Έρευνα για τα καρδιαγγειακά νοσήματα: Γνωρίζουμε την απειλή, αλλά παραβλέπουμε τον προσωπικό κίνδυνο
Η πανελλαδική έρευνα της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας και της MARC καταγράφει χάσμα ανάμεσα στη γνώση για τα καρδιαγγειακά και στην πρακτική πρόληψη. Μόλις το 25,1% τα αναγνωρίζει ως πρώτη αιτία θανάτου στην Ελλάδα, ενώ οι μισοί τα θεωρούν κυρίως ανδρική υπόθεση.
Οι Έλληνες γνωρίζουν ότι τα καρδιαγγειακά νοσήματα αποτελούν σοβαρή ή και θανατηφόρα απειλή για την υγεία. Ξέρουν, επίσης, αρκετούς από τους παράγοντες κινδύνου, συμμετέχουν στο πρόγραμμα προσυμπτωματικού ελέγχου «ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ», αναγνωρίζουν τα βασικά συμπτώματα ενός εμφράγματος και δηλώνουν ότι θα αναζητήσουν άμεσα βοήθεια σε ένα επείγον περιστατικό. Όταν, όμως, η γνώση πρέπει να μετατραπεί σε προσωπική αντίληψη, πρόληψη και δράση, εμφανίζονται σημαντικά κενά. Αυτό το χάσμα ανάμεσα στο «ξέρω» και στο «κάνω» αποτυπώνεται έντονα με τη νέα πανελλαδική έρευνα της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας (ΕΚΕ), που εκπονήθηκε σε συνεργασία με την εταιρία MARC.
Τα κύρια σημεία της έρευνας παρουσιάστηκαν σήμερα (30/9) σε συνέντευξη Τύπου σήμερα στο αμφιθέατρο της ΕΚΕ από τον πρόεδρο της ΕΚΕ, καθηγητή καρδιολογίας ΕΚΠΑ, κ. Κώστα Τούτουζα, τον γενικό γραμματέα της ΕΚΕ καρδιολόγο Θάνο Τρίκα συντονιστή διευθυντή της καρδιολογικής κλινικής του «Ευαγγελισμού» και τον διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας MARC, Θωμά Γεράκη, που πραγματοποίησε την έρευνα για λογαριασμό της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας.
Ο πρόεδρος της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρίας, κ. Κ. Τούτουζας, ο γενικός γραμματέας κ. Αθ. Τρίκκας και μέσω οθόνης ο αντιπρόεδρος, κ. Λ. Μιχάλης
«Η έρευνα της ΕΚΕ αποτυπώνει με σαφήνεια την ανάγκη για ενημέρωση των πολιτών από την παιδική ηλικία. Ταυτόχρονα, καταγράφει μια ισχυρή κοινωνική προσδοκία για περισσότερη πρόληψη, περισσότερη εκπαίδευση και πιο αποτελεσματική προστασία της καρδιαγγειακής υγείας, στην οποία όλοι από κοινού, Πολιτεία, Επιστημονικοί φορείς και η κοινωνία των ασθενών οφείλουν να συνεργαστούν και να δράσουν αποτελεσματικά» υπογράμμισε ο κ. Τούτουζας.
Aπό την πλευρά του ο Αντιπρόεδρος ΕΚΕ, Καθηγητής Καρδιολογίας, Ιατρική Σχολή Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, κ. Λάμπρος Μιχάλης, σημείωσε πως τα ευρήματα της έρευνας «σκιαγραφούν μια κοινωνία που σε μεγάλο βαθμό αναγνωρίζει τη σημασία της καρδιαγγειακής υγείας, όμως, επειδή υπάρχουν σημαντικές και αποτελεσματικές θεραπευτικές επιλογές στην αντιμετώπιση κάποιων καρδιαγγειακών επιπλοκών, ο πολίτης ίσως επαναπαύεται και δεν θεωρεί πλέον τα καρδιαγγειακά κύρια αιτία θανάτου».
Τα καρδιαγγειακά δεν θεωρούνται η πρώτη αιτία θανάτου
Ειδικότερα, το 65,9% των ερωτηθέντων θεωρεί τα καρδιαγγειακά νοσήματα πολύ ή εξαιρετικά σοβαρό πρόβλημα δημόσιας υγείας. Ωστόσο, μόλις ένας στους τέσσερις πολίτες τα αναγνωρίζει ως την πρώτη αιτία θανάτου στην Ελλάδα. Ως σημαντικότερη αιτία θανάτου στη χώρα οι ερωτηθέντες απάντησαν στην πλειονότητά τους (39,5%) τον καρκίνο, το 29,8% τα τροχαία και μόλις το 25,1% τα καρδιαγγειακά νοσήματα.
Η απόσταση αυτή είναι ακόμη μεγαλύτερη στις νεότερες ηλικίες. Στην ηλικιακή ομάδα 18–34 ετών, το ποσοστό όσων αναγνωρίζουν τα καρδιαγγειακά ως σημαντικότερη αιτία θανάτου περιορίζεται στο 14,4%.
Κλείσιμο
Τα ευρήματα καταγράφουν ένα σημαντικό έλλειμμα στην αντίληψη του μεγέθους του προβλήματος, παρά το γεγονός ότι η πλειονότητα των πολιτών αναγνωρίζει γενικά τη σοβαρότητα των καρδιαγγειακών νοσημάτων.
Η καρδιαγγειακή νόσος αντιμετωπίζεται ως «ανδρική υπόθεση»
Ένα ακόμη σημαντικό εύρημα αφορά την αντίληψη για το φύλο. Το 50,7% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι τα καρδιαγγειακά νοσήματα αφορούν κυρίως τους άνδρες, ενώ το 43,6% πιστεύει ότι αφορούν εξίσου τα δύο φύλα.
Η αντίληψη αυτή είναι εντονότερη στους ίδιους τους άνδρες, όπου το ποσοστό που θεωρεί ότι τα καρδιαγγειακά αφορούν κυρίως τους άνδρες φτάνει το 57,5%, ενώ στους πολίτες ηλικίας 65 ετών και άνω φτάνει το 63,6%.
Τα στοιχεία καταδεικνύουν, σύμφωνα με την ΕΚΕ, την ανάγκη η ενημέρωση για την καρδιαγγειακή υγεία να μην περιορίζεται σε μια γενική αναφορά στους παράγοντες κινδύνου, αλλά να ενισχύει την αντίληψη ότι η πρόληψη αφορά όλες τις ηλικίες και για τα δύο φύλα.
Γνώση για τους παράγοντες κινδύνου, αλλά όχι για τη σημασία τους
Σε επίπεδο αναγνώρισης των παραγόντων κινδύνου, τα αποτελέσματα είναι υψηλά για ορισμένους από τους πιο γνωστούς παράγοντες. Σχεδόν οι 9 στους 10 αναγνωρίζουν την παχυσαρκία, το άγχος, την υπέρταση και το κάπνισμα ως παράγοντες που συνδέονται με την καρδιαγγειακή νόσο.
Ωστόσο, όταν ζητείται από τους πολίτες να ιεραρχήσουν τους παράγοντες που αυξάνουν περισσότερο τον καρδιαγγειακό κίνδυνο, αναδεικνύεται διαφορετική εικόνα. Βάζουν το κάπνισμα στην πρώτη θέση με 64,3%, ακολουθεί η παχυσαρκία με 61%, ενώ το άγχος συγκεντρώνει 45,3% και κατατάσσεται πάνω από την LDL χοληστερόλη, η οποία συγκεντρώνει 40%, και τον διαβήτη, με 26,3%.
Ιδιαίτερα χαμηλά βρίσκεται και η χρόνια νεφρική νόσος. Παράλληλα, όταν εξετάζεται η απλή σύνδεση της χρόνιας νεφρικής νόσου με την καρδιαγγειακή νόσο, μόλις το 55,4% την αναγνωρίζει, ενώ το 20,2% δηλώνει ότι δεν γνωρίζει τι να απαντήσει.
Οι Έλληνες υποτιμούν τον προσωπικό τους καρδιαγγειακό κίνδυνο
Η απόσταση ανάμεσα στη γενική αναγνώριση του κινδύνου και στην προσωπική αντίληψη είναι ιδιαίτερα εμφανής με βάση τα ευρήματα της έρευνας.
Ένα μεγάλο ποσοστό θεωρεί μικρό τον προσωπικό του καρδιαγγειακό κίνδυνο ή δηλώνει ότι δεν τον γνωρίζει. Όταν οι πολίτες ερωτώνται για την πιθανότητα να αντιμετωπίσουν καρδιαγγειακό πρόβλημα μέσα στην επόμενη δεκαετία, το 29,9% τη θεωρεί ελάχιστη ή καθόλου πιθανή, ενώ ένα επιπλέον 11,9% δηλώνει ότι δεν γνωρίζει. Μόλις το 22,5% θεωρεί πολύ ή εξαιρετικά πιθανό να εμφανίσει καρδιαγγειακό πρόβλημα μέσα στην επόμενη δεκαετία.
Η εικόνα αυτή ενισχύει το συμπέρασμα ότι τα καρδιαγγειακά νοσήματα συχνά αντιμετωπίζονται ως ένα πρόβλημα που αφορά περισσότερο «τους άλλους» παρά τον ίδιο τον πολίτη. Είναι ενδεικτικό πως αξιολογούν οι συμμετέχοντες στην έρευνα τους κρίσιμους καρδιαγγειακούς δείκτες, όπως χοληστερόλη, σάκχαρο, αρτηριακή πίεση.
Το 74,9% δηλώνει ότι γνωρίζει τα φυσιολογικά όρια της αρτηριακής πίεσης, του σακχάρου και της χοληστερόλης. Όταν όμως η ερώτηση μεταφέρεται από τη γενική γνώση στην προσωπική γνώση των δεικτών υγείας, τα ποσοστά μειώνονται αισθητά.
Με σιγουριά γνωρίζουν:
- την αρτηριακή τους πίεση το 59,8%,
- τη χοληστερόλη το 54,4%,
- το σάκχαρο το 53,9%,
- τον δείκτη μάζας σώματος μόλις το 39,4%.
Το εύρημα αναδεικνύει μια ακόμη διάσταση του χάσματος ανάμεσα στη θεωρητική γνώση και την προσωπική παρακολούθηση της υγείας.
Την ίδια στιγμή, το 77,9% των πολιτών δηλώνει ότι πραγματοποίησε προληπτικό έλεγχο μέσα στον τελευταίο χρόνο. Παρά το υψηλό αυτό ποσοστό, το 39,9% δεν συζήτησε καθόλου με γιατρό τον προσωπικό του καρδιαγγειακό κίνδυνο. Το 34,5% συζήτησε αναλυτικά το θέμα με γιατρό και το 20,2% επιγραμματικά.
Παράλληλα, μόλις το 45,6% δηλώνει ότι έχει ελέγξει τη νεφρική του λειτουργία κατά την τελευταία τριετία.
Το έμφραγμα αναγνωρίζεται σε γενικές γραμμές
Ο πόνος ή το σφίξιμο στο στήθος είναι το σύμπτωμα εμφράγματος που αναγνωρίζεται περισσότερο, καθώς το γνωρίζει το 81% των πολιτών. Το 68,5% αναγνωρίζει επίσης τον πόνο που επεκτείνεται στο χέρι, τον ώμο ή τη γνάθο. Ωστόσο, η εικόνα αλλάζει σημαντικά όταν πρόκειται για λιγότερο τυπικά συμπτώματα. Η δύσπνοια αναγνωρίζεται από το 54,5%, ο κρύος ιδρώτας από το 45,5%, η ξαφνική αδυναμία από το 35,9% και η ναυτία μόλις από το 35,7%.
Η περιορισμένη αναγνώριση αυτών των συμπτωμάτων μπορεί να αποτελέσει κρίσιμο κενό στην έγκαιρη αντίδραση σε ένα επείγον περιστατικό. Συνολικά, μόλις το 38,8% αισθάνεται σίγουρο ότι θα μπορούσε να αναγνωρίσει ένα έμφραγμα ή εγκεφαλικό, ενώ το 43,1% απαντά ότι «ίσως να μπορέσει».
4 στους 10 δεν γνωρίζουν τον αριθμό του ΕΚΑΒ
Το 77,8% των πολιτών δηλώνει ότι θα καλούσε αμέσως το ΕΚΑΒ σε ένα επείγον περιστατικό. Ωστόσο, μόνο το 59,3% γνωρίζει τον αριθμό 166. Το 29,1% δηλώνει ότι δεν θυμάται τον αριθμό και θα αναζητούσε ποιον πρέπει να καλέσει, ενώ μόλις το 4,4% αναφέρει το 112.
Το εύρημα δείχνει ότι η πρόθεση για άμεση αντίδραση δεν συνοδεύεται σε όλες τις περιπτώσεις από την αντίστοιχη πρακτική ετοιμότητα.
Η γνώση δεν αρκεί για την αλλαγή συμπεριφοράς
Παρά την υψηλή αναγνώριση του καπνίσματος ως παράγοντα καρδιαγγειακού κινδύνου, το 42% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι καπνίζει ή ατμίζει. Από αυτούς, το 29,4% καπνίζει καθημερινά και το 12,6% περιστασιακά. Την ίδια στιγμή, το 45,4% θεωρεί ότι το βάρος του είναι πάνω από το κανονικό. Στο πεδίο της σωματικής δραστηριότητας, το 23,7% ασκείται μία φορά την εβδομάδα ή λιγότερο.
Σε επίπεδο διατροφικών συνηθειών, το 48,3% καταναλώνει κόκκινο ή επεξεργασμένο κρέας τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα, ενώ το 17% δηλώνει ότι καταναλώνει περισσότερα από πέντε ποτά την εβδομάδα.
Τα στοιχεία συνθέτουν μια εικόνα στην οποία η γνώση των κινδύνων δεν οδηγεί πάντοτε σε αντίστοιχη αλλαγή συμπεριφοράς.
«ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ»: υψηλή αναγνωρισιμότητα και σημαντική συμμετοχή
Ιδιαίτερα θετική είναι η εικόνα για το πρόγραμμα «ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ ΤΑ ΚΑΡΔΙΑΓΓΕΙΑΚΑ». Το πρόγραμμα έχει ακούσει το 85,7% των ερωτηθέντων, ενώ πρόσκληση έλαβε το 71,9% των ατόμων ηλικίας 30–70 ετών.
Από όσους έλαβαν πρόσκληση, περίπου τρεις στους τέσσερις πραγματοποίησαν τις εξετάσεις, είτε πλήρως είτε εν μέρει. Σύμφωνα με τα αναλυτικότερα στοιχεία, το 58% ολοκλήρωσε τις εξετάσεις, το 17,8% τις πραγματοποίησε εν μέρει και το 19,6% δεν τις έκανε.
Μεταξύ όσων δεν πραγματοποίησαν τις εξετάσεις, οι συχνότεροι λόγοι ήταν ότι είχαν ήδη κάνει αντίστοιχες εξετάσεις, σε ποσοστό 30%, και η έλλειψη χρόνου, σε ποσοστό 26,4%.
Οι καρδιολόγοι αποτελούν την πιο αξιόπιστη πηγή ενημέρωσης
Περισσότεροι από τους μισούς πολίτες, ποσοστό 51,8%, δηλώνουν ότι γνωρίζουν αρκετά για την καρδιαγγειακή υγεία, αλλά θα ήθελαν να μάθουν περισσότερα. Ο καρδιολόγος αποτελεί με διαφορά την πηγή ενημέρωσης που εμπιστεύονται περισσότερο οι πολίτες, με ποσοστό 79,9%. Ακολουθεί ο οικογενειακός γιατρός με 54,5% και η Ελληνική Καρδιολογική Εταιρεία με 23,4%.
Αντίθετα, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης συγκεντρώνουν μόλις 5,5% και η τεχνητή νοημοσύνη 5,3% ως πηγές που εμπνέουν εμπιστοσύνη. Τα στοιχεία καταδεικνύουν τον ιδιαίτερο ρόλο που εξακολουθεί να έχει ο γιατρός ως αξιόπιστος φορέας πληροφόρησης σε ζητήματα καρδιαγγειακής πρόληψης.
ΚΑΡΠΑ και απινιδωτής: λίγοι γνωρίζουν να τον χρησιμοποιήσουν
Το 82,6% γνωρίζει τι είναι η ΚΑΡΠΑ, αλλά μόλις το 25,5% λέει ότι έχει εκπαιδευτεί να την πραγματοποιεί. Αντίστοιχα, τον απινιδωτή τον γνωρίζει το 72,8%, αλλά μόλις 19,5% δηλώνει ότι θα ήξερε να τον χρησιμοποιήσει.
Η πρόθεση για εκπαίδευση, ωστόσο, είναι ιδιαίτερα υψηλή: το 74,2% θα ενδιαφερόταν να παρακολουθήσει σεμινάριο ΚΑΡΠΑ της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας.
Το ίδιο αποτυπώνεται και στην πρόθεση δράσης σε περίπτωση κατάρρευσης ενός ατόμου από καρδιακή ανακοπή. Μόλις το 24,3% θα επιχειρούσε ΚΑΡΠΑ επειδή γνωρίζει την τεχνική, ενώ το 46% θα επιχειρούσε με τηλεφωνική καθοδήγηση από το ΕΚΑΒ. Το 20,6% δηλώνει ότι δεν θα αναλάμβανε την ευθύνη.
Τι ζητούν οι πολίτες από την Πολιτεία
Όταν καλούνται να προσδιορίσουν τις προτεραιότητες της Πολιτείας στον τομέα της καρδιαγγειακής πρόληψης, οι πολίτες αναδεικνύουν ως πρώτη επιλογή τη συνέχιση και ενίσχυση των προληπτικών εξετάσεων και του προγράμματος «ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ», με ποσοστό 58,4%. Ακολουθούν η εκπαίδευση από το σχολείο με 51,7% και η τοποθέτηση περισσότερων απινιδωτών σε συνδυασμό με εκπαίδευση στην ΚΑΡΠΑ, με 42,5%.
Σε χαμηλότερα επίπεδα βρίσκονται η βελτίωση της πρόσβασης στην πρωτοβάθμια φροντίδα, με 25,1%, η προώθηση υγιεινότερων τροφίμων, με 24,2%, και οι εκστρατείες ενημέρωσης, με 11,2%.
Η έρευνα καταγράφει ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά αποδοχής για όλα τα προτεινόμενα μέτρα πολιτικής, με όλα να συγκεντρώνουν αποδοχή άνω του 83%.
Μεταξύ των προτεινόμενων μέτρων, η αυστηρότερη εφαρμογή της αντικαπνιστικής νομοθεσίας έχει τη χαμηλότερη αποδοχή, με 83,4%.
Ιδιαίτερα υψηλή είναι η αποδοχή για μέτρα που αφορούν την εκπαίδευση των πολιτών από μικρή ηλικία και την ενίσχυση της δυνατότητας άμεσης παρέμβασης σε περίπτωση καρδιακής ανακοπής. Το 96,4% τάσσεται υπέρ της εκπαίδευσης για τους παράγοντες κινδύνου στα σχολεία, το 94,1% υπέρ περισσότερων απινιδωτών σε δημόσιους χώρους και το 93% υπέρ της υποχρεωτικής εκπαίδευσης στην ΚΑΡΠΑ στο σχολείο.
Το ερευνητικό πρόγραμμα του UNIC Athens μετατρέπει το campus του Ελληνικού σε ένα ζωντανό πεδίο έρευνας, όπου Τεχνητή Νοημοσύνη, Βιοτεχνολογία και βιολογικά δεδομένα συναντώνται, ανοίγοντας νέους δρόμους για την υγεία, την ευημερία και φυσικά, την επιστήμη.
Με την ασυναγώνιστη εμπειρία της, η Avis έχει καταφέρει να δημιουργήσει ένα ολοκληρωμένο ψηφιακό οικοσύστημα που καθιστά το leasing μια πανεύκολη, ταχύτατη και απολαυστική εμπειρία που δίνει στους οδηγούς ολοένα περισσότερα.