Διπλό ημίχρονο, άσος τελικό
Δεν έχει νόημα να κλαίνε γύρω από το χυμένο γάλα. Και είναι ανώφελο να ζητιανεύουν ψίχουλα κάτω από το τραπέζι με τα απομεινάρια.
Τι και αν μουρμουρίζουν από τη Γλασκώβη ως το Άμστερνταμ, από την Βαρσοβία ως τη Μόσχα, από τη Κωνσταντινούπολη ως τη Λισαβόνα; Τα ζάρια ρίχτηκαν από τους big spenders και τους «έκατσαν» εξάρες.
Αναπόφευκτα σε συνθήκες στέρησης από βραδιές γηπεδικής αίγλης και πρεστίζ θα βρεθούν και τα ποδοσφαιρικά κλαμπ από τη Αθήνα και το Πειραιά, τη Ρώμη και τη Νάπολη, τη Μασσαλία και τη Λυών, τη Σεβίλλη και τη Βαλένθια.
Το Παρίσι και το Μόναχο ταλαντεύτηκαν για λίγο μέχρι να τους πάρει κι αυτούς η μπάλα. Καληνύχτα, λοιπόν, λουσάτο Τσάμπιονς Λιγκ.
Οι αυτοβαφτισμένοι ως «κορυφαίοι» ευρωπαϊκοί σύλλογοι του επαγγελματικού ποδοσφαίρου διοργανώνουν πλέον το δικό τους κλειστό σούπερ πρωτάθλημα.
Σποραδικά θα καλούν στο ετήσιο πάρτι τους, εναλλάξ λιγοστούς, μετρημένους και ρέστους μουσαφίρηδες από τα λιμά των ευρωπαϊκών διοργανώσεων. Προφανώς για να υποδυθούν τους μεζέδες στο μενού του πλουσιοπάροχου δείπνου τους.
Το σχέδιο το είχαν ήδη από καιρό στα σκαριά. Το δρομολόγησαν τώρα ως εμβόλιο ανοσίας απέναντι στους ασφυκτικά στραγγαλισμένους προϋπολογισμούς τους. Φυσικά δίχως προηγούμενη διαβούλευση με παίκτες, διάλογο με οπαδούς και περιφρονώντας πλήρως τις διεθνείς ομοσπονδίες.
Σύμφωνοι, στο καρτέλ της αποκαλουμένης Ευρωπαϊκής Σούπερ Λίγκα κυριαρχεί η πλεονεξία, ο φαταουλισμός, η απληστία. Αλλά και οι διαχειριστές του διεθνούς ποδοσφαίρου δεν είναι τίποτε αγνοί, άσπιλοι, αμόλυντοι ιερομόναχοι με τρύπιες τσέπες και άδεια πορτοφόλια. Κάθε άλλο.
Άραγε για την ψυχή του αθλήματος η δήθεν μουδιασμένη σήμερα και υποτιθέμενα αδιάβλητη ΦΙΦΑ παρέδωσε τη διοργάνωση του Μουντιάλ στις ερήμους του Κατάρ;
Ή, μήπως η σώνει και καλά σοκαρισμένη, τάχα αδιάφθορη ΟΥΕΦΑ, που επιδίδεται τώρα σε βιβλικές απειλές κατά των «συνωμοτών» διάβαζε ευλαβικά την Αγία Γραφή όταν οι Μπλάτερ και Πλατινί αντάλλασσαν «μαύρο» χρήμα κάτω από το τραπέζι;
Κακά τα ψέματα. Η εκατέρωθεν υποκρισία ενθαρρύνει την αχαλίνωτη αλαζονεία. Πόσο μάλλον σε μια αρένα που έχει αλλάξει τόσο δραματικά ώστε είναι μάταιο να επικαλούνται οι ριγμένοι της υπόθεσης το φιλότιμο των φιλάθλων. Εδώ και χρόνια, άλλωστε, η συναισθηματική σύνδεση τους με το σύγχρονο ποδόσφαιρο είναι αναιμική.
Χάθηκαν ανεπιστρεπτί οι θρυλικές φιγούρες των γηπέδων με τις οποίες ταυτιζόταν ο μέσος οπαδός. Δεν υπάρχει πια ένας Ρόμπι Φάουλερ να εκδηλώνει έμπρακτα την αλληλεγγύη του στους απεργούς λιμενεργάτες του Λίβερπουλ.
Δεν υφίσταται πλέον ένας ο Τζίμι Γκριβς να γίνεται κάθε μέρα παρέα λιώμα μαζί με τους ξεσαλωμένους υποστηρικτές της ομάδας του πίνοντας 15 πίντες μπίρας στις παμπ του Βόρειου Λονδίνου.
Αναπόφευκτα σε συνθήκες στέρησης από βραδιές γηπεδικής αίγλης και πρεστίζ θα βρεθούν και τα ποδοσφαιρικά κλαμπ από τη Αθήνα και το Πειραιά, τη Ρώμη και τη Νάπολη, τη Μασσαλία και τη Λυών, τη Σεβίλλη και τη Βαλένθια.
Το Παρίσι και το Μόναχο ταλαντεύτηκαν για λίγο μέχρι να τους πάρει κι αυτούς η μπάλα. Καληνύχτα, λοιπόν, λουσάτο Τσάμπιονς Λιγκ.
Οι αυτοβαφτισμένοι ως «κορυφαίοι» ευρωπαϊκοί σύλλογοι του επαγγελματικού ποδοσφαίρου διοργανώνουν πλέον το δικό τους κλειστό σούπερ πρωτάθλημα.
Σποραδικά θα καλούν στο ετήσιο πάρτι τους, εναλλάξ λιγοστούς, μετρημένους και ρέστους μουσαφίρηδες από τα λιμά των ευρωπαϊκών διοργανώσεων. Προφανώς για να υποδυθούν τους μεζέδες στο μενού του πλουσιοπάροχου δείπνου τους.
Το σχέδιο το είχαν ήδη από καιρό στα σκαριά. Το δρομολόγησαν τώρα ως εμβόλιο ανοσίας απέναντι στους ασφυκτικά στραγγαλισμένους προϋπολογισμούς τους. Φυσικά δίχως προηγούμενη διαβούλευση με παίκτες, διάλογο με οπαδούς και περιφρονώντας πλήρως τις διεθνείς ομοσπονδίες.
Σύμφωνοι, στο καρτέλ της αποκαλουμένης Ευρωπαϊκής Σούπερ Λίγκα κυριαρχεί η πλεονεξία, ο φαταουλισμός, η απληστία. Αλλά και οι διαχειριστές του διεθνούς ποδοσφαίρου δεν είναι τίποτε αγνοί, άσπιλοι, αμόλυντοι ιερομόναχοι με τρύπιες τσέπες και άδεια πορτοφόλια. Κάθε άλλο.
Άραγε για την ψυχή του αθλήματος η δήθεν μουδιασμένη σήμερα και υποτιθέμενα αδιάβλητη ΦΙΦΑ παρέδωσε τη διοργάνωση του Μουντιάλ στις ερήμους του Κατάρ;
Ή, μήπως η σώνει και καλά σοκαρισμένη, τάχα αδιάφθορη ΟΥΕΦΑ, που επιδίδεται τώρα σε βιβλικές απειλές κατά των «συνωμοτών» διάβαζε ευλαβικά την Αγία Γραφή όταν οι Μπλάτερ και Πλατινί αντάλλασσαν «μαύρο» χρήμα κάτω από το τραπέζι;
Κακά τα ψέματα. Η εκατέρωθεν υποκρισία ενθαρρύνει την αχαλίνωτη αλαζονεία. Πόσο μάλλον σε μια αρένα που έχει αλλάξει τόσο δραματικά ώστε είναι μάταιο να επικαλούνται οι ριγμένοι της υπόθεσης το φιλότιμο των φιλάθλων. Εδώ και χρόνια, άλλωστε, η συναισθηματική σύνδεση τους με το σύγχρονο ποδόσφαιρο είναι αναιμική.
Χάθηκαν ανεπιστρεπτί οι θρυλικές φιγούρες των γηπέδων με τις οποίες ταυτιζόταν ο μέσος οπαδός. Δεν υπάρχει πια ένας Ρόμπι Φάουλερ να εκδηλώνει έμπρακτα την αλληλεγγύη του στους απεργούς λιμενεργάτες του Λίβερπουλ.
Δεν υφίσταται πλέον ένας ο Τζίμι Γκριβς να γίνεται κάθε μέρα παρέα λιώμα μαζί με τους ξεσαλωμένους υποστηρικτές της ομάδας του πίνοντας 15 πίντες μπίρας στις παμπ του Βόρειου Λονδίνου.
Ούτε είναι εν ζωή ο Γιόχαν Κροίφ να φουμάρει καθημερινά 5 πακέτα στην καθισιά του ανάβοντας το ένα τσιγάρο με την καύτρα του προηγούμενο στα αποδυτήρια στην ανάπαυλα του ημίχρονου. Περιττό να αναφερθεί η απώλεια του Μαραντόνα.
Κι ακόμη περισσότερο ποιος φίλαθλος διαμαρτυρήθηκε από την αρχή του νέου αιώνα όταν ακρίβυναν τα εισιτήρια διώχνοντας τους φτωχούς μεροκαματιαρήδες από τις κερκίδες; Ποιος διαφώνησε όταν τα διαρκείας έγιναν κτήμα των πολυεθνικών για να φιλοξενούν στα κρίσιμα ματς τους άσχετους πελάτες τους;
Ποιος αμφισβήτησε ή αντέδρασε μαζικά στο δικαίωμα των αλλοδαπών εξωτικών αφεντικών, των εξωχώριων funds, των φανταχτερών ολιγαρχών να αγοράσουν τις ομάδες τους;
Ποιος ακόμη από αυτούς γκρίνιαξε για την πλειονότητα ξένων στο ρόστερ, την απώλεια των εθνικών χαρακτηριστικών στη τεχνική τους, τις διαφημίσεις στις φανέλες που έγιναν μεγαλύτερες από το έμβλημα του συλλόγου.
Ολόκληρη Μπαρτσελόνα της οποίας η φράση «Més que un club»- «περισσότερο από ένα κλαμπ»- δεσπόζει στο γήπεδο της, έπεσε συνειδητά θύμα μιας ανεξέλεγκτα παγκοσμιοποιημένης εμπορευματοποίησης.
Στις εξέδρες του Καμπ Νου κάθονται πια λιγότεροι Καταλανοί φίλαθλοι από ό,τι Ινδοί, Κινέζοι και Άραβες καταναλωτές. Μποϋκοτάρισε ποτέ κανείς από το πιστό κοινό της Μπλαουγκράνα έστω κι ένα ματς της λόγω διακρίσεων εις βάρος του;
Και αφού κατάπιαν αμάσητα τα μεγαλειώδη περί υπέρογκων ταμείων, υπεραποδοτικών επενδύσεων, προσοδοφόρων τηλεοπτικών δικαιωμάτων, χλιδάτων μεταγραφών, χρυσών διαφημίσεων, αστρονομικών χορηγιών, χόρτασαν και από τις υποσχέσεις του «trickle-down-effect».
Εκείνων των δήθεν αυτοματισμών της φόρμουλας της προσφοράς που πλάσαραν τα «χρυσά αγόρια» των Reaganomics, τα οποία ορκίζονταν πως η ευημερία των πλουσίων διεθνών γιγάντων του σπορ διαχέεται αμέσως και στους πένητες των εθνικών πρωταθλημάτων.
Ίδια, δηλαδή, η Σίτυ του εμίρη με την όποια Τάουν του κάθε κακομοίρη. Όμοια η Γιούβε του βιομήχανου Ανιέλι με την Πάρμα του απατεώνα Μανέντι.
Λογικά, οι φαν μετά από τέτοια προσήλωση στην κατάποση φυκιών θα έφτανε η ώρα να χωνέψουν και μεταξωτές κορδέλες. Να πιστέψουν ότι τα 4 δισεκατομμύρια που παρέχει η- «φανατική» με το ποδόσφαιρο από τα παιδικά της χρόνια - JP Morgan θα κάνουν το άθλημα πιο ανταγωνιστικό και απείρως πιο συναρπαστικό προς αμοιβαία ωφέλεια απόρων και προνομιούχων.
Εξάλλου με κλειδωμένο το χοντρό χρηματικό «πακέτο» στο θησαυροφυλάκιο τους και νομικά θωρακισμένη την απαίτηση τους να μετατρέψουν το παιχνίδι σε ελιτίστικο ψυχαγωγικό θέαμα, ποιος θα πάει κόντρα στις ισχυρές ποδοσφαιρικές ανώνυμες εταιρείες. Οι υποβαθμισμένοι, οι περιθωριοποιημένοι και οι άφραγκοι με περιστασιακές πολιτικές αβάντες;
Ατυχώς, και η κουβέντα για τον αγέρωχο λαό του ποδοσφαίρου ο οποίος θα πάρει τις τύχες του αθλήματος στα χέρια του είναι πιο αδειανή και από ξεφούσκωτη τρίφυλλη μπάλα και πιο φάλτσα από στεκιά χωρίς τεμπεσίρι.
Αποτελεί ένα παρηγορητικό άλλοθι που πλασάρεται για να χρυσώσει το πικρό χάπι στους νοσταλγούς του σπορ που εξομοιώνουν την αλάνα με το Μαρακάνα, που τραγουδούσαν και οι Λοκομόντο.
Πάντα βέβαια υπάρχει το ενδεχόμενο η άπληστη μέλισσα να πνιγεί μέσα στο ίδιο της το μέλι, αλλά η πραγματικότητα αλλιώς προστάζει. Κανείς δεν είναι πια αθώος. Ούτε παραπατάει με αναστεναγμούς στα σύννεφα.
Οι ρεμβασμοί και οι ονειροπολήσεις για ένα ιδανικά ανταγωνιστικό, διεκδικητικό ποδόσφαιρο ανάμεσα σε μικρές και μεγάλες ομάδες με απρόσμενο αποτέλεσμα, σκοντάφτουν πάνω στο άφθονο χρήμα που κάνει την επιχειρηματική πιάτσα να γυρίζει.
Υπό αυτό το πρίσμα η αβεβαιότητα που συνοδεύει από γεννησιμιού του τον αθλητισμό βαθμιαία θα τείνει να εκλείψει. Όπως πάνε τα πράγματα, το υπερτεχνολογικό και υπερχρηματοδοτούμενο μέλλον του ποδοσφαίρου θα είναι, αν όχι μίζερο, τουλάχιστον ρουτινιάρικα προβλέψιμο ακόμη και για τους εκλεκτούς σνομπ θεατές του.
Αργά ή γρήγορα και το στοιχηματικό ποντάρισμα θα γίνει φορσέ με χαμηλές αποδόσεις. Στο παραδοσιακό ντέρμπι «Μπίζνες - Ρομαντισμός», ακόμη και το διπλό ημίχρονο θα είναι προσχηματικό. Μια και θα σημαίνει πια οριστικά και προαποφασισμένα άσος τελικό.
Κι ακόμη περισσότερο ποιος φίλαθλος διαμαρτυρήθηκε από την αρχή του νέου αιώνα όταν ακρίβυναν τα εισιτήρια διώχνοντας τους φτωχούς μεροκαματιαρήδες από τις κερκίδες; Ποιος διαφώνησε όταν τα διαρκείας έγιναν κτήμα των πολυεθνικών για να φιλοξενούν στα κρίσιμα ματς τους άσχετους πελάτες τους;
Ποιος αμφισβήτησε ή αντέδρασε μαζικά στο δικαίωμα των αλλοδαπών εξωτικών αφεντικών, των εξωχώριων funds, των φανταχτερών ολιγαρχών να αγοράσουν τις ομάδες τους;
Ποιος ακόμη από αυτούς γκρίνιαξε για την πλειονότητα ξένων στο ρόστερ, την απώλεια των εθνικών χαρακτηριστικών στη τεχνική τους, τις διαφημίσεις στις φανέλες που έγιναν μεγαλύτερες από το έμβλημα του συλλόγου.
Ολόκληρη Μπαρτσελόνα της οποίας η φράση «Més que un club»- «περισσότερο από ένα κλαμπ»- δεσπόζει στο γήπεδο της, έπεσε συνειδητά θύμα μιας ανεξέλεγκτα παγκοσμιοποιημένης εμπορευματοποίησης.
Στις εξέδρες του Καμπ Νου κάθονται πια λιγότεροι Καταλανοί φίλαθλοι από ό,τι Ινδοί, Κινέζοι και Άραβες καταναλωτές. Μποϋκοτάρισε ποτέ κανείς από το πιστό κοινό της Μπλαουγκράνα έστω κι ένα ματς της λόγω διακρίσεων εις βάρος του;
Και αφού κατάπιαν αμάσητα τα μεγαλειώδη περί υπέρογκων ταμείων, υπεραποδοτικών επενδύσεων, προσοδοφόρων τηλεοπτικών δικαιωμάτων, χλιδάτων μεταγραφών, χρυσών διαφημίσεων, αστρονομικών χορηγιών, χόρτασαν και από τις υποσχέσεις του «trickle-down-effect».
Εκείνων των δήθεν αυτοματισμών της φόρμουλας της προσφοράς που πλάσαραν τα «χρυσά αγόρια» των Reaganomics, τα οποία ορκίζονταν πως η ευημερία των πλουσίων διεθνών γιγάντων του σπορ διαχέεται αμέσως και στους πένητες των εθνικών πρωταθλημάτων.
Ίδια, δηλαδή, η Σίτυ του εμίρη με την όποια Τάουν του κάθε κακομοίρη. Όμοια η Γιούβε του βιομήχανου Ανιέλι με την Πάρμα του απατεώνα Μανέντι.
Λογικά, οι φαν μετά από τέτοια προσήλωση στην κατάποση φυκιών θα έφτανε η ώρα να χωνέψουν και μεταξωτές κορδέλες. Να πιστέψουν ότι τα 4 δισεκατομμύρια που παρέχει η- «φανατική» με το ποδόσφαιρο από τα παιδικά της χρόνια - JP Morgan θα κάνουν το άθλημα πιο ανταγωνιστικό και απείρως πιο συναρπαστικό προς αμοιβαία ωφέλεια απόρων και προνομιούχων.
Εξάλλου με κλειδωμένο το χοντρό χρηματικό «πακέτο» στο θησαυροφυλάκιο τους και νομικά θωρακισμένη την απαίτηση τους να μετατρέψουν το παιχνίδι σε ελιτίστικο ψυχαγωγικό θέαμα, ποιος θα πάει κόντρα στις ισχυρές ποδοσφαιρικές ανώνυμες εταιρείες. Οι υποβαθμισμένοι, οι περιθωριοποιημένοι και οι άφραγκοι με περιστασιακές πολιτικές αβάντες;
Ατυχώς, και η κουβέντα για τον αγέρωχο λαό του ποδοσφαίρου ο οποίος θα πάρει τις τύχες του αθλήματος στα χέρια του είναι πιο αδειανή και από ξεφούσκωτη τρίφυλλη μπάλα και πιο φάλτσα από στεκιά χωρίς τεμπεσίρι.
Αποτελεί ένα παρηγορητικό άλλοθι που πλασάρεται για να χρυσώσει το πικρό χάπι στους νοσταλγούς του σπορ που εξομοιώνουν την αλάνα με το Μαρακάνα, που τραγουδούσαν και οι Λοκομόντο.
Πάντα βέβαια υπάρχει το ενδεχόμενο η άπληστη μέλισσα να πνιγεί μέσα στο ίδιο της το μέλι, αλλά η πραγματικότητα αλλιώς προστάζει. Κανείς δεν είναι πια αθώος. Ούτε παραπατάει με αναστεναγμούς στα σύννεφα.
Οι ρεμβασμοί και οι ονειροπολήσεις για ένα ιδανικά ανταγωνιστικό, διεκδικητικό ποδόσφαιρο ανάμεσα σε μικρές και μεγάλες ομάδες με απρόσμενο αποτέλεσμα, σκοντάφτουν πάνω στο άφθονο χρήμα που κάνει την επιχειρηματική πιάτσα να γυρίζει.
Υπό αυτό το πρίσμα η αβεβαιότητα που συνοδεύει από γεννησιμιού του τον αθλητισμό βαθμιαία θα τείνει να εκλείψει. Όπως πάνε τα πράγματα, το υπερτεχνολογικό και υπερχρηματοδοτούμενο μέλλον του ποδοσφαίρου θα είναι, αν όχι μίζερο, τουλάχιστον ρουτινιάρικα προβλέψιμο ακόμη και για τους εκλεκτούς σνομπ θεατές του.
Αργά ή γρήγορα και το στοιχηματικό ποντάρισμα θα γίνει φορσέ με χαμηλές αποδόσεις. Στο παραδοσιακό ντέρμπι «Μπίζνες - Ρομαντισμός», ακόμη και το διπλό ημίχρονο θα είναι προσχηματικό. Μια και θα σημαίνει πια οριστικά και προαποφασισμένα άσος τελικό.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ειδήσεις
Δημοφιλή
Σχολιασμένα