Το αθόρυβο µνηµόνιο
Τα τελευταία τρία χρόνια που έχει εμφανιστεί ο πληθωρισμός πραγματοποιείται ευρύτατη και σημαντική αναδιανομή πλούτου
H αγοραστική δύναμη όλων των καταναλωτών υποχώρησε λόγω της ανόδου των τιμών, αλλά χωρίς αυτό να «φαίνεται», αφού το ονομαστικό διαθέσιμο εισόδημα δεν μειώθηκε. Είναι αυτό που οι οικονομολόγοι ονομάζουν «ψευδαίσθηση του χρήματος», κάτι το οποίο μας εμποδίζει να αντιληφθούμε ότι στην πραγματικότητα τα τελευταία τρία χρόνια έχουμε χάσει σημαντικό ποσοστό του πραγματικού μας εισοδήματος.
Τα περισσότερα βέβαια τα έχουν χάσει οι εργαζόμενοι που δεν μπορούν να «απαιτήσουν» αύξηση μισθού και, κυρίως, τα φτωχότερα νοικοκυριά, τα οποία ξοδεύουν το μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους σε τρόφιμα, στέγαση, ενέργεια και άλλα απαραίτητα αγαθά, τα οποία είχαν και τις μεγαλύτερες ανατιμήσεις. Η ακρίβεια στα τρόφιμα επιμένει, ακόμα και μετά την υποχώρηση των τιμών της ενέργειας. Τον περασμένο Οκτώβριο, για παράδειγμα, ο γενικός δείκτης τιμών αυξήθηκε κατά 3,4% σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα, ενώ εκείνος των τροφίμων κατά 9,9%.
Αν λάβουμε υπ’ όψιν ότι ο πληθωρισμός έφτασε το 12% το 2022, ενώ σε τρόφιμα, στέγαση και άλλα αγαθά «χτύπησε» και 20% και 30%, δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι την τελευταία τριετία η αγοραστική δύναμη των χαμηλότερων εισοδηματικών στρωμάτων θα πρέπει να κυμαίνεται σωρευτικά στο 15%-20%. Ισως και υψηλότερα για όσους είναι δανειολήπτες εάν υπολογίσουμε το αυξημένο κόστος για στεγαστικά και άλλα δάνεια λόγω των υψηλότερων επιτοκίων. Τα επιτόκια, βέβαια, την ίδια στιγμή, αποδείχτηκαν χρυσοφόρα για τις ευρωπαϊκές -και τις ελληνικές- τράπεζες, οι οποίες τα ανέβασαν στα δάνεια αλλά όχι στις καταθέσεις.
Υποτίθεται, βέβαια, σύμφωνα με έρευνα του ΙΟΒΕ, ότι τη διετία 2021-2022 οι πραγματικές απώλειες του κατώτατου μισθού ήταν μόνο -2,3%, αλλά αυτό αφορά μόνο όσους πήραν την αύξηση στον κατώτατο μισθό, η οποία δεν δόθηκε σε συνταξιούχους, εργαζόμενους στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, καθώς και χαμηλόμισθους του ιδιωτικού τομέα, συνολικά δηλαδή έναν αριθμό που μπορεί να φτάνει 3,5-4 εκατομμύρια ανθρώπους.
Μπορεί ο υπολογισμός να ακούγεται «μπακάλικος», αλλά είναι μια λογική προσέγγιση, ενώ έχει τη σημασία του ότι δεν έχουμε δει κάποια εμπεριστατωμένη έρευνα από τις αρμόδιες αρχές και υπηρεσίες, τα κάθε λογής ινστιτούτα, ούτε από την Τράπεζα της Ελλάδος ή κάποιον άλλο φορέα που κατά τα άλλα παράγουν καθημερινά πληθώρα αναλύσεων, ερευνών και σχολίων για την... αναβάθμιση των ελληνικών ομολόγων ή την πρόοδο στα οικονομικά αποτελέσματα των μεγάλων εταιρειών και επιχειρηματικών ομίλων.
Ακόμα και η ίδια η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει από το περασμένο καλοκαίρι παραδεχτεί ότι στην Ευρωζώνη ο πληθωρισμός προήλθε κατά μεγάλο μέρος από το «καπέλο» που έβαλαν στις αυξήσεις των τιμών οι εταιρείες -πέραν δηλαδή του αυξημένου κόστους που είχαν λόγω ανατιμήσεων-, το οποίο μάλιστα «πέρασαν στα μουλωχτά» μέσα στην αναταραχή του απότομου πληθωριστικού σοκ. Ομως η συγκεκριμένη έρευνα, την οποία είχε επικαλεστεί η ίδια η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, δεν έχει δει το φως της δημοσιότητας, ούτε είναι αναρτημένη μαζί με το υπόλοιπο υλικό της Κεντρικής Τράπεζας.
Με άλλα λόγια, την ώρα που μεγάλα κοινωνικά στρώματα υφίστανται μείωση πραγματικού μισθού και για κάποιους οι απώλειες συγκρίνονται με εκείνες της εποχής των μνημονίων, δεν «ακούγεται» το παραμικρό, το ζήτημα αποσιωπάται και ουδείς αντιδρά.
Μόνο την περασμένη εβδομάδα δόθηκε στη δημοσιότητα έρευνα της Συνομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Συνδικάτων, η οποία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι Ευρωπαίοι υφίστανται μείωση πραγματικών μισθών, την ώρα που οι εταιρείες καταγράφουν αύξηση κερδών.
Οι σημαντικότερες αυξήσεις των πραγματικών κερδών, μάλιστα, σημειώθηκαν στη Σλοβακία με άνοδο 7,9%, στη Ρουμανία με 6,9% και στην Ελλάδα με 5,9%, ενώ και στις τρεις χώρες οι πραγματικοί μισθοί μειώθηκαν κατά 1,1%, 0,2% και 0,2% αντίστοιχα. Αλλά και αυτή η έρευνα πέρασε στα ψιλά, καθώς τα συνδικάτα έχουν χάσει την παρέμβασή τους στο σημερινό οικονομικό περιβάλλον, όπου την οικονομική εξουσία έχουν οι κεντρικές τράπεζες και οι λεγόμενες «αγορές», ήτοι οι χρυσοπληρωμένοι διαχειριστές κεφαλαίων που διακινούν τα χρήματα των πλουσίων.
Ο πληθωρισμός διαβρώνει τα εισοδήματα, ενισχύει τις ανισότητες και τα αδιέξοδα για την πλειονότητα των πολιτών, αλλά δεν αντιμετωπίζεται καν ως ζήτημα που χρήζει πολιτικής συζήτησης και αντιμετώπισης.
Το χειρότερο είναι ότι ουδείς αντιδρά, καθώς ο πληθωρισμός και οι συνέπειές του έχουν περάσει στο κοινό ως ένα είδος αναπόδραστου φυσικού φαινομένου, ενώ στην πραγματικότητα είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων οικονομικών και πολιτικών επιλογών.
Υστερα από τρία χρόνια απωλειών, δεν ήρθε η ώρα να συζητηθεί και ο τρόπος με τον οποίο οι εργαζόμενοι θα ανακτήσουν τα χαμένα εισοδήματα;
Τα περισσότερα βέβαια τα έχουν χάσει οι εργαζόμενοι που δεν μπορούν να «απαιτήσουν» αύξηση μισθού και, κυρίως, τα φτωχότερα νοικοκυριά, τα οποία ξοδεύουν το μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους σε τρόφιμα, στέγαση, ενέργεια και άλλα απαραίτητα αγαθά, τα οποία είχαν και τις μεγαλύτερες ανατιμήσεις. Η ακρίβεια στα τρόφιμα επιμένει, ακόμα και μετά την υποχώρηση των τιμών της ενέργειας. Τον περασμένο Οκτώβριο, για παράδειγμα, ο γενικός δείκτης τιμών αυξήθηκε κατά 3,4% σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα, ενώ εκείνος των τροφίμων κατά 9,9%.
Αν λάβουμε υπ’ όψιν ότι ο πληθωρισμός έφτασε το 12% το 2022, ενώ σε τρόφιμα, στέγαση και άλλα αγαθά «χτύπησε» και 20% και 30%, δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι την τελευταία τριετία η αγοραστική δύναμη των χαμηλότερων εισοδηματικών στρωμάτων θα πρέπει να κυμαίνεται σωρευτικά στο 15%-20%. Ισως και υψηλότερα για όσους είναι δανειολήπτες εάν υπολογίσουμε το αυξημένο κόστος για στεγαστικά και άλλα δάνεια λόγω των υψηλότερων επιτοκίων. Τα επιτόκια, βέβαια, την ίδια στιγμή, αποδείχτηκαν χρυσοφόρα για τις ευρωπαϊκές -και τις ελληνικές- τράπεζες, οι οποίες τα ανέβασαν στα δάνεια αλλά όχι στις καταθέσεις.
Υποτίθεται, βέβαια, σύμφωνα με έρευνα του ΙΟΒΕ, ότι τη διετία 2021-2022 οι πραγματικές απώλειες του κατώτατου μισθού ήταν μόνο -2,3%, αλλά αυτό αφορά μόνο όσους πήραν την αύξηση στον κατώτατο μισθό, η οποία δεν δόθηκε σε συνταξιούχους, εργαζόμενους στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, καθώς και χαμηλόμισθους του ιδιωτικού τομέα, συνολικά δηλαδή έναν αριθμό που μπορεί να φτάνει 3,5-4 εκατομμύρια ανθρώπους.
Μπορεί ο υπολογισμός να ακούγεται «μπακάλικος», αλλά είναι μια λογική προσέγγιση, ενώ έχει τη σημασία του ότι δεν έχουμε δει κάποια εμπεριστατωμένη έρευνα από τις αρμόδιες αρχές και υπηρεσίες, τα κάθε λογής ινστιτούτα, ούτε από την Τράπεζα της Ελλάδος ή κάποιον άλλο φορέα που κατά τα άλλα παράγουν καθημερινά πληθώρα αναλύσεων, ερευνών και σχολίων για την... αναβάθμιση των ελληνικών ομολόγων ή την πρόοδο στα οικονομικά αποτελέσματα των μεγάλων εταιρειών και επιχειρηματικών ομίλων.
Ακόμα και η ίδια η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει από το περασμένο καλοκαίρι παραδεχτεί ότι στην Ευρωζώνη ο πληθωρισμός προήλθε κατά μεγάλο μέρος από το «καπέλο» που έβαλαν στις αυξήσεις των τιμών οι εταιρείες -πέραν δηλαδή του αυξημένου κόστους που είχαν λόγω ανατιμήσεων-, το οποίο μάλιστα «πέρασαν στα μουλωχτά» μέσα στην αναταραχή του απότομου πληθωριστικού σοκ. Ομως η συγκεκριμένη έρευνα, την οποία είχε επικαλεστεί η ίδια η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, δεν έχει δει το φως της δημοσιότητας, ούτε είναι αναρτημένη μαζί με το υπόλοιπο υλικό της Κεντρικής Τράπεζας.
Με άλλα λόγια, την ώρα που μεγάλα κοινωνικά στρώματα υφίστανται μείωση πραγματικού μισθού και για κάποιους οι απώλειες συγκρίνονται με εκείνες της εποχής των μνημονίων, δεν «ακούγεται» το παραμικρό, το ζήτημα αποσιωπάται και ουδείς αντιδρά.
Μόνο την περασμένη εβδομάδα δόθηκε στη δημοσιότητα έρευνα της Συνομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Συνδικάτων, η οποία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι Ευρωπαίοι υφίστανται μείωση πραγματικών μισθών, την ώρα που οι εταιρείες καταγράφουν αύξηση κερδών.
Οι σημαντικότερες αυξήσεις των πραγματικών κερδών, μάλιστα, σημειώθηκαν στη Σλοβακία με άνοδο 7,9%, στη Ρουμανία με 6,9% και στην Ελλάδα με 5,9%, ενώ και στις τρεις χώρες οι πραγματικοί μισθοί μειώθηκαν κατά 1,1%, 0,2% και 0,2% αντίστοιχα. Αλλά και αυτή η έρευνα πέρασε στα ψιλά, καθώς τα συνδικάτα έχουν χάσει την παρέμβασή τους στο σημερινό οικονομικό περιβάλλον, όπου την οικονομική εξουσία έχουν οι κεντρικές τράπεζες και οι λεγόμενες «αγορές», ήτοι οι χρυσοπληρωμένοι διαχειριστές κεφαλαίων που διακινούν τα χρήματα των πλουσίων.
Ο πληθωρισμός διαβρώνει τα εισοδήματα, ενισχύει τις ανισότητες και τα αδιέξοδα για την πλειονότητα των πολιτών, αλλά δεν αντιμετωπίζεται καν ως ζήτημα που χρήζει πολιτικής συζήτησης και αντιμετώπισης.
Το χειρότερο είναι ότι ουδείς αντιδρά, καθώς ο πληθωρισμός και οι συνέπειές του έχουν περάσει στο κοινό ως ένα είδος αναπόδραστου φυσικού φαινομένου, ενώ στην πραγματικότητα είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων οικονομικών και πολιτικών επιλογών.
Υστερα από τρία χρόνια απωλειών, δεν ήρθε η ώρα να συζητηθεί και ο τρόπος με τον οποίο οι εργαζόμενοι θα ανακτήσουν τα χαμένα εισοδήματα;
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ειδήσεις
Δημοφιλή
Σχολιασμένα