Ο Πολάκης που πολλάκις δεν διεγράφη...
Αλήθεια ποιος πιστεύει στις απότομες οβιδιακές μεταμορφώσεις των πολιτικών κομμάτων;
Ποιος μπορεί να πιστεύει δηλαδή ότι μια μέρα ο/η αρχηγός και τα στελέχη ενός κόμματος κοιμούνται αγκαλιά με κάποιες βασικές ιδεολογικές αρχές και με μια συναφή πολιτική κουλτούρα, και την επομένη, έτσι στα ξαφνικά, τα αποκηρύσσουν όλα αυτά και δεν θέλουν να τα βλέπουν μπροστά τους; Ακόμη χειρότερα από ό,τι τα ατομικά υποκείμενα, τα κόμματα είναι υπερβολικά βαρείς οργανισμοί για να μπορούν να αλλάζουν βαθιά και δομικά μόνο και μόνο για να υπηρετήσουν τις ανάγκες μιας συγκυρίας.
Ασφαλώς και αλλάζουν μέσα στον χρόνο και ασφαλώς βρίσκονται σε συνεχή αλληλεπίδραση με την ιστορία. Αλλά τα αποτελέσματα αυτών των ιστορικών διεργασιών δεν αποτυπώνονται από τη μια μέρα στην άλλη, στην ιδεολογική και πολιτική τους ταυτότητα. Οι ουσιαστικές μεταμορφώσεις είναι αργές και συνήθως επίπονες, ενώ πάντοτε σηματοδοτούνται από αλλαγές ηγεσίας που να μπορούν να εκφράζουν αυθεντικότερα τις δομικές αλλαγές ενός κομματικού οργανισμού.
Αντιθέτως, τα κόμματα διαθέτουν μεγαλύτερη άνεση στους τακτικισμούς και στην επικοινωνία. Αυτό σημαίνει ότι όσο πιο καλά διαβάζουν μια συγκυρία, τόσο καλύτερα μπορούν να ελιχθούν με δηλώσεις, πρωτοβουλίες και συμμαχίες προκειμένου να αξιοποιήσουν μια ευκαιρία και να κερδίσουν μεγαλύτερη κοινωνική (βλ. εκλογική) επιρροή και κύρος. Και σε αυτό, το βασικό εργαλείο είναι πάντα η επικοινωνία, δηλαδή ο λόγος και το ύφος αλλά και τα μέσα με τα οποία ένα κόμμα θα θέσει δημοσίως τα πράγματα και θα “σκηνοθετήσει” ή θα “χορογραφήσει” τις πρωτοβουλίες του.
Επίσης, τα κόμματα, αν δεν θέλουν να εξαφανιστούν ως ξεπερασμένοι οργανισμοί, οφείλουν να επιδεικνύουν πάντοτε κάποιο βαθμό πραγματισμού και ρεαλισμού αντιλαμβανόμενα τις εκάστοτε μετατοπίσεις της κοινής γνώμης και τις εν γένει αλλαγές του εξωτερικού περιβάλλοντος, εθνικού και διεθνούς. Αλλά πραγματισμός δεν σημαίνει και αλλαγή της ιδιοσυστασίας ενός κόμματος.
Πόσο έχει αλλάξει άραγε στις βασικές του αντιλήψεις το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ από την περίοδο του 2012 και μετά, όταν για πρώτη φορά εκτοξεύτηκε στη θέση του ενός εκ των πυλώνων του δικομματισμού στην χώρα; Το ερώτημα καθίσταται κρίσιμο όχι μόνο ενόψει εκλογών αλλά και με αφορμή την αποπομπή από τα ψηφοδέλτια του βουλευτή του, τέως αναπληρωτή υπουργού του και τέως τομεάρχη Διαφάνειας, Παύλου Πολάκη.
Για να το θέσουμε ευθέως, σημαίνει άραγε ότι απομακρύνοντας τον “αψύ” Πολάκη, που έγινε γνωστός ιδίως για τις ακραίες ιδέες του και τις εκτός δημοκρατικής τάξης επιθέσεις στους αντιπάλους του, το κόμμα εγκαινιάζει μια νέα περίοδο κατά την οποία ο αντισυστημισμός και ο ριζοσπαστισμός του επί ηγεσίας Αλέξη Τσίπρα -για τα οποία ήταν υπερήφανος και δεν τα έκρυβε ποτέ- θα μπουν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας;
Σημαίνει ότι με άλλα λόγια, ο Συνασπισμός της Ριζοσπαστικής Αριστεράς όπως παραμένει ο τίτλος του, ωρίμασε πλέον, πέρασε την παιδική αρρώστια του φλερτ του με τον αριστερισμό και την αντιπαγκοσμιοποίηση, και δεν θα κατέττασσε πια τον εαυτό του στα νεοκομμουνιστικά κόμματα, αποκηρύσσοντας ταυτόχρονα το πολύ πρόσφατο παρελθόν του όπου στο λόγο του κυριαρχούσε η εχθροπάθεια, η υιοθέτηση κάθε χυδαίου συνθήματος, η υπόσχεση του ρεβανσισμού την “Δεύτερη Φορά Αριστερά” και γενικώς η εθνολαϊκιστική ρητορεία και η αντιθεσμική στάση σε πολλές περιπτώσεις της πολιτικής αντιπαράθεσης;
Σημαίνει τέλος ότι η παρθενική όσο και δραματική θητεία του στη διακυβέρνηση της χώρας, ακολουθούμενη από τη μεγάλη σε έκταση ήττα του και την αδυναμία ανάκαμψής του έκτοτε, το οδήγησε σε ριζική αναθεώρηση των ξεπερασμένων ιδεολογικών του αρχών ως προς το ποια πρέπει να είναι η κατεύθυνση της χώρας και με ποιες πολιτικές μπορεί να επιτευχθεί αυτό;
Δεν είμαι καθόλου σίγουρος. Όπως είπαμε, για να αλλάξει στον πυρήνα του ένα κόμμα προϋποτίθενται γενναίες εσωκομματικές πρωτοβουλίες, μέσα από τα όργανα, με σοβαρές αλλαγές στην ηγετική ομάδα, συμπεριλαμβάνοντας την ειλικρινή δημόσια αυτοκριτική του για το παρελθόν, πρωτοβουλίες που εντέλει δεν θα περιοριστούν σε μια αλλαγή τακτικής με αποφάσεις κεκλεισμένων των θυρών, ούτε σε μια απλή αλλαγή ρητορικού ύφους. Και φυσικά όλο αυτό θα συνιστά μια μάλλον μακρά σε διάρκεια και επίπονη διαδικασία, και δεν θα αποτελεί απλώς έναν προεκλογικό τακτικισμό με ευκαιριακό χαρακτήρα. Τίποτε από αυτά προφανώς δεν έχει συμβεί στο ΣΥΡΙΖΑ, το προηγούμενο διάστημα. Η απομάκρυνση Πολάκη δεν υπηρετεί μια τέτοια μεταμορφωτική διαδικασία αλλά μια τακτικιστική και επικοινωνιακή.
Ο πρώτος λόγος άλλωστε είναι στοιχειώδης και δεν έχει να κάνει με καμία ιδεολογική στροφή: ο Π. Πολάκης με τη δημόσια στάση του (συνήθως μέσω των σόσιαλ μήντια), εδώ και καιρό και με διάφορες αφορμές, αμφισβητεί ευθέως την γραμμή της κομματικής ηγεσίας. Εξ ου και στην επίσημη ανακοίνωση του κόμματος γίνεται λόγος για “προσωπική σταυροφορία” του Πολάκη που ρίχνει “νερό στο μύλο του Μητσοτάκη”, ενώ ο Αλέξης Τσίπρας δεν απέφυγε να τονίσει ότι η απόφαση αποπομπής του ήταν αποκλειστικά δική του.
Ο Πολάκης αμφισβήτησε ανοικτά και πολύ άκομψα το κορυφαίο προνόμιο ενός προέδρου να διαμορφώνει τα κομματικά ψηφοδέλτια κατά την κρίση του, απειλώντας ότι αν στην Κρήτη, την κομματική του περιφέρεια, δεν συμπεριλαμβανόταν και κάποιος εκλεκτός του, θα παραιτούνταν. Λίγο μετά, υπέπεσε σε δεύτερο ανάλογο ατόπημα αμφισβήτησης της προεκλογικής τακτικής του κόμματος που θέλει να παρουσιάζεται ηπιότερο, πιο συστημικό και πιο πολιτισμένο στο ύφος του προκειμένου να μην φοβίσει τους μετριοπαθέστερους ψηφοφόρους, ιδίως τους διεκδικούμενους από το ΠΑΣΟΚ. Με νέα αντάρτησή του, απειλούσε με το γνωστό του ύφος, στοχοποιώντας ονομαστικά και με φωτογραφίες, δημοσιογράφους, δικαστές, στελέχη της κυβέρνησης και τραπεζίτες ότι τη δεύτερη φορά αριστερά πρέπει να “τελειώνουμε μαζί τους”.
Είπε άραγε κάτι ο πρώην υπουργός που δεν έχει ειπωθεί πολλές φορές στο παρελθόν και από άλλα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ; Έστω κι αν το είπε με πιο μπρούτο ύφος, απόψεις που υποστηρίζουν ότι το βασικό μάθημα από την πρώτη εμπειρία διακυβέρνησης είναι ότι τη “δεύτερη φορά αριστερά” θα πρέπει να ελεγχθούν οι “αρμοί της εξουσίας” τις έχει διατυπώσει πρώτος ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας, κι έχουν ακολουθήσει στο ίδιο πνεύμα κι άλλα στελέχη. Εξού και το κύμα συμπαράστασης υπέρ του που κινδυνεύει να διχάσει το κόμμα. Διότι λέει όσα πιστεύει μεγάλο μέρος του. Για να μη μιλήσουμε για τις πρόσφατες φρικώδεις δηλώσεις του ευρωβουλευτή του, Κώστα Αρβανίτη που ταύτισε τις απόψεις του Κυριάκου Μητσοτάκη περί αριστείας, με τους Ναζί και την Άρια φυλή, και όπου η κομματική ηγεσία δεν έδειξε καν να συγκινείται, όπως στην περίπτωση Πολάκη.
Ασφαλώς και αλλάζουν μέσα στον χρόνο και ασφαλώς βρίσκονται σε συνεχή αλληλεπίδραση με την ιστορία. Αλλά τα αποτελέσματα αυτών των ιστορικών διεργασιών δεν αποτυπώνονται από τη μια μέρα στην άλλη, στην ιδεολογική και πολιτική τους ταυτότητα. Οι ουσιαστικές μεταμορφώσεις είναι αργές και συνήθως επίπονες, ενώ πάντοτε σηματοδοτούνται από αλλαγές ηγεσίας που να μπορούν να εκφράζουν αυθεντικότερα τις δομικές αλλαγές ενός κομματικού οργανισμού.
Αντιθέτως, τα κόμματα διαθέτουν μεγαλύτερη άνεση στους τακτικισμούς και στην επικοινωνία. Αυτό σημαίνει ότι όσο πιο καλά διαβάζουν μια συγκυρία, τόσο καλύτερα μπορούν να ελιχθούν με δηλώσεις, πρωτοβουλίες και συμμαχίες προκειμένου να αξιοποιήσουν μια ευκαιρία και να κερδίσουν μεγαλύτερη κοινωνική (βλ. εκλογική) επιρροή και κύρος. Και σε αυτό, το βασικό εργαλείο είναι πάντα η επικοινωνία, δηλαδή ο λόγος και το ύφος αλλά και τα μέσα με τα οποία ένα κόμμα θα θέσει δημοσίως τα πράγματα και θα “σκηνοθετήσει” ή θα “χορογραφήσει” τις πρωτοβουλίες του.
Επίσης, τα κόμματα, αν δεν θέλουν να εξαφανιστούν ως ξεπερασμένοι οργανισμοί, οφείλουν να επιδεικνύουν πάντοτε κάποιο βαθμό πραγματισμού και ρεαλισμού αντιλαμβανόμενα τις εκάστοτε μετατοπίσεις της κοινής γνώμης και τις εν γένει αλλαγές του εξωτερικού περιβάλλοντος, εθνικού και διεθνούς. Αλλά πραγματισμός δεν σημαίνει και αλλαγή της ιδιοσυστασίας ενός κόμματος.
Πόσο έχει αλλάξει άραγε στις βασικές του αντιλήψεις το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ από την περίοδο του 2012 και μετά, όταν για πρώτη φορά εκτοξεύτηκε στη θέση του ενός εκ των πυλώνων του δικομματισμού στην χώρα; Το ερώτημα καθίσταται κρίσιμο όχι μόνο ενόψει εκλογών αλλά και με αφορμή την αποπομπή από τα ψηφοδέλτια του βουλευτή του, τέως αναπληρωτή υπουργού του και τέως τομεάρχη Διαφάνειας, Παύλου Πολάκη.
Για να το θέσουμε ευθέως, σημαίνει άραγε ότι απομακρύνοντας τον “αψύ” Πολάκη, που έγινε γνωστός ιδίως για τις ακραίες ιδέες του και τις εκτός δημοκρατικής τάξης επιθέσεις στους αντιπάλους του, το κόμμα εγκαινιάζει μια νέα περίοδο κατά την οποία ο αντισυστημισμός και ο ριζοσπαστισμός του επί ηγεσίας Αλέξη Τσίπρα -για τα οποία ήταν υπερήφανος και δεν τα έκρυβε ποτέ- θα μπουν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας;
Σημαίνει ότι με άλλα λόγια, ο Συνασπισμός της Ριζοσπαστικής Αριστεράς όπως παραμένει ο τίτλος του, ωρίμασε πλέον, πέρασε την παιδική αρρώστια του φλερτ του με τον αριστερισμό και την αντιπαγκοσμιοποίηση, και δεν θα κατέττασσε πια τον εαυτό του στα νεοκομμουνιστικά κόμματα, αποκηρύσσοντας ταυτόχρονα το πολύ πρόσφατο παρελθόν του όπου στο λόγο του κυριαρχούσε η εχθροπάθεια, η υιοθέτηση κάθε χυδαίου συνθήματος, η υπόσχεση του ρεβανσισμού την “Δεύτερη Φορά Αριστερά” και γενικώς η εθνολαϊκιστική ρητορεία και η αντιθεσμική στάση σε πολλές περιπτώσεις της πολιτικής αντιπαράθεσης;
Σημαίνει τέλος ότι η παρθενική όσο και δραματική θητεία του στη διακυβέρνηση της χώρας, ακολουθούμενη από τη μεγάλη σε έκταση ήττα του και την αδυναμία ανάκαμψής του έκτοτε, το οδήγησε σε ριζική αναθεώρηση των ξεπερασμένων ιδεολογικών του αρχών ως προς το ποια πρέπει να είναι η κατεύθυνση της χώρας και με ποιες πολιτικές μπορεί να επιτευχθεί αυτό;
Δεν είμαι καθόλου σίγουρος. Όπως είπαμε, για να αλλάξει στον πυρήνα του ένα κόμμα προϋποτίθενται γενναίες εσωκομματικές πρωτοβουλίες, μέσα από τα όργανα, με σοβαρές αλλαγές στην ηγετική ομάδα, συμπεριλαμβάνοντας την ειλικρινή δημόσια αυτοκριτική του για το παρελθόν, πρωτοβουλίες που εντέλει δεν θα περιοριστούν σε μια αλλαγή τακτικής με αποφάσεις κεκλεισμένων των θυρών, ούτε σε μια απλή αλλαγή ρητορικού ύφους. Και φυσικά όλο αυτό θα συνιστά μια μάλλον μακρά σε διάρκεια και επίπονη διαδικασία, και δεν θα αποτελεί απλώς έναν προεκλογικό τακτικισμό με ευκαιριακό χαρακτήρα. Τίποτε από αυτά προφανώς δεν έχει συμβεί στο ΣΥΡΙΖΑ, το προηγούμενο διάστημα. Η απομάκρυνση Πολάκη δεν υπηρετεί μια τέτοια μεταμορφωτική διαδικασία αλλά μια τακτικιστική και επικοινωνιακή.
Ο πρώτος λόγος άλλωστε είναι στοιχειώδης και δεν έχει να κάνει με καμία ιδεολογική στροφή: ο Π. Πολάκης με τη δημόσια στάση του (συνήθως μέσω των σόσιαλ μήντια), εδώ και καιρό και με διάφορες αφορμές, αμφισβητεί ευθέως την γραμμή της κομματικής ηγεσίας. Εξ ου και στην επίσημη ανακοίνωση του κόμματος γίνεται λόγος για “προσωπική σταυροφορία” του Πολάκη που ρίχνει “νερό στο μύλο του Μητσοτάκη”, ενώ ο Αλέξης Τσίπρας δεν απέφυγε να τονίσει ότι η απόφαση αποπομπής του ήταν αποκλειστικά δική του.
Ο Πολάκης αμφισβήτησε ανοικτά και πολύ άκομψα το κορυφαίο προνόμιο ενός προέδρου να διαμορφώνει τα κομματικά ψηφοδέλτια κατά την κρίση του, απειλώντας ότι αν στην Κρήτη, την κομματική του περιφέρεια, δεν συμπεριλαμβανόταν και κάποιος εκλεκτός του, θα παραιτούνταν. Λίγο μετά, υπέπεσε σε δεύτερο ανάλογο ατόπημα αμφισβήτησης της προεκλογικής τακτικής του κόμματος που θέλει να παρουσιάζεται ηπιότερο, πιο συστημικό και πιο πολιτισμένο στο ύφος του προκειμένου να μην φοβίσει τους μετριοπαθέστερους ψηφοφόρους, ιδίως τους διεκδικούμενους από το ΠΑΣΟΚ. Με νέα αντάρτησή του, απειλούσε με το γνωστό του ύφος, στοχοποιώντας ονομαστικά και με φωτογραφίες, δημοσιογράφους, δικαστές, στελέχη της κυβέρνησης και τραπεζίτες ότι τη δεύτερη φορά αριστερά πρέπει να “τελειώνουμε μαζί τους”.
Είπε άραγε κάτι ο πρώην υπουργός που δεν έχει ειπωθεί πολλές φορές στο παρελθόν και από άλλα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ; Έστω κι αν το είπε με πιο μπρούτο ύφος, απόψεις που υποστηρίζουν ότι το βασικό μάθημα από την πρώτη εμπειρία διακυβέρνησης είναι ότι τη “δεύτερη φορά αριστερά” θα πρέπει να ελεγχθούν οι “αρμοί της εξουσίας” τις έχει διατυπώσει πρώτος ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας, κι έχουν ακολουθήσει στο ίδιο πνεύμα κι άλλα στελέχη. Εξού και το κύμα συμπαράστασης υπέρ του που κινδυνεύει να διχάσει το κόμμα. Διότι λέει όσα πιστεύει μεγάλο μέρος του. Για να μη μιλήσουμε για τις πρόσφατες φρικώδεις δηλώσεις του ευρωβουλευτή του, Κώστα Αρβανίτη που ταύτισε τις απόψεις του Κυριάκου Μητσοτάκη περί αριστείας, με τους Ναζί και την Άρια φυλή, και όπου η κομματική ηγεσία δεν έδειξε καν να συγκινείται, όπως στην περίπτωση Πολάκη.
Το πρόβλημα δεν ήταν ο Πολάκης αυτός καθαυτός. Το κόμμα της αντιπολίτευσης έχει σε αυτή την κρίσιμη προεκλογική στιγμή ένα άλλο μείζον πρόβλημα να διαχειριστεί, γεγονός που ίσως εξηγεί και τον δεύτερο λόγο για τον οποίο θυσιάστηκε ο προβεβλημένος τομεάρχης Διαφάνειας: είναι η ομόφωνη και τελεσίδικη καταδίκη του πρώην υπουργού Νίκου Παππά από το δικαστήριο για την υπόθεση των τηλεοπτικών αδειών, με την εμπλοκήτου επιχειρηματία Χρ. Καλογρίτσα στο παρασκηνιακό παιχνίδι.
Η ενοχή υπήρξε αδιαμφισβήτητη αλλά βάρυνε ακόμη πιο πολύ ότι η απόφαση ήταν ομόφωνη και από τους 13 δικαστές που συμμετείχαν στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο. Και αφορούσε ακριβώς την απόπειρα ελέγχου των αρμών της “4ης εξουσίας”, δηλαδή του Τύπου. Η περίπτωση Παππά είναι προφανώς πολύ πιο επονείδιστη πολιτικά για τον ΣΥΡΙΖΑ από εκείνη του Πολάκη, αφού δεν περιορίστηκε σε απειλές όπως ο “αψύς Κρητικός”, αλλά επιχείρησε να τις εφαρμόσει και στην πράξη. Από τη στιγμή μάλιστα που ο Αλέξης Τσίπρας αποφάσισε να έχει εκ νέου υποψήφιο τον Νίκο Παππά, και το κόμμα σύσσωμο τον υπερασπίστηκε ανοικτά, ο ΣΥΡΙΖΑ καλείται να διεξάγει μια προεκλογική εκστρατεία κατά την οποία θα είναι διαρκώς εκτεθειμένος στην κατηγορία ότι συμπεριλαμβάνει στις τάξεις του ένα καταδικασμένο κορυφαίο στέλεχός του.
Έτσι, η απομάκρυνση Πολάκη, που έφερε την ταμπέλα του ακραίου, έρχεται να λειτουργήσει ιδανικά ως η θυσία μιας “Ιφιγένειας” η οποία επιδιώκει να εξαγνίσει πρόσκαιρα το κόμμα από όσα ακραία έχει κατά καιρούς πράξει, δίχως να χρειάζεται να απολογηθεί γι' αυτά. Ποιος δεν θα την αποδώσει στο δήθεν ηγετικό εκτόπισμα του Τσίπρα;
Θα αναρωτηθεί κανείς, βέβαια: ακόμη και αν ο ΣΥΡΙΖΑ τον απέπεμψε λειτουργώντας τακτικιστικά, δεν είναι ένα κέρδος για την δημοκρατική τάξη όταν απομακρύνονται από τα κόμματα όσοι έχουν την τάση να ξεπερνούν τα όρια; Αυτό ισχύει, είναι αλήθεια, υπό την έννοια ότι η πολιτική δεν είναι μόνο λέξεις που μπορεί κανείς να εκφέρει χωρίς συνέπειες διότι αυτές είναι στην ουσία “πράξεις”, καθότι παράγονται από τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς μιας κοινωνίας. Και όταν ο φορέας μιας εξουσίας, όπως ο Πολάκης έχει αναγάγει σταθερά την πολιτική σε κυνήγι των κεφαλών των αντιπάλων του, υπάρχει θέμα δημοκρατικής νομιμότητας, ακόμη κι αν δεν υπάρχει νομικό ζήτημα για την στάση του.
Όμως, το πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν ποτέ αποκλειστικά ο Πολάκης. Δεν γέννησε ο Πολάκης τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά το αντίστροφο. Το κίνημα των Αγανακτισμένων το οποίο υιοθετήθηκε ολόκληρο από το κόμμα αυτό της Αριστεράς ήταν που γέννησε τους Πολάκηδες, οι οποίοι είναι φυσικά περισσότεροι από ένας. Στην πραγματικότητα, έχουν πλέον υπερβεί το δίπολο Αριστεράς – Δεξιάς, επικοινωνώντας περισσότερο με την διεθνή ενός αριστεροδέξιου, συνωμοσιολογικού και καταγγελτικού εθνολαϊκισμού τύπου Τραμπ που δηλητηριάζει τις Δημοκρατίες. Και η δομική στρέβλωση του ΣΥΡΙΖΑ και του ίδιου του Τσίπρα είναι ότι δεν μας έχει πείσει ότι έχει πάψει να βλέπει εκεί τη λύση, όχι το πρόβλημα.
Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος, Καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου
Η ενοχή υπήρξε αδιαμφισβήτητη αλλά βάρυνε ακόμη πιο πολύ ότι η απόφαση ήταν ομόφωνη και από τους 13 δικαστές που συμμετείχαν στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο. Και αφορούσε ακριβώς την απόπειρα ελέγχου των αρμών της “4ης εξουσίας”, δηλαδή του Τύπου. Η περίπτωση Παππά είναι προφανώς πολύ πιο επονείδιστη πολιτικά για τον ΣΥΡΙΖΑ από εκείνη του Πολάκη, αφού δεν περιορίστηκε σε απειλές όπως ο “αψύς Κρητικός”, αλλά επιχείρησε να τις εφαρμόσει και στην πράξη. Από τη στιγμή μάλιστα που ο Αλέξης Τσίπρας αποφάσισε να έχει εκ νέου υποψήφιο τον Νίκο Παππά, και το κόμμα σύσσωμο τον υπερασπίστηκε ανοικτά, ο ΣΥΡΙΖΑ καλείται να διεξάγει μια προεκλογική εκστρατεία κατά την οποία θα είναι διαρκώς εκτεθειμένος στην κατηγορία ότι συμπεριλαμβάνει στις τάξεις του ένα καταδικασμένο κορυφαίο στέλεχός του.
Έτσι, η απομάκρυνση Πολάκη, που έφερε την ταμπέλα του ακραίου, έρχεται να λειτουργήσει ιδανικά ως η θυσία μιας “Ιφιγένειας” η οποία επιδιώκει να εξαγνίσει πρόσκαιρα το κόμμα από όσα ακραία έχει κατά καιρούς πράξει, δίχως να χρειάζεται να απολογηθεί γι' αυτά. Ποιος δεν θα την αποδώσει στο δήθεν ηγετικό εκτόπισμα του Τσίπρα;
Θα αναρωτηθεί κανείς, βέβαια: ακόμη και αν ο ΣΥΡΙΖΑ τον απέπεμψε λειτουργώντας τακτικιστικά, δεν είναι ένα κέρδος για την δημοκρατική τάξη όταν απομακρύνονται από τα κόμματα όσοι έχουν την τάση να ξεπερνούν τα όρια; Αυτό ισχύει, είναι αλήθεια, υπό την έννοια ότι η πολιτική δεν είναι μόνο λέξεις που μπορεί κανείς να εκφέρει χωρίς συνέπειες διότι αυτές είναι στην ουσία “πράξεις”, καθότι παράγονται από τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς μιας κοινωνίας. Και όταν ο φορέας μιας εξουσίας, όπως ο Πολάκης έχει αναγάγει σταθερά την πολιτική σε κυνήγι των κεφαλών των αντιπάλων του, υπάρχει θέμα δημοκρατικής νομιμότητας, ακόμη κι αν δεν υπάρχει νομικό ζήτημα για την στάση του.
Όμως, το πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν ποτέ αποκλειστικά ο Πολάκης. Δεν γέννησε ο Πολάκης τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά το αντίστροφο. Το κίνημα των Αγανακτισμένων το οποίο υιοθετήθηκε ολόκληρο από το κόμμα αυτό της Αριστεράς ήταν που γέννησε τους Πολάκηδες, οι οποίοι είναι φυσικά περισσότεροι από ένας. Στην πραγματικότητα, έχουν πλέον υπερβεί το δίπολο Αριστεράς – Δεξιάς, επικοινωνώντας περισσότερο με την διεθνή ενός αριστεροδέξιου, συνωμοσιολογικού και καταγγελτικού εθνολαϊκισμού τύπου Τραμπ που δηλητηριάζει τις Δημοκρατίες. Και η δομική στρέβλωση του ΣΥΡΙΖΑ και του ίδιου του Τσίπρα είναι ότι δεν μας έχει πείσει ότι έχει πάψει να βλέπει εκεί τη λύση, όχι το πρόβλημα.
Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος, Καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ειδήσεις
Δημοφιλή
Σχολιασμένα