Δολοφονία Πορτογάλου τουρίστα στην Αλβανία: Από μια παρατήρηση ξεκίνησε η συμπλοκή, τι κατέγραψαν οι κάμερες του κλαμπ
Νέα στοιχεία από τη δικογραφία των Αγίων Σαράντα αποκαλύπτουν τις κινήσεις του 20χρονου πριν από τη δολοφονία, την καταδίωξή του προς τη θάλασσα και όσα συνέβησαν αμέσως μετά – Τι κατέθεσαν οι φίλοι του και ο DJ του κλαμπ
Νέα στοιχεία για τη δολοφονία του 20χρονου Πορτογάλου τουρίστα Λουίς Μιγκέλ Βαρέλα Μέντες στο Εξαμίλι στους Αγίους Σαράντα της Αλβανίας φωτίζουν λεπτό προς λεπτό τα γεγονότα για το τι ακριβώς συνέβη την μοιραία νύχτα. Οι κάμερες ασφαλείας φέρεται να κατέγραψαν τη συμπλοκή, την καταδίωξη του 20χρονου προς τη θάλασσα και την επιστροφή του στην παραλία με εμφανή αίματα στα ρούχα του, ενώ λίγο αργότερα οι δράστες καταγράφονται να απομακρύνονται από το σημείο, επίσης με αίματα στα ρούχα τους.
Οι φίλοι του θύματος περιγράφουν το πως ξεκίνησε η ένταση μετά από μια παρατήρηση για τον θόρυβο και εξελίχθηκε σε συμπλοκή, με μάρτυρες να υποστηρίζουν ότι ο δράστης κρατούσε μαχαίρι και ότι τραυμάτισε αρχικά έναν από τους φίλους του Μέντες στο πόδι και στη συνέχεια επιτέθηκε θανάσιμα στον 20χρονο.
Την ίδια ώρα, ο DJ του κλαμπ που σημείωθηε η δολοφονία κατέθεσε ότι μετά το περιστατικό ο Σοκράτ Βάτα εμφανίστηκε καλυμμένος με αίματα, του ζήτησε να τον μεταφέρει στο νοσοκομείο και στη συνέχεια κατέβηκε από το αυτοκίνητο και διέφυγε τρέχοντας χωρίς παπούτσια.
Τι κατέγραψαν οι κάμερες ασφαλείας
Η δικογραφία της Εισαγγελίας τον Αγίων Σαράντα που παρουσιάζει το Top Channel, υπάρχει αναλυτική περιγραφή των όσων κατέγραψαν οι κάμερες ασφαλείας τις κρίσιμες στιγμές πριν από το φονικό. Η μοιραία συμπλοκή σημειώθηκε τα ξημερώματα της 18ης Αυγούστου, περίπου στις 05:15, στον χώρο γνωστού κλαμπ της περιοχής και της παρακείμενης παραλίας «Paradise».
Η έναρξη της συμπλοκής
Από το υλικό των καμερών προκύπτει ότι λίγο μετά τις 05:14 το πρωί αρκετοί άνθρωποι βγήκαν από τον χώρο του καταστήματος και κατευθύνθηκαν προς την παραλία. Μεταξύ αυτών βρισκόταν και το θύμα ο 20χρονος Λουίς Μέντες, ο οποίος φορούσε λευκή μπλούζα.
Περίπου ένα λεπτό αργότερα εμφανίζονται στον χώρο ο 29χρονος Σόκρατ Βάτα και ο Ντέιβιντ Χέρβεντ. Η κατάσταση φαίνεται να κλιμακώνεται γρήγορα, με τους εμπλεκόμενους να ανταλλάσσουν σπρωξίματα και χτυπήματα.
Στις 05:16:54, σύμφωνα με την περιγραφή του βίντεο στη δικογραφία, ο Βάτα κινείται τρέχοντας προς τον Ιμπραΐμ Λεμουά, ο οποίος πέφτει πάνω στις ξαπλώστρες. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα ο Λουίς Μέντες παρεμβαίνει και σπρώχνει τον Βάτα, με αποτέλεσμα εκείνος να πέσει στο έδαφος.
Η επίθεση στον 20χρονο
Στις 05:17:20 η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο βίαιη. Σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, ο Ντέιβιντ Χέρβεντ και ο Σόκρατ Βάτα επιτίθενται στον Λουίς Μέντες, ενώ ένας ακόμη άνδρας, ο Σουνάι Αχμάτ, επιχειρεί να βοηθήσει τον φίλο του και χτυπά τον Βάτα.
Το επόμενο λεπτό ο 20χρονος προσπαθεί να απομακρυνθεί από την επίθεση. Οι κάμερες φέρεται να καταγράφουν τον Μέντες να τρέχει προς τη θάλασσα και να μπαίνει στο νερό, σε μια προσπάθεια να ξεφύγει από τους ανθρώπους που τον καταδίωκαν. Ωστόσο, η προσπάθειά του να διαφύγει δεν σταματά τη βία.
Κλείσιμο
Στις 05:17:53 ο Μέντες πλησιάζει τη νότια πλευρά της παραλίας, όπου βρίσκονταν εργαζόμενοι του καταστήματος. Εκεί, σύμφωνα με τη δικογραφία, δέχεται νέα χτυπήματα και σπρώχνεται ξανά προς τη θάλασσα.
Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, στις 05:18:04, ο νεαρός βγαίνει από το νερό και κατευθύνεται προς τις ξαπλώστρες της παραλίας «Paradise». Στις εικόνες φαίνεται η λευκή μπλούζα του να είναι πλέον γεμάτη αίματα.
Ο Βάτα απομακρύνεται με αίματα στα ρούχα
Στις 05:18:24 ο Ντέιβιντ Χέρβεντ καταγράφεται να επιστρέφει προς τον εσωτερικό χώρο του κλαμπ. Σύμφωνα με την περιγραφή του υλικού, στο μπροστινό μέρος των ρούχων του υπάρχουν αίματα.
Περίπου δύο λεπτά αργότερα, στις 05:20:28, αποχωρεί και ο Σόκρατ Βάτα. Στη δικογραφία αναφέρεται ότι και η λευκή μπλούζα που φορούσε ήταν αιματοβαμμένη, ενώ πίσω του φαίνεται να κινείται ο εργαζόμενος Ίλντι Τσεκάνι.
«Πού είναι το αυτοκίνητο; Πήγαινέ με στο νοσοκομείο, γρήγορα» – Η κατάθεση του DJ για την απόδραση του Σοκράτ Βάτα
Την ίδια ώρα νέα στοιχεία από τη δικογραφία ρίχνουν φως στις κινήσεις του Βάτα μετά την δολοφονία. Σύμφωνα με την κατάθεση του DJ του κλαμπ, Αρμάντο Ζενέλι, ο οποίος εξετάστηκε ως πρόσωπο που είχε γνώση για την υπόθεση, όλα εκτυλίχθηκαν περίπου στις 05:00 τα ξημερώματα της 18ης Αυγούστου 2026.
Όπως φέρεται να κατέθεσε στις εισαγγελικές αρχές, αρχικά είδε άνδρες της ασφάλειας του καταστήματος να τρέχουν προς την είσοδο του κλαμπ. Λίγο αργότερα, ενώ βρισκόταν στην περιοχή του εστιατορίου, συνάδελφοί του εμφανίστηκαν αναστατωμένοι και του ζήτησαν να πάρει τον Σοκράτ Βάτα με το αυτοκίνητό του και να τον μεταφέρει στο νοσοκομείο.
«Πήγαινέ με στο νοσοκομείο, γρήγορα»
Σύμφωνα με την κατάθεση, ο Βάτα πλησίασε τον DJ καλυμμένος με αίματα, ενώ κρατούσε το χέρι του χαμηλά, στην περιοχή της κοιλιάς. Ο ίδιος φέρεται να του ζήτησε επανειλημμένα να τον μεταφέρει στο νοσοκομείο, λέγοντάς του να βιαστεί.
Ο Ζενέλι ενημέρωσε τον υπεύθυνο του καταστήματος και στη συνέχεια έτρεξε προς το πάρκινγκ για να πάρει το αυτοκίνητό του. Καθώς έβγαινε από τον χώρο, σύμφωνα με όσα περιγράφει στη δικογραφία, είδε ομάδα τουριστών να προσπαθεί να προσφέρει βοήθεια σε έναν άνθρωπο που βρισκόταν πεσμένος στο έδαφος.
Η διαδρομή προς το κέντρο υγείας και η φυγή
Ο DJ επέστρεψε με το αυτοκίνητο και ο Βάτα επιβιβάστηκε στο πίσω κάθισμα. Οι δύο άνδρες ξεκίνησαν με κατεύθυνση προς το Κέντρο Υγείας του Εξαμίλι. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής, σύμφωνα με την κατάθεση, ο Βάτα του ζήτησε να συνεχίσει ευθεία. Περίπου δύο με τρία λεπτά αργότερα, όταν έφτασαν σε δρόμο με καλντερίμι, του ζήτησε να σταματήσει.
Στη συνέχεια, ο 29χρονος φέρεται να κατέβηκε από το αυτοκίνητο και να απομακρύνθηκε τρέχοντας, χωρίς παπούτσια.
Ο DJ κατέθεσε ακόμη ότι, λίγα μέτρα μακριά από το σημείο όπου είχε σταματήσει το όχημα, είδε τον Βάτα να πετά με δύναμη κάτι στο έδαφος. Η κατάθεση δεν προσδιορίζει με βεβαιότητα τι ήταν το αντικείμενο αυτό.
Μετά το περιστατικό, ο Ζενέλι επέστρεψε στο σπίτι του, εμφανώς σοκαρισμένος από όσα είχαν προηγηθεί. Αργότερα, αφού ηρέμησε, επικοινώνησε με την Αστυνομία και ενημέρωσε τις Αρχές για όσα είχε δει.
«Με χτύπησε με μαχαίρι στο πόδι και μετά τον χτύπησε στην καρδιά»
Αποκαλυπτικές για το τι συνέβει εκεί την νύχτα είναι και οι καταθέσεις των φίλων του 20χρονου θύματος.
Οι φίλοι του 20χρονου περιγράφουν τις στιγμές που προηγήθηκαν της θανατηφόρας επίθεσης στο resort υποστηρίζοντας ότι η ένταση ξεκίνησε όταν άτομα που εργάζονταν στον χώρο τους ζήτησαν να σταματήσουν να κάνουν θόρυβο.
Ο Γάλλος υπήκοος Αντίμπ Γκάνμι, ο οποίος βρισκόταν μαζί με την παρέα του, φέρεται να κατέθεσε ότι η ομάδα αποτελούνταν από περίπου επτά άτομα και μετά το τέλος της διασκέδασης παρέμεινε στην παραλία.
Όπως περιγράφει, ένας άνδρας, τον οποίο αναγνώρισε ως Αλβανό που μιλούσε γαλλικά, πλησίασε την παρέα και άρχισε να προσβάλλει έναν από τους φίλους του. Ακολούθησε ένταση και στη συνέχεια, σύμφωνα με την κατάθεσή του, ένας δεύτερος άνδρας, ντυμένος στα λευκά και κρατώντας μαχαίρι, μπήκε στη συμπλοκή.
Ο μάρτυρας υποστηρίζει ότι το συγκεκριμένο άτομο χτύπησε αρχικά με το μαχαίρι τον φίλο του, Τουρπάλ Κιτάεφ, στο πόδικαι στη συνέχεια επιτέθηκε στον Λουίς Μιγκέλ, καταφέροντάς του χτύπημα στην περιοχή της καρδιάς.
Ο ίδιος μάρτυρας αναφέρει ότι μετά την επίθεση επικράτησε πανικός και αρκετοί άνθρωποι κατευθύνθηκαν προς το σημείο. Όπως υποστηρίζει, ο άνδρας με το μαχαίρι απείλησε και τα υπόλοιπα μέλη της παρέας.
«Με χτύπησε στο πόδι και με έβρισε»
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η κατάθεση του Τουρπάλ Κιτάεφ, ο οποίος τραυματίστηκε κατά τη διάρκεια της συμπλοκής. Σύμφωνα με την κατάθεσή του, δύο εργαζόμενοι του καταστήματος πλησίασαν την παρέα και τους ζήτησαν να μην φωνάζουν. Ο ένας από αυτούς, όπως υποστηρίζει, τον τράβηξε από το χέρι, ενώ κρατούσε μαχαίρι, και στη συνέχεια τον τραυμάτισε στο πόδι.
Ο Κιτάεφ αναφέρει ακόμη ότι ο άνδρας τον έβρυσε και ακολούθησε νέα αντιπαράθεση. Όπως περιγράφει, ο ίδιος προσπάθησε να αντιδράσει, ενώ στη συνέχεια στο σημείο έφτασαν και άλλα άτομα, με αποτέλεσμα η κατάσταση να μετατραπεί σε γενικευμένη συμπλοκή. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι ο Λουίς Μιγκέλ προσπάθησε να παρέμβει για να σταματήσει την επίθεση εναντίον του.
Ο Τουρπάλ Κιτάεφ αναφέρει ότι στη συνέχεια απομακρύνθηκε από το σημείο και, όταν επέστρεψε, είδε τον άνδρα που κρατούσε το μαχαίρι να απομακρύνεται. Σύμφωνα με την κατάθεσή του, ο άνδρας φορούσε λευκά ρούχα και το ρούχο του έφερε ίχνη αίματος. Ο ίδιος ξεκαθαρίζει ότι δεν είδε τη στιγμή κατά την οποία ο Λουίς Μιγκέλ δέχθηκε το θανατηφόρο χτύπημα.
Άλλος φίλος του θύματος, ο Ιμπραΐμ Λεϊμοέιβ, φέρεται να κατέθεσε ότι είδε τη στιγμή κατά την οποία ο Λουίς Μιγκέλ δέχθηκε την επίθεση και στη συνέχεια προσπάθησε να του παράσχει τις πρώτες βοήθειες, τοποθετώντας ένα ρούχο πάνω στο τραύμα.