Τα οστά της μνήμης
Η ιστορία, συνήθως προτιμά να θυμάται τις σάλπιγγες, τις σημαίες, τις ένδοξες ημερομηνίες, τα νικηφόρα κατορθώματα, τις μεγάλες προελάσεις
Έχει εξοικειωθεί, 86 ολόκληρα χρόνια μετά την 28η Οκτωβρίου του 1940, να γιορτάζει το έπος με στρατιωτικές παρελάσεις, πατριωτικά εμβατήρια, εμπνευσμένους λόγους εθνικής υπερηφάνειας.
Συχνά, όμως, μοιάζει σαν να προσπερνά τους ανθρώπους που είχαν ένα όνομα, όχι μόνο έναν αριθμό στρατιωτικού μητρώου. Που κάποτε είχαν ένα σπίτι, μια μάνα και αδέλφια, μια γυναίκα ή ένα παιδί που τους περίμενε. Ένα χωράφι να οργώσουν, ένα εργαστήρι να δουλέψουν, μια Άνοιξη για να ονειρευτούν.
Εκείνους που δεν πρόλαβαν να γυρίσουν από τα πεδία των μαχών. Που άφησαν μια θέση κενή στο οικογενειακό τραπέζι, μια καθημερινότητα που διακόπηκε, μια ανολοκλήρωτη ζωή, ένα έργο που ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε. Η πατρίδα τίμησε τη μνήμη των ηρωικώς πεσόντων. Σκάλισε τα ονόματα τους σε μαρμάρινες επιτύμβιες στήλες. Σε μνημεία κατάθεσης στεφάνων και διαχρονικής εκφώνησης επετειακών ομιλιών.
Περίπου 13.000 φαντάροι και αξιωματικοί έχασαν τη ζωή τους στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο. Άλλοι σκοτώθηκαν από σφαίρες σε φονικές μάχες στη πρώτη γραμμή του μετώπου. Άλλοι έπεσαν από ολέθριους βομβαρδισμούς. Άλλοι ξεψύχησαν από βαριά τραύματα, ακρωτηριαστικά κρυοπαγήματα, αλλεπάλληλες κακουχίες. Η πλειονότητα άφησε τη τελευταία της πνοή πιστή στο καθήκον. Και έμεινε εκεί. Έκλεισε για πάντα τα μάτια της σε ξένα χώματα.
Οι σοροί 8.000 νεκρών Ελλήνων δεν επέστρεψαν ποτέ πίσω. Έμειναν άταφες, διασκορπισμένες σε βουνά και χαράδρες ή παραχώθηκαν βιαστικά σε πρόχειρους, ομαδικούς και ανώνυμους τάφους στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας. Για δεκαετίες χιλιάδες χαροκαμένες οικογένειες δεν ήξεραν πού ακριβώς να τους πενθήσουν.
Δεν είχαν έναν τάφο να επισκεφθούν, με ένα όνομα χαραγμένο στη πλάκα ή ένα πρόχειρο σταυρό να ακουμπήσουν με το χέρι , να ανάψουν ένα κερί, να κάνουν μια δέηση. Είχαν μόνο την απουσία. Με παρηγοριά μια κιτρινισμένη φωτογραφία, ένα γράμμα από το μέτωπο, ένα παλιό πανωφόρι. Που με τα χρόνια έγιναν σημάδια μνήμης , σύμβολα υπομονής και τεκμήρια αντοχής.
Η αξιοπρέπεια τους δεν άφησε την δυσβάστακτη απώλεια να μετατραπεί σε οίκτο. Να ανακουφιστεί με μια τυπική συλλυπητήρια στρατιωτική επιστολή. Να γίνει μια επαναλαμβανόμενη τελετουργία που περιορίζεται σε μία ημέρα τον χρόνο τυπική. Με επωδό «η πατρίδα κλίνει ευλαβικά το γόνυ μπροστά στον ήρωα».
Η ανθρώπινη οδύνη τους στάθηκε με σεβασμό μπροστά στη μεγαλοπρέπεια της εθνικής αφήγησης. Δεν παραδόθηκε, όμως, στη λήθη. Οι οικογένειες καρτερούσαν στωικά να σμίξουν με τα λείψανα των οικείων τους. Δυο γενιές περίμεναν να τους αποδώσουν την ύστατη τιμή και να τα αποχαιρετήσουν για τελευταία φορά.
Προσδοκούσαν με την ελπίδα ζωντανή την άρση της εμπόλεμης κατάστασης με την Αλβανία και τη κατάρρευση του κομμουνιστικού καθεστώτος του τυραννικού δικτάτορα Ενβέρ Χότζα. Τα χρόνια πέρασαν βασανιστικά αργά.
Απέμειναν μόνο εγγόνια και δισέγγονα μέχρι να συμφωνηθεί ανάμεσα τις κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Αλβανίας η σύσταση, με αρκετές δυσκολίες, μιας μεικτής επιτροπής για την αναγνώριση των δυσεύρετων πια λειψάνων. Δημιουργήθηκαν και δυο κοιμητήρια των Ελλήνων στρατιωτών που έπεσαν μαχόμενοι στην Αλβανία.
Το ένα, στο χωριό Βουλιαράτες (Άνω Δρόπολη), στα ελληνοαλβανικά σύνορα λίγο έξω από την είσοδο της Κακαβιάς. Το άλλο, στην περιοχή των στενών της Κλεισούρας (Πρεμετή). Σε αμφότερα έχουν ενταφιαστεί συνολικά περισσότεροι από 1.000 Έλληνες πεσόντες. Τα οστά χιλιάδων γενναίων άλλων δεν έχουν εκταφεί ή γενετικά ταυτοποιηθεί.
Διάσπαρτα, όμως, σε φαράγγια και καταχωνιασμένα λαγκάδια υπενθυμίζουν τη μνήμη που αξίζουν και δικαιούνται. Το έπος, άλλωστε, του 1940 γράφτηκε από όλους όσους πολέμησαν, προέλασαν, νίκησαν. Όχι μόνο από τους ζωντανούς που γύρισαν από το πόλεμο με τις προσωπικές τους αφηγήσεις για να ξαναγίνουν γιοι, σύζυγοι, αδέλφια και με τις σειρά τους πατέρες και παππούδες.
Συχνά, όμως, μοιάζει σαν να προσπερνά τους ανθρώπους που είχαν ένα όνομα, όχι μόνο έναν αριθμό στρατιωτικού μητρώου. Που κάποτε είχαν ένα σπίτι, μια μάνα και αδέλφια, μια γυναίκα ή ένα παιδί που τους περίμενε. Ένα χωράφι να οργώσουν, ένα εργαστήρι να δουλέψουν, μια Άνοιξη για να ονειρευτούν.
Εκείνους που δεν πρόλαβαν να γυρίσουν από τα πεδία των μαχών. Που άφησαν μια θέση κενή στο οικογενειακό τραπέζι, μια καθημερινότητα που διακόπηκε, μια ανολοκλήρωτη ζωή, ένα έργο που ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε. Η πατρίδα τίμησε τη μνήμη των ηρωικώς πεσόντων. Σκάλισε τα ονόματα τους σε μαρμάρινες επιτύμβιες στήλες. Σε μνημεία κατάθεσης στεφάνων και διαχρονικής εκφώνησης επετειακών ομιλιών.
Περίπου 13.000 φαντάροι και αξιωματικοί έχασαν τη ζωή τους στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο. Άλλοι σκοτώθηκαν από σφαίρες σε φονικές μάχες στη πρώτη γραμμή του μετώπου. Άλλοι έπεσαν από ολέθριους βομβαρδισμούς. Άλλοι ξεψύχησαν από βαριά τραύματα, ακρωτηριαστικά κρυοπαγήματα, αλλεπάλληλες κακουχίες. Η πλειονότητα άφησε τη τελευταία της πνοή πιστή στο καθήκον. Και έμεινε εκεί. Έκλεισε για πάντα τα μάτια της σε ξένα χώματα.
Οι σοροί 8.000 νεκρών Ελλήνων δεν επέστρεψαν ποτέ πίσω. Έμειναν άταφες, διασκορπισμένες σε βουνά και χαράδρες ή παραχώθηκαν βιαστικά σε πρόχειρους, ομαδικούς και ανώνυμους τάφους στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας. Για δεκαετίες χιλιάδες χαροκαμένες οικογένειες δεν ήξεραν πού ακριβώς να τους πενθήσουν.
Δεν είχαν έναν τάφο να επισκεφθούν, με ένα όνομα χαραγμένο στη πλάκα ή ένα πρόχειρο σταυρό να ακουμπήσουν με το χέρι , να ανάψουν ένα κερί, να κάνουν μια δέηση. Είχαν μόνο την απουσία. Με παρηγοριά μια κιτρινισμένη φωτογραφία, ένα γράμμα από το μέτωπο, ένα παλιό πανωφόρι. Που με τα χρόνια έγιναν σημάδια μνήμης , σύμβολα υπομονής και τεκμήρια αντοχής.
Η αξιοπρέπεια τους δεν άφησε την δυσβάστακτη απώλεια να μετατραπεί σε οίκτο. Να ανακουφιστεί με μια τυπική συλλυπητήρια στρατιωτική επιστολή. Να γίνει μια επαναλαμβανόμενη τελετουργία που περιορίζεται σε μία ημέρα τον χρόνο τυπική. Με επωδό «η πατρίδα κλίνει ευλαβικά το γόνυ μπροστά στον ήρωα».
Η ανθρώπινη οδύνη τους στάθηκε με σεβασμό μπροστά στη μεγαλοπρέπεια της εθνικής αφήγησης. Δεν παραδόθηκε, όμως, στη λήθη. Οι οικογένειες καρτερούσαν στωικά να σμίξουν με τα λείψανα των οικείων τους. Δυο γενιές περίμεναν να τους αποδώσουν την ύστατη τιμή και να τα αποχαιρετήσουν για τελευταία φορά.
Προσδοκούσαν με την ελπίδα ζωντανή την άρση της εμπόλεμης κατάστασης με την Αλβανία και τη κατάρρευση του κομμουνιστικού καθεστώτος του τυραννικού δικτάτορα Ενβέρ Χότζα. Τα χρόνια πέρασαν βασανιστικά αργά.
Απέμειναν μόνο εγγόνια και δισέγγονα μέχρι να συμφωνηθεί ανάμεσα τις κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Αλβανίας η σύσταση, με αρκετές δυσκολίες, μιας μεικτής επιτροπής για την αναγνώριση των δυσεύρετων πια λειψάνων. Δημιουργήθηκαν και δυο κοιμητήρια των Ελλήνων στρατιωτών που έπεσαν μαχόμενοι στην Αλβανία.
Το ένα, στο χωριό Βουλιαράτες (Άνω Δρόπολη), στα ελληνοαλβανικά σύνορα λίγο έξω από την είσοδο της Κακαβιάς. Το άλλο, στην περιοχή των στενών της Κλεισούρας (Πρεμετή). Σε αμφότερα έχουν ενταφιαστεί συνολικά περισσότεροι από 1.000 Έλληνες πεσόντες. Τα οστά χιλιάδων γενναίων άλλων δεν έχουν εκταφεί ή γενετικά ταυτοποιηθεί.
Διάσπαρτα, όμως, σε φαράγγια και καταχωνιασμένα λαγκάδια υπενθυμίζουν τη μνήμη που αξίζουν και δικαιούνται. Το έπος, άλλωστε, του 1940 γράφτηκε από όλους όσους πολέμησαν, προέλασαν, νίκησαν. Όχι μόνο από τους ζωντανούς που γύρισαν από το πόλεμο με τις προσωπικές τους αφηγήσεις για να ξαναγίνουν γιοι, σύζυγοι, αδέλφια και με τις σειρά τους πατέρες και παππούδες.
Γράφτηκε και από εκείνους που δεν επέστρεψαν ποτέ. Αλλά δεν ξεχαστήκαν. Υπογραμμίζουν με τη θυσία τους ότι η ανάγκη παραδειγματικής αντίστασης στον επίδοξο ολοκληρωτικό κατακτητή δεν είναι απλώς μια επέτειος. Είναι τα κόκκαλα από τις ρίζες μας. Το ανθρώπινο τίμημα της ιστορίας μας.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ειδήσεις
Δημοφιλή
Σχολιασμένα