Οι υποσχέσεις Τραμπ για τα F-35 στην Τουρκία, δεν απογειώνουν αεροσκάφη
Μανώλης Καλατζής

Μανώλης Καλατζής

Οι υποσχέσεις Τραμπ για τα F-35 στην Τουρκία, δεν απογειώνουν αεροσκάφη

Τιρκουάζ χαλί στο αεροδρόμιο, τιμητικό άγημα σε στάση προσοχής και ο Ερντογάν να περιμένει προσωπικά τον Τραμπ στον διάδρομο προσγείωσης. Η σκηνοθεσία της υποδοχής στην Άγκυρα, στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ, δεν ήταν τυχαία

Ο Αμερικανός πρόεδρος, λίγες ώρες αφότου πάτησε τουρκικό έδαφος, έκανε αυτό που κάνει σχεδόν κάθε φορά που βρίσκεται δίπλα στον Ταγίπ Ερντογάν… Υποσχέθηκε. «Θα άρουμε αυτές τις κυρώσεις CAATSA. Ήρθε η ώρα. Δεν θέλουμε να επιβάλλουμε κυρώσεις στους φίλους μας», δήλωσε, αφήνοντας παράλληλα ανοιχτό το ενδεχόμενο να αποφασίσει «σύντομα» για την επαναφορά της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35. Ο Ερντογάν, από την πλευρά του, δεν έχασε την ευκαιρία να θυμίσει πως έχει ήδη λάβει «δέσμευση» για πέντε αεροσκάφη, και πως ο Αμερικανός πρόεδρος «πάντα τηρεί τις υποσχέσεις του».

Η ιστορία, όμως, λέει διαφορετικά πράγματα και το ερώτημα που προκύπτει δεν είναι αν ο Τραμπ θέλει να δώσει στην Τουρκία τα F-35, αλλά αν μπορεί.

Οι ακροβατισμοί Ερντογάν με τους S-400

Η ιστορία ξεκινάει το 2017, όταν η Άγκυρα οριστικοποίησε τη συμφωνία για την αγορά του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400, παρακάμπτοντας τις προειδοποιήσεις της Ουάσιγκτον, ότι κάτι τέτοιο θα έθετε σε κίνδυνο τη συμμετοχή της στο πρόγραμμα των F-35. Η Ουάσιγκτον πρόσφερε στην Άγκυρα το αμερικανικό σύστημα Patriot με ευνοϊκότερους όρους αντιστάθμισης, αλλά ο Ερντογάν επέλεξε τη Μόσχα, ως μια επιλογή που εντάσσεται στη μακρόχρονη προσπάθειά του να χαράξει «ανεξάρτητη» εξωτερική πολιτική, ισορροπώντας ανάμεσα σε Δύση και Ρωσία. Είναι γνωστό αυτό που λέγεται για όσους προσπαθούν να ισορροπήσουν σε δύο βάρκες... και συνήθως δεν τα καταφέρνουν. Αυτό συνέβη και με τον Ερντογάν που βρέθηκε στη θάλασσα του νέου ψυχρού πολέμου.

Τον Ιούλιο του 2019 ξεκίνησε η παράδοση των πρώτων S-400 και η Ουάσιγκτον εκδίωξε αμέσως την Τουρκία από το πρόγραμμα των F-35, ενώ το Κογκρέσο ενέταξε στον αμυντικό προϋπολογισμό του 2020, διάταξη που απαγόρευε ρητά κάθε μεταφορά F-35 ή σχετικής τεχνολογίας στην Άγκυρα όσο η χώρα διατηρεί το ρωσικό σύστημα. Ο Τραμπ, στην πρώτη του θητεία, καθυστέρησε την επιβολή των κυρώσεων CAATSA επί 17 μήνες, επιδιώκοντας μια πολιτική λύση που δεν ήρθε ποτέ. Μόνο όταν το Κογκρέσο πέρασε με πλειοψηφία (για να ανατρέψει ενδεχόμενο βέτο) τον αμυντικό προϋπολογισμό του 2021 (322 υπέρ στη Βουλή, 81 στη Γερουσία) αναγκάστηκε να υπογράψει τις κυρώσεις, στις 14 Δεκεμβρίου 2020. Στο στόχαστρο βρέθηκε η τουρκική Προεδρία Αμυντικών Βιομηχανιών (SSB) και τέσσερα στελέχη της, με πάγωμα περιουσιακών στοιχείων, απαγόρευση εισόδου στις ΗΠΑ και αποκλεισμό από αμερικανικές εξαγωγικές άδειες.

Οι κυρώσεις CAATSA δεν αποτελεί απλή διοικητική απόφαση που μπορεί να ανακαλέσει ένας πρόεδρος των ΗΠΑ με μια υπογραφή. Ο ίδιος ο νόμος ψηφίστηκε το 2017 ακριβώς για να δεσμεύσει τα χέρια ενός προέδρου και τότε, ιδιαιτέρως του ίδιου του Τραμπ, ώστε να μην μπορεί μονομερώς να αίρει κυρώσεις κατά της Ρωσίας ή όσων συναλλάσσονται μαζί της. Ο πιο πρόσφατος αμυντικός προϋπολογισμός θέτει ρητά τους όρους άρσης. Η Άγκυρα πρέπει να εγκαταλείψει τους S-400 που ήδη έχει, να σταματήσει κάθε διαπραγμάτευση για δεύτερη συστοιχία και να δεσμευτεί ότι δεν θα αποκτήσει κάποιο διάδοχο σύστημα, όπως οι S-500.

Υπάρχει πρόβλημα και το ξέρει ο Τραμπ

Ο Τραμπ επανέλαβε στην Άγκυρα ότι θα «πάρει απόφαση» για τα F-35, «παρά τους περιορισμούς που έχουν τεθεί από το αμερικανικό Κογκρέσο», δήλωση που από μόνη της, προδίδει ότι υπάρχει πρόβλημα. Ο νόμος CAATSA προβλέπει ότι ο πρόεδρος μπορεί να αναβάλλει, να αναστείλει προσωρινά ή να εξαιρέσει συγκεκριμένα πρόσωπα από τις κυρώσεις, υπό αυστηρές προϋποθέσεις εθνικής ασφάλειας που πρέπει να τεκμηριώσει έναντι του Κογκρέσου. Δεν μπορεί, όμως, να τις καταργήσει μονομερώς όσο ισχύει η νομοθετική διάταξη που τις επιβάλλει. Η ρητή απαγόρευση μεταφοράς F-35 στην Τουρκία, εφόσον διατηρεί τους S-400, είναι εγγεγραμμένη σε ξεχωριστό νόμο (Section 1245 του NDAA FY2020), και δεν αποτελεί απλή διοικητική οδηγία.

Κλείσιμο
Αυτή ακριβώς είναι η «νάρκη» που επισημαίνεται από όλους τους αναλυτές που παρακολουθούν τα όσα συμβαίνουν στη σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα. Όποια κι αν είναι η προσωπική διάθεση του Τραμπ, ο ίδιος δεν είναι και τόσο εύκολο να παρακάμψει την απόφαση για τις κυρώσεις. Ο ίδιος ο Τούρκος υπουργός εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, το παραδέχτηκε έμμεσα όταν διέκρινε δύο ξεχωριστά ζητήματα. Η άρση της απαγόρευσης πώλησης των F-35 θα μπορούσε, είπε, να είναι «ευκολότερη» ως διοικητική απόφαση, αλλά μόνο αφού πρώτα αρθούν οι ίδιες οι κυρώσεις CAATSA, κάτι που απαιτεί νομοθετική διαδικασία μέσα από το Κογκρέσο.

Το προηγούμενο των κινητήρων KAAN δείχνει πόσο λεπτή είναι αυτή η γραμμή και πόσο εύκολα την πατάει η κυβέρνηση Τραμπ όταν το θεωρεί βολικό. Πριν λίγες μέρες, στις 24 Ιουνίου η κυβέρνηση Τραμπ κοινοποίησε στο Κογκρέσο την πρόθεσή της να πουλήσει στην Τουρκία περίπου 80 κινητήρες της General Electric, αξίας άνω των $700.000.000, για το τουρκικό μαχητικό αεροσκάφος KAAN και όχι για τα F-35. Ο δημοκρατικός βουλευτής Γκρέγκορι Μικς κατήγγειλε ανοιχτά ότι η κυβέρνηση τον ενημέρωσε πως θα «παρακάμψει τον έλεγχο του Κογκρέσου» για την πώληση, χαρακτηρίζοντας την κίνηση «ακραίως ανησυχητική» περιφρόνηση των εξουσιών του Κογκρέσου και η βουλευτής Ντίνα Τάιτους κατέθεσε κοινό ψήφισμα αποδοκιμασίας για να την ανατρέψει. Αν αυτή είναι η αντίδραση για κινητήρες ενός τουρκικού και όχι αμερικανικού, μαχητικού αεροσκάφους, είναι εύκολο να φανταστεί κανείς την ένταση που θα προκαλούσε μια απόπειρα μονομερούς άρσης των ίδιων των κυρώσεων CAATSA ή της απαγόρευσης για τα F-35.

Επαναλαμβανόμενες υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα

Αν κάτι χαρακτηρίζει τη σχέση Τραμπ - Ερντογάν γύρω από το ζήτημα των F-35, είναι η επανάληψη της ίδιας ιστορίας. Ήδη από το καλοκαίρι του 2019, στη σύνοδο των G-20 στην Οζάκα της Ιαπωνίας, ο Τραμπ είχε εκφραστεί δημόσια υπέρ της τουρκικής θέσης στο ζήτημα των S-400, φορτώνοντας την ευθύνη στην κυβέρνηση Ομπάμα. Δεκαεπτά μήνες αργότερα, αναγκάστηκε τελικά να υπογράψει το διάταγμα επιβολής κυρώσεων, παρά το ότι ήθελε να το αποφύγει. Φέτος τον Ιούνιο, λίγες εβδομάδες πριν από τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, ο Τραμπ άφησε να εννοηθεί ότι θα ενέκρινε την πώληση κινητήρων για τα τουρκικά αεροσκάφη ΚΑΑΝ και πιθανώς την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35. Χθες, στη συνάντηση με τον Ερντογάν στο Λευκό Παλάτι στην Άγκυρα, επανέλαβε ότι «ήρθε η ώρα» να αρθούν οι κυρώσεις, ενώ ώρες αργότερα, στη δική τους κατ' ιδίαν συνάντηση, δεσμεύτηκε εκ νέου, αυτή τη φορά αφήνοντας ανοιχτό και το ζήτημα των F-35. Ο Ερντογάν, σε κάθε στάδιο αυτής της διαδικασίας, εμφανίζεται να έχει ήδη εξασφαλίσει «υπόσχεση», για 5 αεροσκάφη, όπως είπε δημόσια στη Σύνοδο, επικαλούμενος προηγούμενη δέσμευση του Αμερικανού προέδρου.

Το μοτίβο πάντα το ίδιο. Δηλώσεις καλής θέλησης, αναβολές και νέες δηλώσεις. Καμία από τις υποσχέσεις αυτές δεν έχει ακόμη μεταφραστεί σε πραγματική άρση κυρώσεων ή σε παράδοση έστω και ενός αεροσκάφους. Η μόνη πραγματική κίνηση μέχρι στιγμής είναι η κοινοποίηση πώλησης κινητήρων για ένα τουρκικό, όχι αμερικανικό, μαχητικό αεροσκάφος.

Γιατί δεν ξεφορτώνεται η Άγκυρα τους S-400;

Εύλογα μπορεί να διερωτηθεί κάποιος, γιατί η Τουρκία δεν λύνει απλώς το πρόβλημα επιστρέφοντας τους S-400 στη Ρωσία; Η απάντηση είναι τόσο πολιτική, όσο και τεχνική. Πρώτον, η δημόσια εγκατάλειψη μιας αμυντικής επένδυσης πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων θα αποτελούσε πολιτική ήττα για τον Ερντογάν στο εσωτερικό, μετά από χρόνια ρητορικής περί «εθνικής κυριαρχίας» και ανεξάρτητης αμυντικής πολιτικής απέναντι στη Δύση. Δεύτερον, η επιστροφή ή η καταστροφή ενός λειτουργικού αντιαεροπορικού συστήματος δεν είναι μια απλή διαδικασία, καθώς απαιτεί τη συναίνεση και της ίδιας της Μόσχας, με την οποία η Άγκυρα διατηρεί σχέση αλληλεξάρτησης στον τομέα της ενέργειας, του εμπορίου και της διαχείρισης της κατάστασης στη Συρία. Τρίτον, η ρωσική πλευρά έχει κάθε συμφέρον να διατηρήσει το αγκάθι ανάμεσα στην Τουρκία και τη Δύση ζωντανό, ως απόδειξη ότι μπορεί να διεισδύσει στο ΝΑΤΟ, ακόμη κι όταν οι κυρώσεις εναντίον της είναι σε ισχύ.

Η ίδια η αμερικανική πλευρά, εξάλλου, έχει απορρίψει κάθε πρόταση «συνύπαρξης» των S-400 με δυτικά οπλικά συστήματα. Η θέση της Ουάσιγκτον, είναι αμετάβλητη και ξεκάθαρη εδώ και χρόνια. Το ρωσικό ραντάρ δίπλα σε αμερικανικό stealth μαχητικό σημαίνει ότι η Μόσχα αποκτά τη δυνατότητα να «μαθαίνει» το ηλεκτρομαγνητικό αποτύπωμα του F-35. Όσο η Τουρκία δεν προσφέρει αξιόπιστες εγγυήσεις ότι το σύστημα δεν θα ενεργοποιηθεί ή θα εξαφανιστεί οριστικά, το νομικό εμπόδιο παραμένει.

Το εμπόδιο Αθήνας -Τελ Αβίβ – Λευκωσίας

Την ίδια στιγμή που ο Τραμπ έδινε υποσχέσεις στην Άγκυρα, το Τελ Αβίβ έστηνε το δικό του διπλωματικό μπλόκο. Ο Βενιαμίν Νετανιάχου, σε συνέντευξή του στο Fox News λίγες ώρες πριν την αναχώρηση Τραμπ για την Τουρκία, εξαπέλυσε ασυνήθιστα σκληρή επίθεση κατά της Άγκυρας, αποκαλώντας το τουρκικό καθεστώς «μολυσμένο από τη Μουσουλμανική Αδελφότητα» και υπενθυμίζοντας ότι ο Ερντογάν «απειλεί ανοιχτά το Ισραήλ με καταστροφή» ενώ «κατέχει τη μισή Κύπρο». Η θέση του ήταν ξεκάθαρη. Ούτε F-35, ούτε κινητήρες για τα τουρκικά μαχητικά, γιατί κάτι τέτοιο θα «ανέτρεπε την ισορροπία δυνάμεων στη Μέση Ανατολή» που σήμερα εγγυάται η αεροπορική υπεροχή του Ισραήλ.

Το ισραηλινό βέτο όμως δεν είναι μεμονωμένο. Διακομματική ομάδα Αμερικανών βουλευτών, μαζί με τον ίδιο τον Νετανιάχου, πιέζουν την κυβέρνηση Τραμπ να παγώσει την πώληση, επικαλούμενοι κινδύνους για την ισραηλινή ασφάλεια αλλά και διαρροή πληροφοριών προς τη Ρωσία. Παράλληλα, ελληνοαμερικανικές οργανώσεις όπως το American Hellenic Institute και το Hellenic American Leadership Council κινητοποιούνται στην Ουάσιγκτον ζητώντας το ίδιο, επικαλούμενες τις παραβιάσεις της κυριαρχίας της Ελλάδας και της Κύπρου, από την Άγκυρα. Το ερώτημα που προκύπτει είναι αν αυτή η τριπλή πίεση από το Ισραήλ, την ελληνοαμερικανική κοινότητα και τους σκεπτικιστές του Κογκρέσου, αρκεί για να αντισταθμίσει τη γεωπολιτική βαρύτητα που αποδίδει σήμερα η Ουάσιγκτον στην Τουρκία, λόγω Ρωσίας, Μαύρης Θάλασσας και Μέσης Ανατολής.

Η απάντηση είναι πως κάτι τέτοιο δεν είναι σίγουρο. Ο ίδιος ο Τραμπ, μιλώντας δημόσια, έχει δηλώσει ότι σε πολλές περιπτώσεις η Τουρκία έδειξε «μεγαλύτερη αφοσίωση» από άλλους συμμάχους στους οποίους οι ΗΠΑ θα περίμεναν πίστη. Πρόκειται για δήλωση που, αν μη τι άλλο, δείχνει πόσο μακριά βρίσκεται ο Λευκός Οίκος από το να αντιμετωπίζει την Άγκυρα ως προβληματικό εταίρο, παρά τις σαφείς αντιρρήσεις των συμμάχων της Ουάσιγκτον στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή.

Η Ελλάδα βρίσκεται χρόνια μπροστά

Ενώ η Άγκυρα διαπραγματεύεται την επιστροφή της σε ένα πρόγραμμα από το οποίο αποβλήθηκε πριν 6 χρόνια, η Αθήνα έχει ήδη κλειδώσει τη θέση της. Η Ελλάδα αναμένεται να παραλάβει τα πρώτα της F-35 τον Νοέμβριο του 2029, τα οποία θα σταθμεύουν στην αεροπορική βάση της Ανδραβίδας, όπου ήδη κατασκευάζονται οι απαραίτητες υποδομές. Παράλληλα προχωράει η αναβάθμιση 83 αεροσκαφών F-16 σε έκδοση Viper, εκ των οποίων περισσότερα από 56 έχουν ήδη παραδοθεί και έχει εγκριθεί ο περαιτέρω εκσυγχρονισμός των υπολοίπων F-16 Block 50 της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας. Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας δεν έκρυψε την εκτίμηση ότι, με πάνω από εκατό F-16 Viper σε συνδυασμό με τα γαλλικά Rafale και τα F-35 που θα παραληφθούν το 2029, η Ελλάδα θα διαθέτει μία από τις ισχυρότερες αεροπορίες της Ευρώπης.

Ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης είπε πως η χώρα που το 2019 ήταν «απαξιωμένη» διεθνώς και χωρίς ισχυρή άμυνα, βρίσκεται σήμερα σε θέση να διαθέτει F-35 και αναβαθμισμένα F-16, «όταν η Τουρκία είναι εκτός αυτών των προγραμμάτων». Πρόκειται για μια ανατροπή ισχύος που δεν είναι απλώς συμβολική. Η Τουρκία διαθέτει σήμερα έναν στόλο περίπου 240 αεροσκαφών F-16, πολλά εκ των οποίων είναι γερασμένα, χωρίς πρόσβαση σε συστήματα 5ης γενιάς και χωρίς προοπτική άμεσης λύσης του προβλήματος όσο ισχύουν οι κυρώσεις. Το κενό αυτό επιχειρεί να καλύψει η ίδια η Άγκυρα με την κατασκευή των αεροσκαφών KAAN με αμφίβολο αποτέλεσμα.

Τα KAAN και η εξάρτηση τους από τις ΗΠΑ

Το αεροσκάφος KAAN, γνωστό αρχικά ως TF-X, παρουσιάζεται από την τουρκική προπαγάνδα ως απόδειξη αμυντικής αυτονομίας. Πραγματοποίησε την παρθενική του πτήση τον Φεβρουάριο του 2024 και η Τουρκία διαπραγματεύεται ήδη εξαγωγές, έχοντας υπογράψει μνημόνιο για 48 αεροσκάφη στην Ινδονησία, αξίας άνω των $10 δισεκατομμυρίων. Η αλήθεια, όμως, είναι πολύ διαφορετική από την προπαγάνδα. Τα πρώτα πρωτότυπα και οι πρώτες παρτίδες παραγωγής βασίζονται αποκλειστικά σε αμερικανικούς κινητήρες General Electric F110, τους ίδιους που εξοπλίζουν τα παλαιότερα τουρκικά F-16. Η τουρκική αμυντική βιομηχανία αναπτύσσει, θεωρητικά, τον δικό της κινητήρα TF35000, όμως μέχρι αυτός να θεωρείται αξιόπιστος για χρήση ίσως χρειαστούν πολλά χρόνια.

Αυτή η εξάρτηση από τους αμερικάνικους κινητήρες είναι το πιο μεγάλο πρόβλημα για την κατασκευή τουρκικού «εθνικού μαχητικού αεροσκάφους». Όσο δεν υπάρχει εγχώριος κινητήρας, το KAAN παραμένει, στην πράξη, όμηρος των αμερικανικών αδειών εξαγωγής και της διάθεσης του εκάστοτε προέδρου των ΗΠΑ να τις εγκρίνει. Η πρόσφατη κοινοποίηση πώλησης 80 κινητήρων F110 δεν αλλάζει αυτή την εικόνα, αλλά αντίθετα, την επιβεβαιώνει. Οι ΗΠΑ διατηρούν έτσι έναν ισχυρό μοχλό πίεσης πάνω στην τουρκική αμυντική βιομηχανία, ενώ ταυτόχρονα αποτρέπουν την Άγκυρα από το να στραφεί σε εναλλακτικές, μη δυτικές λύσεις. Το KAAN, όσο εντυπωσιακό κι αν φαίνεται στις δοκιμαστικές πτήσεις, δεν αλλάζει άμεσα τις ισορροπίες ισχύος στο Αιγαίο, καθώς παραμένει πρόγραμμα υπό διαμόρφωση, ενώ η ελληνική Πολεμική Αεροπορία χτίζει ήδη το επιχειρησιακό της μείγμα 5ης γενιάς.

Ο αναξιόπιστος σύμμαχος

Πέρα από το τεχνικό και νομικό αδιέξοδο των αμερικανικών κυρώσεων, υπάρχει ένα μεγαλύτερο πρόβλημα με την Άγκυρα. Μπορεί η Τουρκία να θεωρείται αξιόπιστος σύμμαχος της δυτικής συμμαχίας;

Η ίδια η τουρκική εξωτερική πολιτική, εδώ και χρόνια, παρουσιάζει τάσεις που δύσκολα συμβιβάζονται με την ιδιότητα της χώρας μέλους του ΝΑΤΟ. Η φιλοξενία στελεχών της Χαμάς στο τουρκικό έδαφος, οργάνωση που οι ΗΠΑ επίσημα χαρακτηρίζουν τρομοκρατική, είναι πλέον καταγεγραμμένη ακόμη και σε επιστολές αμερικανών βουλευτών προς το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, με αναφορές σε παροχή διαβατηρίων σε στελέχη της οργάνωσης και ανησυχίες για πιθανή δραστηριότητα Χαμάς και Χεζμπολάχ στην κατεχόμενη Κύπρο. Ο ίδιος ο Ερντογάν αρνήθηκε δημόσια να χαρακτηρίσει τη Χαμάς τρομοκρατική οργάνωση ακόμη και μετά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023, περιγράφοντάς την ως κίνημα «αντίστασης». Αναλυτές ισραηλινών μέσων, έχουν φτάσει στο σημείο να αναρωτιούνται δημόσια αν η Τουρκία εξελίσσεται σε «νέο Ιράν» για τη Δύση, ακριβώς λόγω αυτής της εικόνας. Είναι μέλος του ΝΑΤΟ που αγοράζει ρωσικά όπλα, φιλοξενεί τρομοκρατικά δίκτυα και επιδιώκει προσέγγιση με τους BRICS και τον Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η μόνιμη πηγή έντασης για την Ελλάδα και την Κύπρο. Η συνεχιζόμενη τουρκική στρατιωτική κατοχή του 37% του κυπριακού ευρωπαϊκού εδάφους για πάνω από μισό αιώνα, καθώς και η επαναλαμβανόμενη τουρκική ρητορική αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο, που έχει φτάσει στο casus belli (αιτία πολέμου) εναντίον χώρας μέλους του ίδιου στρατιωτικού οργανισμού στον οποίο ανήκει και η ίδια η Τουρκία, δεν μπορούν να παραβλέπονται. Το ερώτημα που κανείς στη Ουάσιγκτον δεν φαίνεται διατεθειμένος να απαντήσει δημόσια είναι, πώς μπορεί μια αμυντική συμμαχία να εξοπλίζει, με το πιο προηγμένο μαχητικό αεροσκάφος του κόσμου, μια χώρα που απειλεί με πόλεμο άλλο μέλος της ίδιας συμμαχίας και κατέχει στρατιωτικά έδαφος εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης;

Το ισχυρό «βέτο» του Ισραήλ

Η Σύνοδος Κορυφής της Άγκυρας ολοκληρώθηκε με την έγκριση κοινής διακήρυξης, ενώ η τύχη των τουρκικών F-35 θα παραμείνει, κατά πάσα πιθανότητα, εκκρεμής. Ο Τραμπ μπορεί να επαναλαμβάνει δημόσια τη διάθεσή του να «κάνει κάτι» για την Τουρκία, αλλά το νομικό πλαίσιο των κυρώσεων, ακριβώς για να μην μπορεί κανένας πρόεδρος να το παρακάμψει μονομερώς, παραμένει σε ισχύ. Η άρση των κυρώσεων CAATSA θα απαιτούσε είτε αξιόπιστη τουρκική υποχώρηση στο ζήτημα των S-400, κάτι που η Άγκυρα δεν έχει δείξει καμία πρόθεση να κάνει, είτε νέα νομοθετική πρωτοβουλία στο Κογκρέσο, όπου οι φωνές αντίδρασης, από Δημοκρατικούς αλλά και τμήμα των Ρεπουμπλικανών, παραμένουν ισχυρές.

Στο μεταξύ, η Ελλάδα και η Κύπρος βλέπουν το ισχυρότερο επιχείρημά τους να προβάλλεται, αυτή τη φορά, όχι από την Αθήνα ή τη Λευκωσία, αλλά από το Τελ Αβίβ. Το επιχείρημα που ίσως συγκρατήσει, προσωρινά, την τουρκική στρατιωτική αναβάθμιση δεν είναι η προάσπιση της ευρωπαϊκής κυριαρχίας στην Κύπρο και το Αιγαίο, αλλά ο φόβος του Ισραήλ μήπως χάσει την αεροπορική του υπεροχή στη Μέση Ανατολή.

* Ο Μανώλης Καλατζής είναι δημοσιογράφος, ανταποκριτής του protothema.gr στην Κύπρο 
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Best of Network

Δείτε Επίσης