοτε θα συγκινούμαι όταν τη σκέφτομαι. Θυμάμαι, σε μια εκδήλωση στη «Μεγάλη Βρεταννία» για τον καρκίνο, καθόταν δίπλα μου, πήρε το χέρι μου, το έβαλε στο δικό της και μου είπε: «Είμαι πολύ υπερήφανη για εσένα, Ελένη μου». Της απάντησα ότι «είχα να μάθω από τους καλύτερους». Γύρισε και μου είπε κάτι που μου έφερε δάκρυα στα μάτια και μετά δεν μπορούσα να σηκωθώ για την ομιλία μου: «Εγώ είμαι η Μαριάννα της Ελλάδας, ενώ εσύ είσαι η Ελένη του κόσμου».
G.: Τι ήταν αυτό που σας ώθησε στη φιλανθρωπία; Εγινε ξαφνικά ή ήταν κάτι που είχατε από μικρή;
Ε.ΜΠ.: Από μικρή. Λέω στα παιδιά μου και στους φίλους, χαριτολογώντας, ότι στην προηγούμενη ζωή μου πρέπει να ήμουν καλόγρια. Από παιδί πήγαινα με τη γιαγιά μου στο γηροκομείο απέναντι από την εκκλησία μας και σερβίραμε φαγητό. Και όταν, χρόνια μετά, βρέθηκα αντιμέτωπη με ένα άλυτο πρόβλημα, όταν το ίδρυμα του γηροκομείου χρωστούσε 4,5 εκατ. δολάρια, σκέφτηκα, Παναγιά μου, πού να τα βρω; Δεν είναι μισό εκατομμύριο να πω στον άντρα μου, στον συνέταιρό του και σε πέντε φίλους τους, γράψτε μου από 50.000 ο καθένας και ας προχωρήσουμε! Ηταν τα γενέλθιά μου εκείνο το βράδυ και έκλαιγα μέσα στο εκκλησάκι του ιδρύματος και, όπως βγαίνω, η κυρία Κυριακή, μια γριούλα πάμφτωχη, θα ήταν 90-95 χρόνων, ανοίγει το σχισμένο πορτοφολάκι της, μου ανοίγει το χέρι, μου βάζει το μοναδικό πενηντάρικο που είχε μέσα και μου λέει: «Κοριτσάκι μου, σώσε το σπίτι μας». Και τότε, είδα το χέρι της Παναγίας πώς μου άνοιξε πόρτες, πώς μου έφερε τον κύριο Μπούρα που έσβησε όλο το χρέος.
G.: Ποιος ήταν ο λόγος που από τις φιλανθρωπίες έσπασε μέσα σας η κάψουλα για να ασχοληθείτε και με τους καρκινοπαθείς;
Ε.ΜΠ.: Ηταν η μαμά μου. Στα τριάντα της, όταν ήμουν οκτώ, εμφανίστηκε ο πρώτος καρκίνος, στα σαράντα της ο δεύτερος και στα εξήντα της ο τρίτος. Είχε καρκίνο ενδομητρίου, από τους χειρότερους καρκίνους, ζεις δύο μήνες - κι αν είσαι τυχερή, άντε να ζήσεις πέντε. Βρήκαμε ότι δύο Εβραίοι κι ένας Ελληνας, ο δρ Λεωνίδας Πλατανιάς είναι οι καλύτεροι. Η μητέρα μου μας παρακαλούσε να την αφήσουμε να πεθάνει κι εκείνη τη στιγμή μού τηλεφωνεί ο κ. Πλατανιάς και μου λέει: «Μόλις δημιουργήσαμε ένα δοκιμαστικό φάρμακο, δεν έχει καν ακόμα όνομα, ένας αριθμός είναι, θέλετε να το δώσουμε στη μαμά σας;». Κάναμε οικογενειακό συμβούλιο, η μητέρα μου δέχτηκε, κι εκείνο το βράδυ κάθισε μαζί μας και ο κ. Πλατανιάς και προσευχόμασταν. Και το θαύμα έγινε. Η μαμά μου πήρε 18 χρόνια ζωής. Ηταν τότε που αποφάσισα να δώσω την ψυχή μου στην έρευνα για τον καρκίνο και αποφασίσαμε να φτιάξουμε το ίδρυμά μας και να χρηματοδοτήσουμε ένα πρόγραμμα έρευνας που το ονομάσαμε «Think out of the box». Αυτή τη στιγμή συνεργαζόμαστε με 40 από τους κορυφαίους ογκολόγους από όλο τον κόσμο.
G.: Αναφέρετε πολύ συχνά τον Θεό. Σας έχει απογοητεύσει ποτέ;
Ε.ΜΠ.: Ο Θεός όχι, αλλά κάποιοι άνθρωποι του Θεού ναι. Εφτασα πολλές φορές στο σημείο να πω, τέρμα, δεν ξαναβοηθώ καμία εκκλησία. Πικράθηκα πάρα πολύ από κάποιους. Η δεύτερη φορά ήταν με τα εγγόνια μου που «καταδικάστηκαν» όταν ο Αρχιεπίσκοπός μας, ο Ελπιδοφόρος -ο οποίος είναι η ελπίδα του μέλλοντος για τη θρησκεία μας, που αγκαλιάζει, δεν κατηγορεί, δεν δικάζει, αντιθέτως τον δίκασαν- ήρθε στην Ελλάδα και βάπτισε τα εγγόνια μου και μας κατηγόρησαν ότι αγοράζουμε την εκκλησία και πώς τολμάμε να θέλουμε να βαπτίσουμε δύο παιδιά από γκέι γονείς!
«Ας προσπαθήσουμε να σώσουμε έστω μία ζωή στη ζωή μας, να μάθουμε να μην κατηγορούμε και να μη δικάζουμε κανέναν»
G.: Οι κατηγορίες ήταν από τον κόσμο;
Ε.ΜΠ.: Οχι, ήταν από κάποιους παπάδες. Με πίκρανε, κυρίως, ένας δεσπότης που είπε ότι τα παιδιά και τα εγγόνια μου είναι παιδιά σατανισμένα. Δεν έχει κανείς το δικαίωμα να κατηγορήσει κανέναν. Εσύ, που είσαι εργάτης του Κυρίου, καταδικάζεις έτσι; Εσύ πρέπει να δείχνεις αγάπη και να αγκαλιάζεις. Στην αρχή στενοχωρηθήκαμε πολύ, λέγαμε «καλό κάνουμε, κακό δεν κάναμε ποτέ, μόνο βοηθάμε και δίνουμε, χτίζουμε εκκλησίες, ιδρύματα, γιατί;». Αλλά, λέω στα παιδιά μου, δεν πειράζει, ο προφήτης Ηλίας και ο Αγιος Εφραίμ είπαν πως εκείνοι θα κριθούν πιο αυστηρά, διότι οι ίδιοι επέλεξαν να είναι δούλοι του Χριστού. Και, έχω να σας πω και το εξής για τα παιδιά μου, αυτά τα παιδιά που τα λένε περιφρονητικά «γκέι». Αυτοί οι δυο πατεράδες πηγαίνουν τα εγγόνια μου κάθε Κυριακή στην εκκλησία για να κοινωνήσουν. Προσεύχονται κάθε βράδυ και κάθε πρωί και οι τέσσερις μαζί, γονατιστοί. Ο εγγονός μου, που τώρα έγινε τεσσάρων ετών, παίρνει το λιβανιστήρι κάθε μέρα, μόνος του, και λιβανίζει το σπίτι. Αυτά είναι τα παιδιά που κάποιοι κατηγόρησαν.
G.: Τι θα προτείνατε για να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι;
Ε.ΜΠ.: Να προσπαθήσουμε να σώσουμε έστω μία ζωή στη ζωή μας, να μάθουμε να μην κατηγορούμε και να μη δικάζουμε κανέναν και πρώτα να κοιτάμε τον εαυτό μας. Διότι, όπως είπε ο Ιησούς, «ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω» ◆
Make-up/Hair: Ελευθερία Σαββοπούλου. Styling assistant: Νατάσα Δημητρίου. Ευχαριστούμε το Πολιτιστικό Κέντρο Τέχνης και Λόγου «Νίκη Παπαθεοχάρη» (Αστέρια Γλυφάδας, Λεωφόρος Ποσειδώνος 110, τηλ.: 211 1907006, asteriaglyfada.gr) για τη φιλοξενία της φωτογράφησης.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr