Μπορώ να έχω λίγο τον λογαριασμό; Kι έναν υπεύθυνο που θέλω να ρωτήσω;
Γιώργος Π. Κουντούρης

Γιώργος Π. Κουντούρης

Μπορώ να έχω λίγο τον λογαριασμό; Kι έναν υπεύθυνο που θέλω να ρωτήσω;

Είδα την πρόσφατη τηλεοπτική παρέμβαση της Άννας Διαμαντοπούλου

Αναγνώρισε ότι η κυβέρνηση έχει διατηρήσει μια εικόνα δημοσιονομικής σταθερότητας και διεθνούς αποδοχής, αλλά ταυτόχρονα υπογράμμισε ότι αυτή η οικονομική πολιτική αφορά ουσιαστικά ένα περιορισμένο τμήμα της κοινωνίας, ενώ η μεγάλη πλειονότητα δεν μετέχει ούτε στην αναδιανομή ούτε στην παραγόμενη ευημερία. Με άλλα λόγια, δεν είπε ότι η κυβέρνηση πέτυχε συνολικά· είπε ότι πέτυχε σε έναν κρίσιμο, αλλά μερικό, τομέα, και αποτυγχάνει να μετατρέψει τη μακροοικονομική εικόνα σε κοινωνική δικαιοσύνη. Το επιχείρημα της Διαμαντοπούλου επανασύστησε στο ακροατήριο ως πολιτική απαίτηση το αγωνιώδες μελωδικό trendy ερώτημα: Δώστε μου τον λογαριασμό των δημοσιονομικών «επιτευγμάτων» και πέστε μου του υπεύθυνο για τις ανισότητες, τη στεγαστική πίεση, τη φτωχοποίηση της μεσαίας τάξης και τη δυσκολία των πολλών να αισθανθούν ότι η «ανάπτυξη» τους περιλαμβάνει.

Και μετά… παρακολούθησα τις έντονες αντιδράσεις κάποιων συντρόφων της και την εφευρετική βάφτισή της ως « ύποπτης προς τα δεξιά αυτομόλησης».

Αν η παραπάνω δήλωση εισπράττεται από μερικούς ως προκλητική και αλληθωρίζουσα, είναι επειδή η ελληνική πολιτική ζωή έχει εθιστεί επί δεκαετίες σε έναν αντιπολιτευτικό αυτοματισμό: εφόσον κυβερνά ο αντίπαλος, η απάντηση πρέπει να είναι άρνηση καθ’ ολοκληρίαν. Πρόκειται για μια κουλτούρα που γιγαντώθηκε ιδιαίτερα κατά την περίοδο της κρίσης, όταν η δημόσια αντιπαράθεση μετατράπηκε σε διαγωνισμό καταγγελίας και όχι σε πεδίο εναλλακτικής διακυβέρνησης.

Η Ελλάδα πλήρωσε ακριβά, άλλωστε, τη δημαγωγική λογική της «πλατείας» και του «όλα λάθος, όλα να γκρεμιστούν». Η δεκαετία των μνημονίων απέδειξε ότι όταν η αντιπολίτευση επενδύει συστηματικά στην άρνηση της πραγματικότητας, τελικά είτε συντρίβεται από τα γεγονότα είτε αναγκάζεται, όταν έρθει στην εξουσία, να εφαρμόσει πολύ σκληρότερες εκδοχές όσων κατήγγελλε. Η κοινωνική αναγκαιότητα δεν εκδικείται· απλώς αδιαφορεί για τα συνθήματα.

Η αναστάτωση που προκλήθηκε στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ μετά τις δηλώσεις Διαμαντοπούλου αποκαλύπτει ένα βαθύτερο πρόβλημα. Στην ελληνική δημόσια ζωή εξακολουθεί να θεωρείται πιο «καθαρό» να καταγγέλλεις τα πάντα παρά να αξιολογείς με ακρίβεια. Είναι ευκολότερο να μιλά κανείς με όρους ηθικής καταδίκης παρά με όρους πολιτικής ιεράρχησης. Όμως χωρίς αυτή τη διάκριση δεν υπάρχει σοβαρός δημόσιος λόγος· υπάρχει μόνο αντιπολιτευτική θεατρικότητα. Και συνήθως στο θέατρο επιλέγεις να δεις ένα έργο μόνο μια φορά.

Σε ένα κοινοβουλευτικό δημοκρατικό πολίτευμα, η αντιπολίτευση δεν είναι απλώς μηχανισμός άρνησης· είναι θεσμός ελέγχου, λογοδοσίας και ταυτόχρονα δυνητικής εναλλακτικής διακυβέρνησης. Αυτό σημαίνει ότι οφείλει να ασκεί το δικαίωμα, αλλά και το καθήκον, της κριτικής με όρους πολιτικής ευθύνης και όχι με όρους συνθηματολογικής θορυβώδους άρνησης.

Η αρχή αυτή συνδέεται με τον ίδιο τον πυρήνα του κοινοβουλευτισμού: η κυβέρνηση λογοδοτεί, η αντιπολίτευση ελέγχει, αλλά αμφότερες λειτουργούν εντός του ίδιου συνταγματικού πλαισίου και υπό την κοινή απαίτηση διασφάλισης της θεσμικής σταθερότητας.

Ας ειπωθεί καθαρά: η στάση «όχι σε όλα» δεν είναι δείγμα αγωνιστικότητας αλλά πολιτικής ανωριμότητας. Στερεί από την αντιπολίτευση την αξιοπιστία που χρειάζεται για να πείσει ότι μπορεί αύριο να κυβερνήσει διαφορετικά και καλύτερα. Αν δεν μπορείς να αναγνωρίσεις ούτε εκείνο που λειτουργεί, πώς θα πείσεις ότι ξέρεις τι πρέπει να διορθωθεί; Η άρνηση των δεδομένων είναι πάντα ο εύκολος δρόμος – αλλά η σύγχρονη δημοκρατία δεν οικοδομείται στον εύκολο δρόμο.

Κλείσιμο
Η δημοκρατία δεν χρειάζεται κόμματα που να φωνάζουν περισσότερο. Χρειάζεται κόμματα που να σκέφτονται καλύτερα, να επιχειρηματολογούν καθαρότερα και να αντιλαμβάνονται ότι η υπεύθυνη πολιτική δεν είναι η πολιτική του «ναι σε όλα», αλλά ούτε και η πολιτική του «όχι σε όλα». Είναι η πολιτική που ξέρει πού πρέπει να συναινεί, πού να αντιστέκεται και πού να προτείνει μια πιο δίκαιη εκδοχή του ίδιου εθνικού στόχου.

Σε αυτό το πλαίσιο, η στάση των πολιτικών που αρνούνται τον ρόλο του «επαγγελματία αρνητή» δεν είναι ένδειξη συμβιβασμού ή προδοτικό δείγμα προσχώρησης στην «άλλη πλευρά», αλλά απαίτηση για ανώτερο επίπεδο πολιτικής συζήτησης και θεσμικής ευθύνης, ιδίως σε ζητήματα οικονομικής πολιτικής όπου οι συνέπειες του λαϊκισμού είναι μακροχρόνιες και επώδυνες. Σε μια οικονομία που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε ευρωπαϊκές δεσμεύσεις και κοινωνικές ανάγκες, η πραγματική τομή δεν είναι το αν αναγνωρίζεις ή όχι τα δημοσιονομικά επιτεύγματα της κυβέρνησης, αλλά το πώς προτείνεις να τα μετατρέψεις σε δικαιότερη κοινωνική πραγματικότητα.

Κομβικό σημείο στη συζήτηση είναι αν οι διαχωριστικές γραμμές στην πολιτική θα χαράσσονται στη βάση αρχών και συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών ή στη βάση μηχανικών «αντι-» ταυτοτήτων, αν η αξιολόγηση των κυβερνητικών πολιτικών θα γίνεται με βάση κριτήρια αποτελεσματικότητας, νομιμότητας, κοινωνικής δικαιοσύνης και θεσμικής συνέχειας, και όχι με βάση την εκ των προτέρων απόρριψη ή αποδοχή τους, αν συμφωνήσουμε ότι η αναγνώριση των θετικών δεν αφαιρεί σε τίποτα από τη νομιμοποίηση της κριτικής, αλλά αντίθετα την ενισχύει, γιατί την καθιστά τόσο αξιόπιστη ώστε να νομιμοποιείται στο όνομα του Ελληνικού λαού να ζητάει …τον λογαριασμό.

Γιώργος Κουντούρης
Δικηγόρος στον Άρειο Πάγο
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Δείτε Επίσης