Η Θεσσαλονίκη δύσκολα συμφωνεί σε κάτι. Για τον Σούλη συμφωνούσαν όλοι
Σταύρος Σουντουλίδης

Σταύρος Σουντουλίδης

Η Θεσσαλονίκη δύσκολα συμφωνεί σε κάτι. Για τον Σούλη συμφωνούσαν όλοι

Ο Σούλης Μαρκόπουλος κέρδισε κάτι δυσκολότερο από τίτλους και ρεκόρ: τον σεβασμό μιας ολόκληρης μπασκετικής πόλης

Η Θεσσαλονίκη δεν είναι η πιο εύκολη πόλη. Και ο μικρόκοσμος του μπάσκετ της ακόμη δυσκολότερος. ΠΑΟΚ, Άρης, Ηρακλής, διαφορετικές γειτονιές, διαφορετικές φανέλες, αντιπαλότητες που κουβαλούν δεκαετίες. Κι όμως, ο Σούλης Μαρκόπουλος κατάφερε κάτι που εδώ πάνω δεν χαρίζεται εύκολα σε κανέναν: την καθολική αποδοχή.

Την κέρδισε με τη στάση του, με όσα πέτυχε, με τις γνώσεις του, με την αγάπη του για το μπάσκετ. Κυρίως, όμως, με τον τρόπο του. Χαμηλόφωνος, μετρημένος, χωρίς δημόσιες σχέσεις και μεγάλα λόγια. Μπορούσες να διαφωνήσεις μαζί του για μια αλλαγή, ένα σύστημα, μια επιλογή. Δύσκολα μπορούσες να αμφισβητήσεις ότι απέναντί σου είχες έναν άνθρωπο που ήξερε μπάσκετ όσο λίγοι.

Για τους ΠΑΟΚτσήδες, βέβαια, ο Σούλης θα είναι για πάντα και ο προπονητής του Κόρατς. Ο νέος «head coach» που ανέλαβε ξαφνικά μια ομαδάρα (με Πρέλεβιτς, Κόρφα, Μπέρι, Σάβιτς, Μπουντούρη, Ρεντζιά, Γαλακτερό) τον Ιανουάριο του 1994 και λίγους μήνες αργότερα την οδήγησε σε μία από τις καλύτερες παραστάσεις ελληνικής ομάδας σε ευρωπαϊκό τελικό. Ίσως και την καλύτερη.

Το 91-100 επί της Στεφανέλ στην Τεργέστη, μετά το 75-66 της Θεσσαλονίκης, έφερε στον ΠΑΟΚ το Κύπελλο Κόρατς και έκανε τον Μαρκόπουλο τον πρώτο Έλληνα προπονητή της σύγχρονης εποχής που κατακτούσε ευρωπαϊκό τρόπαιο. Δεν είχε καν ξεκινήσει εκείνη τη σεζόν ως πρώτος προπονητής. Ήταν ο συνεργάτης του Ντούσαν Ίβκοβιτς και τις πρώτες ημέρες του 1994 ο Απόστολος Οικονομίδης τού εμπιστεύτηκε τα κλειδιά.

Το πρώτο επίσημο παιχνίδι του ήρθε στις 5 Ιανουαρίου απέναντι στη Ρεκοάρο Μιλάνο των Τζόρτζεβιτς, Ρίβα, Μενεγκίν και Σκονοκίνι. Εκείνο το βράδυ στο Αλεξάνδρειο ο Ουόλτερ «The Truth» Μπέρι είχε κέφια, πέτυχε 22 πόντους και ο Σούλης ξεκίνησε με νίκη, 71-67. Το πρώτο πέρασμά του από τον ΠΑΟΚ ολοκληρώθηκε με 26 νίκες σε 34 παιχνίδια και, πάνω απ’ όλα, με μια ευρωπαϊκή κούπα.

Έφυγε το καλοκαίρι του 1994, επέστρεψε τον Δεκέμβριο του 2005 και οι δρόμοι τους ενώθηκαν ξανά το 2009. Τότε άρχισε το μεγαλύτερο κεφάλαιο της κοινής ιστορίας τους.

Από το 2009 μέχρι το 2017 ο Μαρκόπουλος έμεινε οκτώ συνεχόμενα χρόνια στον ίδιο πάγκο. Σήμερα, που οι προπονητές πολλές φορές δεν προλαβαίνουν ούτε να ξεπακετάρουν τις βαλίτσες τους, ακούγεται σχεδόν εξωπραγματικό.

Κι όμως, εκείνη η οκταετία λέει ίσως περισσότερα για τον προπονητή Μαρκόπουλο ακόμη κι από τις κούπες.

Κλείσιμο
Ο ΠΑΟΚ εκείνων των χρόνων ζούσε με οικονομικά προβλήματα, περιορισμένα μπάτζετ και μια καθημερινότητα που πολλές φορές ήταν ανηφόρα. Έχανε παίκτες, άλλαζε δεδομένα, μετρούσε τα χρήματα και συχνά έπρεπε να βρει λύσεις εκεί όπου άλλοι θα έβλεπαν μόνο αδιέξοδο.

Οι ομάδες του Σούλη, όμως, ήταν σχεδόν πάντα εκεί. Ανταγωνιστικές, δουλεμένες, με αρχές και καλό μπάσκετ. Πάλευαν πολλές φορές με πέτρες απέναντι σε αντιπάλους που κρατούσαν... υπερόπλα στα χέρια τους. Κι εκείνος ξανά από την αρχή. Προπόνηση, βίντεο, πίνακας, σύστημα.

Οι τρίτες θέσεις του 2011, του 2014 και του 2015 μπορεί σήμερα να είναι απλώς τρεις γραμμές στο αρχείο του πρωταθλήματος. Για τον ΠΑΟΚ εκείνης της εποχής και για όσους έζησαν από κοντά τις συνθήκες, έμοιαζαν με μικρούς τίτλους. Ο Μαρκόπουλος παρέδιδε μαθήματα μπασκετικής νοικοκυροσύνης, πολλές φορές δουλεύοντας με πολύ λιγότερα από όσα άξιζε και κάτω από συνθήκες που μόνο εύκολες δεν μπορούσες να τις πεις.

Υπήρξε, όμως, και μια ιστορία που τον πίκρανε. Τον Οκτώβριο του 2014 ο Ολυμπιακός αναζητούσε τον διάδοχο του Γιώργου Μπαρτζώκα και στράφηκε στον Μαρκόπουλο. Ο Σούλης ήθελε να πάει. Ήθελε, έπειτα από τόσα χρόνια στους πάγκους, να δοκιμάσει τον εαυτό του στο υψηλότερο επίπεδο, να καθίσει σε πάγκο ομάδας της Euroleague.

Οι δύο πλευρές είχαν φτάσει πολύ κοντά, όμως εκείνος από την πρώτη στιγμή είχε ξεκαθαρίσει στους αδελφούς Αγγελόπουλους ότι υπήρχε ο ΠΑΟΚ. Είχε συμβόλαιο και δεν επρόκειτο να φύγει σαν να μην συνέβαινε τίποτα.

Όσα ακολούθησαν στη Θεσσαλονίκη ήταν έντονα. Η αντίδραση μερίδας οπαδών, η πίεση, η εμπλοκή των ανθρώπων του ΠΑΟΚ και όλα όσα έγιναν εκείνες τις ημέρες οδήγησαν τελικά στην παραμονή του. Ο Ολυμπιακός πήγε στον Γιάννη Σφαιρόπουλο και ο Μαρκόπουλος υπέγραψε νέο πενταετές συμβόλαιο με τον ΠΑΟΚ.

Το τι ακριβώς συνέβη τότε, ποιος μίλησε με ποιον, ο ρόλος του Μπάνε Πρέλεβιτς και η παρέμβαση του Ιβάν Σαββίδη είναι πράγματα που γνωρίζουν καλά όσοι βρέθηκαν μέσα στην ιστορία. Ένα είναι βέβαιο: ο Σούλης πικράθηκε. Κράτησε μέσα του το γεγονός ότι δεν του δόθηκε τελικά η ευκαιρία να δουλέψει στην Euroleague. Όπως κράτησε μέσα του και τον τρόπο με τον οποίο τελείωσε, τρία χρόνια αργότερα, η τελευταία θητεία του στον ΠΑΟΚ.

Δεν ήταν άνθρωπος που θα έβγαινε να φωνάξει γι’ αυτά. Δεν ήταν ο χαρακτήρας του.

Υπήρχε, βέβαια, κι ένας άλλος Σούλης. Μακριά από τα πινακάκια, τις άμυνες, τα σκριν και τις συνεντεύξεις Τύπου.

Η Σταματία ήταν η σταθερά του. Η γυναίκα που βρισκόταν δίπλα του σε ολόκληρη τη διαδρομή. Είχε παίξει και η ίδια μπάσκετ και ο αστικός μύθος της μπασκετικής Θεσσαλονίκης έλεγε ότι στο σπίτι των Μαρκόπουλων η κουβέντα για το άθλημα δεν σταματούσε ποτέ. Μπορούσε να φτάσει ακόμη και στα συστήματα της επόμενης ημέρας.

Δεν ξέρω πόσες οικογένειες συζητούσαν στο τραπέζι για pick and roll, αλλά για τη συγκεκριμένη δεν θα μου έκανε καμία εντύπωση.

Ο Χάρης πήρε τον δρόμο του πατέρα του. Αναγκάστηκε να σταματήσει πολύ νωρίς το μπάσκετ εξαιτίας ενός σοβαρού προβλήματος υγείας, πέρασε στην προπονητική, κάθισε δίπλα του στον πάγκο του ΠΑΟΚ και στη συνέχεια χάραξε τη δική του πορεία, που τα τελευταία χρόνια τον έβγαλε μέχρι τη μακρινή Κίνα.

Και η Νάνσυ ήταν το χαμόγελό του. Έφτιαξε τη δική της επιχείρηση σε ένα από τα πιο κεντρικά σημεία της Θεσσαλονίκης και κάθε φορά που ο πατέρας της περνούσε από εκεί, άλλαζε το πρόσωπό του. Το έβλεπες. Όπως το έβλεπες όταν μιλούσε για τα εγγόνια του, από τον Χάρη και τη Νάνσυ. Καμάρωνε και δεν είχε κανέναν λόγο να το κρύψει.

Ίσως τελικά εκεί να καταλάβαινες καλύτερα τον άνθρωπο Μαρκόπουλο από ό,τι σε οποιοδήποτε γήπεδο.

Ο τρόπος με τον οποίο τον αποχαιρέτησε το ελληνικό μπάσκετ λέει πολλά. ΠΑΟΚ, Άρης, Ηρακλής, ΑΕΚ, Ολυμπιακός, Παναθηναϊκός. Παίκτες, προπονητές, παράγοντες, άνθρωποι που βρέθηκαν απέναντί του και άνθρωποι που έζησαν χρόνια δίπλα του.

Ο Νίκος Γκάλης μίλησε για έναν «ευγενικό άνθρωπο κι εργάτη του basketball». Ο Μπάνε Πρέλεβιτς, που τον είχε προπονητή στην ομάδα του Κόρατς και πολλά χρόνια αργότερα τον έζησε ως πρόεδρος του ΠΑΟΚ, τον αποχαιρέτησε με λίγες λέξεις: «Στυλοβάτης της ομάδας, πάντα παρών όταν ο ΠΑΟΚ σε χρειαζόταν».

Αυτό ήταν, τελικά, ο Σούλης. Πάντα παρών.

Όποιος έχει ασχοληθεί έστω και λίγο με το μπάσκετ της Θεσσαλονίκης δεν πρόκειται να τον ξεχάσει. Γιατί ήταν κομμάτι μιας εποχής που άλλαξε, ενός αθλήματος που άλλαξε, μιας πόλης που επίσης άλλαξε. Εκείνος παρέμεινε μέχρι τέλους ο ίδιος. Χαμηλόφωνος, αξιοπρεπής, μπασκετικός.

Και κάπου στο μουσείο του ΠΑΟΚ θα βρίσκεται πάντα εκείνη η γραβάτα.

Η γραβάτα της Τεργέστης. Την φόρεσε ένα βράδυ. Μία φορά. Και γύρισε στη Θεσσαλονίκη κυπελλούχος Ευρώπης.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Best of Network

Δείτε Επίσης