Το
νέο πακέτο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι, για ακόμη μία φορά, μόνο οικονομική ανάσα για το Κίεβο. Είναι πολιτική παραδοχή ότι
ο πόλεμος μπαίνει σε μακρά φάση, ότι η διπλωματία έχει «παγώσει» και ότι η Ευρώπη καλείται πλέον να χρηματοδοτήσει όχι μόνο την επιβίωση της Ουκρανίας, αλλά και τη στρατιωτική της αντοχή.
Για μήνες, η Ευρώπη επέμενε να κρατά ανοιχτό το «κεφάλαιο» της ειρήνης.
Στήριξη στο Κίεβο, ναι. Κυρώσεις στη Μόσχα, επίσης. Αλλά πάντοτε με την προσδοκία -έστω και ρητορική- ότι κάπου στο βάθος θα μπορούσε να επανεμφανιστεί ένα παράθυρο διαπραγμάτευσης. Το νέο δάνειο των 106 δισ. δολαρίων (90 δισ. ευρώ) προς την Ουκρανία έρχεται να διαλύσει ακριβώς αυτή την ψευδαίσθηση.
Η απόφαση που ξεμπλόκαρε σήμερα,
μετά την άρση του ουγγρικού βέτο, δεν είναι ένα ακόμη χρηματοδοτικό πακέτο. Είναι μια στρατηγική δήλωση. Και η δήλωση αυτή λέει κάτι εξαιρετικά απλό: η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν πιστεύει ότι
ο πόλεμος τελειώνει σύντομα. Αντιθέτως,
προετοιμάζεται για ένα μακρύ, ακριβό και βαθιά επικίνδυνο μέτωπο, στο οποίο η Ουκρανία θα χρειαστεί όχι μόνο δημοσιονομική υποστήριξη, αλλά και σταθερή στρατιωτική χρηματοδότηση με ορίζοντα ετών.
Αυτό φαίνεται ήδη από τη δομή του ίδιου του πακέτου. Σε αντίθεση με προηγούμενες ευρωπαϊκές δεσμεύσεις, η νέα χρηματοδότηση είναι σαφώς στραμμένη προς την άμυνα. Περίπου 70 δισ. δολάρια προορίζονται για στρατιωτικές ανάγκες, για συστήματα αεράμυνας, για παραγωγή drones, για την ενίσχυση μιας πολεμικής προσπάθειας που δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως μεταβατική φάση, αλλά ως νέα κανονικότητα.
Η Ευρώπη καλύπτει το κενό των ΗΠΑ
Η ΕΕ δεν χρηματοδοτεί απλώς την Ουκρανία, επειδή θέλει να τη στηρίξει. Τη χρηματοδοτεί, επειδή αντιλαμβάνεται ότι το αμερικανικό κενό δεν είναι ούτε προσωρινό ούτε διαχειρίσιμο. Το δεδομένο ότι η αμερικανική βοήθεια κατέρρευσε σχεδόν ολοκληρωτικά,
με πτώση 99% το προηγούμενο έτος, αλλάζει όλη την εξίσωση. Για χρόνια, η Ευρώπη μπορούσε να εμφανίζεται ως ο σταθερός αλλά όχι αποφασιστικός εταίρος, γνωρίζοντας ότι το στρατηγικό βάρος παρέμενε τελικά στην Ουάσινγκτον. Σήμερα, αυτό δεν ισχύει.
Η κυβέρνηση Τραμπ όχι μόνο δεν ενίσχυσε ουσιαστικά το Κίεβο, αλλά ούτε και άσκησε στη Μόσχα την πίεση που πολλοί Ευρωπαίοι περίμεναν για να υπάρξει σοβαρός συμβιβασμός. Έτσι, η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε μια πραγματικότητα που για καιρό προσπαθούσε να καθυστερήσει: αν θέλει η Ουκρανία να συνεχίσει να αντιστέκεται, πρέπει να πληρώσει η ίδια τον λογαριασμό -σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα και για πολύ μεγαλύτερο διάστημα.
Δεν είναι τυχαίο ότι, μαζί με το δάνειο των 90 δισ. ευρώ (106 δισ. σε δολάρια),
υπάρχει ήδη η προσδοκία για επιπλέον 117 δισ. από τον μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό της Ένωσης όταν τα πρώτα αυτά κεφάλαια εξαντληθούν. Το μήνυμα είναι σαφές. Οι Βρυξέλλες δεν σχεδιάζουν για μήνες. Σχεδιάζουν έως το 2029.
Η ειρήνη παγώνει, ο πόλεμος θεσμοθετείται...
Η δεύτερη μεγάλη αλήθεια πίσω από το πακέτο είναι ότι
οι ειρηνευτικές συνομιλίες, τουλάχιστον στη σημερινή μορφή τους, δεν παράγουν απολύτως τίποτα. Η Ρωσία δεν έχει αποδεχθεί κατάπαυση του πυρός. Η αμερικανική διαμεσολάβηση έχει χάσει βάθος και πολιτικό βάρος. Και η εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών σε νέο πόλεμο στη Μέση Ανατολή μετατοπίζει εκ των πραγμάτων την προσοχή, το διπλωματικό κεφάλαιο και τη στρατηγική ενέργεια της Ουάσιγκτον αλλού.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η στάση της ίδιας της Μόσχας. Όταν ο Σεργκέι Λαβρόφ δηλώνει ότι η επανέναρξη των συνομιλιών δεν αποτελεί κορυφαία προτεραιότητα για τη Ρωσία, ουσιαστικά αφαιρεί και το τελευταίο προπέτασμα αισιοδοξίας. Το Βερολίνο το λέει πλέον ανοιχτά. Η Ρωσία, κατά την ευρωπαϊκή ανάγνωση, δεν αντιμετώπισε ποτέ στα σοβαρά αυτές τις συνομιλίες.
Άρα η συζήτηση αλλάζει επίπεδο.
Δεν αφορά πλέον το πώς θα τελειώσει ο πόλεμος. Αφορά το πώς θα χρηματοδοτηθεί η διάρκειά του. Και αυτό είναι μια εξαιρετικά σκληρή παραδοχή για μια Ευρώπη που επί χρόνια οικοδομούσε την εξωτερική της ταυτότητα πάνω στην ιδέα της διαμεσολάβησης, της πολυμέρειας και της οικονομικής ισχύος ως εργαλείου αποτροπής. Τώρα, η οικονομική ισχύς παραμένει εργαλείο. Αλλά χρησιμοποιείται για να συντηρήσει έναν πόλεμο φθοράς.
Το Κίεβο επίσης αλλάζει στρατηγική
Το ίδιο το ουκρανικό πολιτικό σύστημα έχει προσαρμοστεί σε αυτή τη νέα πραγματικότητα. Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι δεν έκανε απλώς έναν τεχνικό ανασχηματισμό. Με την τοποθέτηση του Μιχαΐλο Φεντόροφ στο υπουργείο Άμυνας, έκανε μια στρατηγική επιλογή με ξεκάθαρο μήνυμα:
η Ουκρανία δεν περιμένει διπλωματική λύση στο άμεσο μέλλον και επενδύει σε μια πολεμική αρχιτεκτονική που θα βασίζεται όλο και περισσότερο στην τεχνολογία, στα drones, στην αεράμυνα και στη στοχευμένη φθορά της ρωσικής πολεμικής μηχανής.
Η λογική του Φεντόροφ δεν είναι λογική τελικής νίκης με την κλασική έννοια. Είναι λογική επιβολής κόστους. Να γίνει ο πόλεμος τόσο ασύμφορος για τη Μόσχα, ώστε κάποια στιγμή να αναγκαστεί να δεχθεί μια διευθέτηση. Πρόκειται για στρατηγική άρνησης και εξάντλησης, όχι για στρατηγική θεαματικής ανατροπής.
Αυτό έχει σημασία. Διότι και το ίδιο το ευρωπαϊκό δάνειο εντάσσεται σε αυτή τη φιλοσοφία. Το πρώτο κύμα εκταμίευσης, με 33 δισ. για στρατιωτικές ανάγκες και 20 δισ. για μη στρατιωτικές δαπάνες μέσα στον πρώτο χρόνο, δεν στοχεύει στην «ανασυγκρότηση μετά τον πόλεμο». Στοχεύει στην ικανότητα της Ουκρανίας να αντέξει μέσα στον πόλεμο.
Η αναφορά ότι τα πρώτα χρήματα μπορεί να φτάσουν στα τέλη Μαΐου ή στις αρχές Ιουνίου για να χρηματοδοτήσουν παραγωγή drones είναι απολύτως ενδεικτική. Η Ευρώπη δεν επενδύει σε ένα μεταπολεμικό σχέδιο. Επενδύει στην άμεση πολεμική παραγωγή.
Τα drones, η αεράμυνα και η νέα ουκρανική εξίσωση
Η Ουκρανία δηλώνει ότι παράγει ήδη σχεδόν 1.000 drones ημερησίως. Αν τα νέα ευρωπαϊκά χρήματα επιτρέψουν τον διπλασιασμό αυτής της παραγωγής, τότε η βοήθεια δεν θα έχει μόνο λογιστική σημασία. Θα μεταφραστεί απευθείας σε επιχειρησιακή ανθεκτικότητα.
Εδώ ακριβώς συναντιούνται η τεχνολογική λογική του νέου υπουργού Άμυνας και η στρατηγική στροφή της Ε.Ε. Η Ουκρανία θέλει να κλείσει τον ουρανό της, να αυξήσει το κόστος κάθε ρωσικής επίθεσης, να απορροφά πιο αποτελεσματικά τα πλήγματα και, ταυτόχρονα, να μπορεί να πλήττει οικονομικούς στόχους εντός της ρωσικής επικράτειας -κυρίως την πετρελαϊκή υποδομή που τροφοδοτεί τα έσοδα της Μόσχας.
Αυτό δεν ισοδυναμεί με μια θεαματική μεταβολή του μετώπου. Ισοδυναμεί όμως με μια σταδιακή μετατόπιση της ισορροπίας αντοχής. Και στις συγκρούσεις αυτής της διάρκειας, η αντοχή συχνά μετρά περισσότερο από τις στιγμιαίες εδαφικές κινήσεις.
Το πρόβλημα του λογαριασμού
Υπάρχει όμως και η πιο δύσκολη πλευρά της ιστορίας. Το νέο δάνειο, όσο μεγάλο κι αν είναι, δεν λύνει οριστικά το πρόβλημα. Το μεταθέτει, το διαχειρίζεται, το απλώνει χρονικά -αλλά δεν το εξαφανίζει. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση υπολογίζει ότι το πακέτο θα καλύψει περίπου τα δύο τρίτα των εξωτερικών χρηματοδοτικών αναγκών της Ουκρανίας για τα επόμενα δύο χρόνια. Το υπόλοιπο θα πρέπει να καλυφθεί από άλλους θεσμούς, όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Και ακόμη κι έτσι, υπάρχει μια βαθιά εσωτερική αναντιστοιχία στους αριθμούς.
Ο επίσημος ουκρανικός προϋπολογισμός μιλά για 66 δισ. δολάρια στρατιωτικών δαπανών φέτος. Το υπουργείο Άμυνας, όμως, έχει ήδη πει ότι για να εφαρμοστεί πραγματικά η στρατηγική αναχαίτισης της Ρωσίας, απαιτούνται περίπου 120 δισ. δολάρια. Πρόκειται για τεράστια διαφορά. Και αυτή η διαφορά δείχνει ότι το σημερινό πακέτο, αν και καθοριστικό, είναι μόνο ένας από τους κρίκους μιας πολύ μεγαλύτερης αλυσίδας. Με άλλα λόγια, η Ευρώπη αγοράζει χρόνο αλλά όχι λύση.
Η Ουγγαρία, ο αγωγός και η γεωπολιτική των βέτο
Αξίζει επίσης να σημειωθεί τι ακριβώς μπλόκαρε αυτή τη χρηματοδότηση μέχρι τώρα. Όχι κάποιο μεγάλο ιδεολογικό ρήγμα εντός της Ένωσης. Όχι κάποια θεμελιώδης επαναδιαπραγμάτευση του ευρωπαϊκού δόγματος για την Ουκρανία. Αλλά ένα απτό, σκληρό, εθνικό συμφέρον: ο αγωγός που μεταφέρει ρωσικό πετρέλαιο μέσω ουκρανικού εδάφους προς την Ουγγαρία.
Η Βουδαπέστη κράτησε το χαρτί της χρηματοδότησης συνδεδεμένο με τη ροή του πετρελαίου. Μόλις το Κίεβο ολοκλήρωσε τις επισκευές και η ροή αποκαταστάθηκε, το βέτο αποσύρθηκε. Η εικόνα αυτή συμπυκνώνει και τη βαθύτερη αλήθεια της σημερινής Ευρώπης: η στρατηγική αλληλεγγύη υπάρχει, αλλά περνά πάντα μέσα από το φίλτρο της εθνικής ενεργειακής και πολιτικής σκοπιμότητας.
Και ακριβώς επειδή αυτή η αλληλεγγύη δεν είναι αυτόματη, κάθε νέο πακέτο αποκτά ακόμα μεγαλύτερη βαρύτητα όταν τελικά εγκρίνεται. Δεν είναι μόνο αποτέλεσμα πολιτικής βούλησης. Είναι προϊόν υπέρβασης των εσωτερικών ευρωπαϊκών τριβών.
Η επόμενη φάση του πολέμου δεν θα κριθεί μόνο στο μέτωπο
Η μεγάλη εικόνα είναι ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία περνά σε νέα φάση. Όχι επειδή αλλάζει ριζικά το στρατιωτικό μέτωπο σήμερα, αλλά επειδή αλλάζει το χρηματοδοτικό, πολιτικό και στρατηγικό του υπόβαθρο. Η Ευρώπη αποδέχεται ότι η σύγκρουση δεν θα λυθεί σύντομα. Το Κίεβο οργανώνεται σαν κράτος πολέμου διαρκείας. Και η Ρωσία, όσο δεν πιέζεται αποφασιστικά να διαπραγματευτεί, διατηρεί το περιθώριο να συνεχίζει μια στρατηγική φθοράς, ποντάροντας στην κόπωση του αντιπάλου.
Το ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι αν τα 106 δισ. είναι πολλά. Είναι. Το ερώτημα είναι αν είναι αρκετά για να αλλάξουν το πολιτικό νόημα του πολέμου. Προς το παρόν, η απάντηση είναι μάλλον όχι. Είναι αρκετά για να κρατήσουν την Ουκρανία όρθια και να της επιτρέψουν να πολεμήσει καλύτερα. Δεν είναι όμως αρκετά για να εγγυηθούν ότι η Ρωσία θα υποχρεωθεί σύντομα σε αναδίπλωση ή σε σοβαρό συμβιβασμό.
Η Ευρώπη, λοιπόν, κάνει αυτό που μπορεί να κάνει πιο άμεσα: αγοράζει χρόνο, οπλίζει την αντοχή του Κιέβου και στέλνει στη Μόσχα το μήνυμα ότι η Ουκρανία δεν θα μείνει χωρίς οξυγόνο. Αλλά μαζί με αυτό στέλνει και ένα δεύτερο, ίσως πιο βαρύ μήνυμα προς την ίδια της την κοινή γνώμη: ότι η ειρήνη δεν είναι προ των πυλών και ότι η στήριξη στην Ουκρανία δεν θα είναι ούτε σύντομη ούτε φθηνή.
Αυτό είναι το πραγματικό περιεχόμενο του νέου δανείου. Όχι μόνο χρήματα. Αλλά το τέλος των ψευδαισθήσεων.