Φυλάκιση δύο μηνών επειδή σκότωσε τον γάτο του γείτονα με σκουπόξυλο στην Κύπρο
Πρωτόδικα ο δράστης είχε καταδικαστεί με αναστολή αλλά το Εφετείο έκρινε ότι η σοβαρότητα της κακοποίησης δεν δικαιολογούσε αναστολή της ποινής - Ο καταδικασθείς οδηγείται στη φυλακή, πέντε χρόνια μετά το περιστατικό
Στη φυλακή οδηγείται Ελληνοκύπριος ο οποίος σκότωσεμε σκουπόξυλο τον γάτοτου γείτονά του στην Κύπρο, έπειτα από απόφαση του Εφετείου που ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση για αναστολή της ποινής του. Το Εφετείο αποφάσισε σήμερα, ότι η φυλάκιση δύο μηνών που του είχε επιβληθεί πρέπει να εκτελεστεί αμέσως, καθώς οι συνθήκες θανάτωσης του ζώου δεν δικαιολογούσαν την αναστολή της.
Η υπόθεση αφορά περιστατικό που σημειώθηκε στις 5 Αυγούστου 2021 και είχε προκαλέσει αντιδράσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ο καταδικασθείς Γ.Ν., ηλικίας 55 ετών κατά την πρωτόδικη διαδικασία, είχε παραδεχθεί την ενοχή του ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο μηνών, με τριετή αναστολή, γεγονός που σήμαινε ότι δεν φυλακιζόταν εφόσον τηρούσε τους όρους της αναστολής.
Ο Γενικός Εισαγγελέας διαφώνησε με την αντιμετώπιση της υπόθεσης και προσέφυγε στο Εφετείο, ζητώντας ουσιαστικά δύο πράγματα. Να κριθεί ανεπαρκής η διάρκεια της ποινής και να ακυρωθεί η αναστολή της.
Το Εφετείο δεν αποδέχθηκε ότι οι δύο μήνες φυλάκισης ήταν ανεπαρκείς ώστε να επιβάλλεται αύξησή τους. Έκρινε, ωστόσο, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε κάνει λάθος επιτρέποντας στον καταδικασθέντα να αποφύγει τη φυλακή.
Έτσι, πέντε και πλέον χρόνια μετά τη θανάτωση του γάτου, η ποινή αποκτά πραγματικό χαρακτήρα με την άμεση εκτέλεσή της.
Τον χτύπησε στο κεφάλι και τον πέταξε στα σκουπίδια
Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως καταγράφονται στην εφετειακή απόφαση, είναι ιδιαίτερα σκληρά. Στις 5 Αυγούστου 2021, ο Γ.Ν. θανάτωσε τον γάτο γείτονά του, καταφέροντάς του επανειλημμένα χτυπήματα στο κεφάλι με σκουπόξυλο.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που είχαν τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ο ιδιοκτήτης του ζώου ενημερώθηκε από άλλον γείτονα ότι ο κατηγορούμενος κρατούσε τον γάτο και τον χτυπούσε με αμβλύ αντικείμενο.
Καθώς επέστρεφε στο σπίτι του, πληροφορήθηκε ότι ο γάτος είχε πεταχτεί στα σκουπίδια. Όταν έφτασε, είδε το ζώο να σπαρταρά για μερικά δευτερόλεπτα, προτού πεθάνει.
Κλείσιμο
Το Εφετείο διευκρίνισε ότι στις καταθέσεις υπήρχαν και αντικρουόμενες εκδοχές για επιμέρους περιστατικά, τις οποίες δεν θεώρησε αναγκαίο να εξετάσει. Εκείνο που ήταν κοινώς αποδεκτό και δεν αμφισβητήθηκε ήταν ότι ο καταδικασθείς προκάλεσε τον θάνατο του γάτου με επανειλημμένα χτυπήματα στο κεφάλι χρησιμοποιώντας σκουπόξυλο.
Κατά την εκδίκαση της έφεσης, ο συνήγορος υπεράσπισης αναφέρθηκε σε τρία χτυπήματα, αναγνωρίζοντας πάντως ότι πρωτοδίκως είχαν γίνει αποδεκτά επανειλημμένα χτυπήματα.
Οι δικαστές στάθηκαν ιδιαίτερα τόσο στον τρόπο πρόκλησης του θανάτου όσο και στη μεταχείριση του ζώου αμέσως μετά.
Στην απόφαση επισημαίνεται ότι το ζώο υπέστη αμβλύ τραύμα στο κεφάλι, το οποίο προκάλεσε τον θάνατό του, ενώ ο καταδικασθείς ουσιαστικά το πέταξε τραυματισμένο στα σκουπίδια, όπου και πέθανε.
Το Εφετείο χαρακτήρισε τις ενέργειες αυτές ως πράξεις που «μόνο απαξία μπορούν να προκαλέσουν στον μέσο φιλήσυχο άνθρωπο».
Τα ελαφρυντικά που επικαλέστηκε
Κατά την πρωτόδικη διαδικασία, η υπεράσπιση είχε παρουσιάσει σειρά στοιχείων για τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του κατηγορουμένου.
Ο Γ.Ν. ήταν 55 ετών, διευθυντής εταιρείας βιολογικών καθαρισμών, με μηνιαίο εισόδημα περίπου €1.000. Είναι πατέρας τεσσάρων παιδιών, δύο εκ των οποίων ανήλικα, και αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες και χρέη.
Είχε λευκό ποινικό μητρώο και είχε παραδεχθεί το αδίκημα, ενώ η υπεράσπιση υποστήριξε ότι η πράξη του δεν αντιπροσώπευε τη γενικότερη συμπεριφορά του απέναντι στα ζώα.
Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε ότι διαχρονικά φρόντιζε, σεβόταν και αγαπούσε τα ζώα, χωρίς να έχει επιδείξει προηγουμένως ανάλογη συμπεριφορά.
Προβλήθηκε ακόμη ο ισχυρισμός ότι ο συγκεκριμένος γάτος προκαλούσε ενόχληση στην οικογένειά του, καθώς και ότι ο ίδιος βρισκόταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση εξαιτίας προσωπικών προβλημάτων.
Η υπεράσπιση επικαλέστηκε επίσης την αρνητική δημοσιότητα που είχε λάβει η υπόθεση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Όπως υποστηρίχθηκε, η δημοσιότητα αυτή είχε προκαλέσει στον καταδικασθέντα αίσθημα ντροπής, προβλήματα στην επιχειρηματική του δραστηριότητα και επιπρόσθετη ψυχολογική επιβάρυνση.
Το πρωτόδικο δικαστήριο έλαβε υπόψη τα ελαφρυντικά αυτά και αποφάσισε ότι, παρότι το αδίκημα απαιτούσε ποινή φυλάκισης, η έκτισή της μπορούσε να ανασταλεί για τρία χρόνια. Αυτή ακριβώς η δεύτερη απόφαση αποδείχθηκε λανθασμένη κατά την κρίση του Εφετείου.
Γιατί δεν αυξήθηκε η ποινή
Η Γενική Εισαγγελία υποστήριξε ότι η φυλάκιση δύο μηνών ήταν υπερβολικά επιεικής για τη βαρβαρότητα της πράξης.
Επικαλέστηκε τη σοβαρότητα του αδικήματος, την ανάγκη προστασίας των ανυπεράσπιστων ζώων και την ανάγκη επιβολής ποινών που να λειτουργούν αποτρεπτικά.
Κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος, ο νόμος προέβλεπε ποινή φυλάκισης μέχρι δώδεκα μήνες ή χρηματική ποινή ή και τις δύο ποινές.
Το Εφετείο συμφώνησε ότι τέτοιες πράξεις πρέπει να αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα, υπογραμμίζοντας την ανάγκη προστασίας των ζώων από την ανθρώπινη βιαιότητα.
Ωστόσο, εξήγησε ότι δεν έχει την εξουσία να αλλάζει μια ποινή απλώς επειδή θα επέλεγε διαφορετική διάρκεια φυλάκισης. Για να επέμβει, πρέπει η ποινή να είναι ολοφάνερα ανεπαρκής ή υπερβολική, ή να έχει διαπιστωθεί κάποιο ουσιαστικό νομικό σφάλμα.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι δικαστές έκριναν ότι, αν και η ποινή των δύο μηνών μπορούσε να χαρακτηριστεί επιεικής, δεν βρισκόταν έξω από τα αποδεκτά όρια.
Κατά συνέπεια, απέρριψαν τον πρώτο λόγο έφεσης και διατήρησαν αμετάβλητη τη διάρκεια της φυλάκισης.
Το πρωτόδικο δικαστηρίο
Διαφορετική ήταν η αντιμετώπιση του ζητήματος της αναστολής. Το Εφετείο διαπίστωσε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε εξηγήσει επαρκώς γιατί έκρινε δικαιολογημένη την αναστολή της ποινής.
Στην απόφασή του είχε αναφερθεί γενικά στο λευκό ποινικό μητρώο, την παραδοχή ενοχής, τις προσωπικές συνθήκες και τα υπόλοιπα ελαφρυντικά.
Το πρόβλημα, σύμφωνα με το Εφετείο, ήταν ότι χρησιμοποιήθηκαν ουσιαστικά τα ίδια στοιχεία τόσο για τον καθορισμό της διάρκειας της φυλάκισης όσο και για να δικαιολογηθεί η μη εκτέλεσή της.
Οι δικαστές εξήγησαν ότι άλλο είναι να λαμβάνεται υπόψη η προσωπική κατάσταση ενός καταδικασθέντος ώστε να μειώνεται η ποινή του και άλλο να αποφασίζεται ότι δεν πρέπει να εκτίσει την ποινή που του επιβλήθηκε.
Για την αναστολή απαιτείται ξεχωριστή αξιολόγηση όλων των περιστάσεων, ώστε να διαπιστωθεί αν δικαιολογείται να δοθεί στον καταδικασθέντα μια δεύτερη ευκαιρία εκτός φυλακής.
Στη συγκεκριμένη υπόθεση, το Εφετείο δεν διαπίστωσε ιδιαίτερες προσωπικές συνθήκες που να δικαιολογούν τέτοια μεταχείριση.
Αντίθετα, έκρινε ότι η βαρβαρότητα της πράξης και οι συνθήκες θανάτωσης του ζώου συνηγορούσαν εναντίον της αναστολής. Έκανε μάλιστα παρατήρηση για τον τρόπο με τον οποίο είχε συνταχθεί η πρωτόδικη απόφαση.
Όπως εξήγησε, η περιορισμένη καταγραφή των γεγονότων και η απουσία αναλυτικής αιτιολόγησης δυσχέραιναν τον έλεγχο της ορθότητας της απόφασης.
Το Εφετείο επισήμανε ότι οι δικαστικές αποφάσεις πρέπει να περιλαμβάνουν επαρκή ανάλυση των στοιχείων που οδήγησαν στο τελικό συμπέρασμα, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν η κρίση του Δικαστηρίου ήταν ορθή.
Μετά από πέντε χρόνια
Ένα ακόμη ενδιαφέρον σημείο της υπόθεσης αφορά τον χρόνο που μεσολάβησε από τη θανάτωση του γάτου μέχρι την τελική δικαστική απόφαση.
Το περιστατικό σημειώθηκε τον Αύγουστο του 2021, ενώ η απόφαση του Εφετείου εκδόθηκε στις 30 Οκτωβρίου 2026. Η υπεράσπιση επικαλέστηκε την πάροδο του χρόνου, επιδιώκοντας να ληφθεί υπόψη υπέρ του καταδικασθέντος.
Το Εφετείο εξέτασε την πορεία της πρωτόδικης διαδικασίας και διαπίστωσε ότι οι καθυστερήσεις δεν μπορούσαν να αποτελέσουν ελαφρυντικό υπέρ του.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του φακέλου, υπήρξαν καθυστερήσεις λόγω μη επίδοσης του κατηγορητηρίου, αλλά και επειδή ο κατηγορούμενος αρχικά δεν παραδεχόταν την ενοχή του, με αποτέλεσμα να ορίζονται ακροάσεις και να δίνονται αναβολές για λόγους που αφορούσαν την υπεράσπιση.
Η παραδοχή ενοχής έγινε τελικά στις 13 Ιουνίου 2023, σχεδόν δύο χρόνια μετά το περιστατικό. Ακολούθησαν νέες καθυστερήσεις, επειδή δεν είχε ετοιμαστεί η έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, λόγω μη ανταπόκρισης του ίδιου του κατηγορουμένου, όπως είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου.
Υπό αυτές τις συνθήκες, το Εφετείο έκρινε ότι η παρέλευση του χρόνου δεν μπορούσε να λειτουργήσει ευεργετικά για τον καταδικασθέντα.
Επιπλέον, δεν διαπιστώθηκαν νέα προσωπικά ή οικογενειακά δεδομένα που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν διαφορετική αντιμετώπιση.
Το Εφετείο, αποτελούμενο από τους δικαστές Μ. Αμπίζα, Στ. Χριστοδουλίδου-Μεσσίου και Ι. Στυλιανίδου, εξέδωσε ομόφωνη απόφαση, με την οποία έγινε μερικώς δεκτή η έφεση του Γενικού Εισαγγελέα.
Η απόφαση διατήρησε την ποινή φυλάκισης δύο μηνών, αλλά ακύρωσε την τριετή αναστολή που είχε χορηγηθεί πρωτοδίκως.
Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο διέταξε την άμεση εκτέλεση της ποινής από τις 30 Οκτωβρίου 2026.
Η απόφαση έχει ιδιαίτερη σημασία ως προς τη διάκριση μεταξύ της επιβολής μιας ποινής και της απόφασης να μην εκτελεστεί. Το Εφετείο ξεκαθάρισε ότι η αναστολή δεν αποτελεί αυτόματη συνέπεια του λευκού ποινικού μητρώου, της παραδοχής ενοχής ή των οικογενειακών δυσκολιών.
Απαιτείται να εξετάζεται και η σοβαρότητα της ίδιας της πράξης, καθώς και κατά πόσο η μη έκτιση της φυλάκισης εξυπηρετεί τους σκοπούς της ποινής.
Στην περίπτωση του γάτου που θανατώθηκε με επανειλημμένα χτυπήματα στο κεφάλι, το Εφετείο έκρινε ότι αυτό δεν συνέβαινε.
Η φυλάκιση των δύο μηνών, που αρχικά είχε ανασταλεί, θα πρέπει πλέον να εκτιθεί.
Η πρωτοβουλία του WHEN και της Ολυμπιακής Ζυθοποιίας περνά στην επόμενη φάση της, προσφέροντας τρίμηνη εξατομικευμένη καθοδήγηση σε 20 γυναίκες επιχειρηματίες του κλάδου HORECA.