Το «δεν σας φοβόμαστε» δεν φτάνει
Το «δεν σας φοβόμαστε» που πρόταξε η Νέα Δημοκρατία μετά τη φονική, εμπρηστική επίθεση στη Θεσσαλονίκη και τον θάνατο της Βάγιας Νέστορα είναι, προφανώς, ηθικά αναγκαίο
Μόνο που δεν είναι πολιτικά αρκετό. Για την ακρίβεια, είναι η μισή φράση. Η άλλη μισή, η δύσκολη, η ουσιαστική, είναι «και τι κάνατε τόσα χρόνια ώστε να μη φτάσουμε ως εδώ;». Διότι όταν μια οικογένεια στοχοποιείται επειδή συνδέεται πολιτικά με το κυβερνών κόμμα, όταν μια γυναίκα χάνει τη ζωή της ύστερα από επίθεση κουκουλοφόρων, όταν η πολιτική βία περνά από τον βανδαλισμό και τον τραμπουκισμό στο αίμα, τότε δεν αρκούν ούτε οι αναρτήσεις οργής ούτε οι αυτονόητες καταδίκες. Χρειάζεται απολογισμός, αλλαγή γραμμής και, κυρίως, σχέδιο.
Η κυβέρνηση έχει δίκιο όταν λέει ότι πρόκειται για δολοφονική βία, ότι η Δημοκρατία δεν μπορεί να ανέχεται οργανωμένες ομάδες που εκφοβίζουν, καίνε, σπάνε, απειλούν και στοχοποιούν ανθρώπους με βάση τις πολιτικές τους απόψεις. Το πρόβλημα είναι ότι ακούγονται πολύ καθαρά τώρα, μετά τον θάνατο. Ενώ για χρόνια η αντιμετώπιση του φαινομένου έμοιαζε να κινείται στη γνώριμη ελληνική σχολή του «να μη δώσουμε συνέχεια», «να μην το σηκώσουμε πολύ», «να μη γίνει μεγαλύτερη φασαρία». Μια κατευναστική λογική, που αντιμετώπιζε τις επιθέσεις των κουκουλοφόρων ως περίπου αναμενόμενη παρενέργεια του πολιτικού κλίματος, ως μια θορυβώδη αλλά διαχειρίσιμη υποσημείωση της δημόσιας ζωής. Μέχρι που η υποσημείωση έγινε νεκρολογία.
Ας είμαστε ειλικρινείς, το πρόβλημα δεν γεννήθηκε χθες, ούτε στη Θεσσαλονίκη εμφανίστηκε πρώτη φορά. Χρόνια τώρα, σπίτια πολιτικών, γραφεία βουλευτών, χώροι δημοσιογράφων, πανεπιστημιακών ή απλών πολιτών που εξέφρασαν αντίθετη άποψη μπαίνουν στο στόχαστρο. Προπηλακισμοί, συνθήματα, μπογιές, σπασίματα, γκαζάκια, απειλές, «επισκέψεις» έξω από κατοικίες. Μια σταδιακή κανονικοποίηση της βίας χαμηλής έντασης, η οποία θεωρήθηκε σχεδόν αναπόφευκτο συμπλήρωμα της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Η αλήθεια είναι ότι η κυβέρνηση φοβήθηκε το πολιτικό κόστος μιας συνολικής σύγκρουσης με τους φορείς αυτής της βίας. Προτίμησε συχνά να κατεβάσει το θέμα, να το κρατήσει χαμηλά, να το εντάξει στη λογική της αποσυμπίεσης. Μη φανεί ότι «ποινικοποιεί» συλλήβδην χώρους, μη δώσει αφορμή για νέο κύκλο έντασης, μη μετατρέψει τους τραμπούκους σε δήθεν διωκόμενους επαναστάτες του περιθωρίου. Κατανοητή ίσως ως πολιτική τακτική βραχυπρόθεσμα, αλλά καταστροφική ως στρατηγική μακροπρόθεσμα. Διότι η ανοχή, ακόμη και όταν βαφτίζεται ψυχραιμία, καταγράφεται από τους δράστες ως αδυναμία. Και η αδυναμία γεννά αποθράσυνση.
Το ίδιο μοτίβο φάνηκε και σε άλλες περιπτώσεις. Οταν έφτασαν στο σπίτι του Νίκου Χαρδαλιά, όταν χτυπήθηκαν σπίτια και γραφεία πολιτικών ή δημοσιογράφων που είχαν εκφράσει αντίθετη άποψη, δεν υπήρξε η κάθετη, σταθερή, ουσιαστική αντίδραση που θα έστελνε καθαρό μήνυμα ότι εδώ τελειώνει η ανοχή. Ειδικά στη Θεσσαλονίκη, η κατάσταση είναι γνωστή σε όποιον έχει στοιχειώδη επαφή με την πολιτική ζωή της πόλης. Δύσκολα θα βρει κανείς γραφείο βουλευτή ή πολιτευτή της Ν.Δ. που να μην έχει γίνει στόχος. Το φαινόμενο έχει διάρκεια, επανάληψη και σαφές πολιτικό αποτύπωμα. Δεν μιλάμε για μεμονωμένα ξεσπάσματα. Μιλάμε για μια κουλτούρα εκφοβισμού, για ένα παρακρατικό ύφος δράσης που θεωρεί θεμιτό να στοχοποιεί όποιον ανήκει στην «απέναντι» παράταξη. Η κυβέρνηση δεν μπορεί να παριστάνει τον έκπληκτο παρατηρητή. Γνώριζε. Είχε εικόνα. Είχε καταγγελίες, περιστατικά, επαναλήψεις, προειδοποιητικά σημάδια. Το ότι το πράγμα ξέφυγε ως τον θάνατο δεν είναι μόνο τραγωδία, είναι και κατάρρευση μιας γραμμής υποτίμησης του κινδύνου.
Θα ήταν άδικο να μη σημειωθεί ότι έγιναν βήματα. Η κυβέρνηση επιχείρησε σοβαρά να χτυπήσει τις καταλήψεις, να περιορίσει τη βία στα ΑΕΙ, να βάλει τέλος στην εικόνα των πανεπιστημίων ως ασύλων ανομίας. Και ειδικά στη Θεσσαλονίκη, όπου το πανεπιστημιακό πεδίο συνδέθηκε διαχρονικά με οργανωμένες εστίες βίας, η πίεση ήταν πραγματική. Μόνο που αυτή είναι, πράγματι, η μισή δουλειά. Διότι το ζητούμενο δεν είναι μόνο να καθαρίσουν τα campus ή να εκκενωθούν στέκια. Η Δημοκρατία δεν δοκιμάζεται μόνο όταν κινδυνεύει ένας υπουργός, δοκιμάζεται κυρίως όταν μένει απροστάτευτος ο ανώνυμος ή ο λιγότερο προβεβλημένος υποστηρικτής μιας πολιτικής παράταξης, ένας άνθρωπος που απλώς έχει μια ταυτότητα, μια θέση, μια δημόσια παρουσία.
Το σοκ δεν θα ξεπεραστεί εύκολα. Ούτε από τα στελέχη της Ν.Δ. ούτε από τους ψηφοφόρους και τους υποστηρικτές της, ιδίως σε προεκλογική περίοδο. Ο φόβος υπάρχει, ακόμη κι αν κανείς δεν θέλει να τον ομολογήσει δημοσίως. Η κυβέρνηση έχει τώρα μια τελευταία ευκαιρία να αλλάξει τακτική. Να αξιοποιήσει το σοκ που προκάλεσε ο θάνατος της Βάγιας Νέστορα, αλλά και την αποδοκιμασία που εκφράστηκε από την πλειοψηφία των κομμάτων της αντιπολίτευσης, ώστε να οικοδομήσει ένα ευρύτερο μέτωπο απέναντι στην πολιτική βία. Οχι για να κομματικοποιήσει την τραγωδία, αλλά για να φρενάρει επιτέλους το φαινόμενο. Αντί να περιοριστεί στο «δεν σας φοβόμαστε», οφείλει να περάσει στο πολύ πιο απαιτητικό «δεν θα σας αφήσουμε». Δεν θα σας αφήσουμε να μετατρέπετε τις γειτονιές σε πεδίο τρόμου. Δεν θα σας αφήσουμε να βαφτίζετε τη δειλία επαναστατικότητα. Δεν θα σας αφήσουμε να ορίζετε τα όρια του πολιτικού διαλόγου με γκαζάκια, μπογιές, απειλές, ακόμη και φόνους.
Η κυβέρνηση έχει δίκιο όταν λέει ότι πρόκειται για δολοφονική βία, ότι η Δημοκρατία δεν μπορεί να ανέχεται οργανωμένες ομάδες που εκφοβίζουν, καίνε, σπάνε, απειλούν και στοχοποιούν ανθρώπους με βάση τις πολιτικές τους απόψεις. Το πρόβλημα είναι ότι ακούγονται πολύ καθαρά τώρα, μετά τον θάνατο. Ενώ για χρόνια η αντιμετώπιση του φαινομένου έμοιαζε να κινείται στη γνώριμη ελληνική σχολή του «να μη δώσουμε συνέχεια», «να μην το σηκώσουμε πολύ», «να μη γίνει μεγαλύτερη φασαρία». Μια κατευναστική λογική, που αντιμετώπιζε τις επιθέσεις των κουκουλοφόρων ως περίπου αναμενόμενη παρενέργεια του πολιτικού κλίματος, ως μια θορυβώδη αλλά διαχειρίσιμη υποσημείωση της δημόσιας ζωής. Μέχρι που η υποσημείωση έγινε νεκρολογία.
Ας είμαστε ειλικρινείς, το πρόβλημα δεν γεννήθηκε χθες, ούτε στη Θεσσαλονίκη εμφανίστηκε πρώτη φορά. Χρόνια τώρα, σπίτια πολιτικών, γραφεία βουλευτών, χώροι δημοσιογράφων, πανεπιστημιακών ή απλών πολιτών που εξέφρασαν αντίθετη άποψη μπαίνουν στο στόχαστρο. Προπηλακισμοί, συνθήματα, μπογιές, σπασίματα, γκαζάκια, απειλές, «επισκέψεις» έξω από κατοικίες. Μια σταδιακή κανονικοποίηση της βίας χαμηλής έντασης, η οποία θεωρήθηκε σχεδόν αναπόφευκτο συμπλήρωμα της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Η αλήθεια είναι ότι η κυβέρνηση φοβήθηκε το πολιτικό κόστος μιας συνολικής σύγκρουσης με τους φορείς αυτής της βίας. Προτίμησε συχνά να κατεβάσει το θέμα, να το κρατήσει χαμηλά, να το εντάξει στη λογική της αποσυμπίεσης. Μη φανεί ότι «ποινικοποιεί» συλλήβδην χώρους, μη δώσει αφορμή για νέο κύκλο έντασης, μη μετατρέψει τους τραμπούκους σε δήθεν διωκόμενους επαναστάτες του περιθωρίου. Κατανοητή ίσως ως πολιτική τακτική βραχυπρόθεσμα, αλλά καταστροφική ως στρατηγική μακροπρόθεσμα. Διότι η ανοχή, ακόμη και όταν βαφτίζεται ψυχραιμία, καταγράφεται από τους δράστες ως αδυναμία. Και η αδυναμία γεννά αποθράσυνση.
Το ίδιο μοτίβο φάνηκε και σε άλλες περιπτώσεις. Οταν έφτασαν στο σπίτι του Νίκου Χαρδαλιά, όταν χτυπήθηκαν σπίτια και γραφεία πολιτικών ή δημοσιογράφων που είχαν εκφράσει αντίθετη άποψη, δεν υπήρξε η κάθετη, σταθερή, ουσιαστική αντίδραση που θα έστελνε καθαρό μήνυμα ότι εδώ τελειώνει η ανοχή. Ειδικά στη Θεσσαλονίκη, η κατάσταση είναι γνωστή σε όποιον έχει στοιχειώδη επαφή με την πολιτική ζωή της πόλης. Δύσκολα θα βρει κανείς γραφείο βουλευτή ή πολιτευτή της Ν.Δ. που να μην έχει γίνει στόχος. Το φαινόμενο έχει διάρκεια, επανάληψη και σαφές πολιτικό αποτύπωμα. Δεν μιλάμε για μεμονωμένα ξεσπάσματα. Μιλάμε για μια κουλτούρα εκφοβισμού, για ένα παρακρατικό ύφος δράσης που θεωρεί θεμιτό να στοχοποιεί όποιον ανήκει στην «απέναντι» παράταξη. Η κυβέρνηση δεν μπορεί να παριστάνει τον έκπληκτο παρατηρητή. Γνώριζε. Είχε εικόνα. Είχε καταγγελίες, περιστατικά, επαναλήψεις, προειδοποιητικά σημάδια. Το ότι το πράγμα ξέφυγε ως τον θάνατο δεν είναι μόνο τραγωδία, είναι και κατάρρευση μιας γραμμής υποτίμησης του κινδύνου.
Θα ήταν άδικο να μη σημειωθεί ότι έγιναν βήματα. Η κυβέρνηση επιχείρησε σοβαρά να χτυπήσει τις καταλήψεις, να περιορίσει τη βία στα ΑΕΙ, να βάλει τέλος στην εικόνα των πανεπιστημίων ως ασύλων ανομίας. Και ειδικά στη Θεσσαλονίκη, όπου το πανεπιστημιακό πεδίο συνδέθηκε διαχρονικά με οργανωμένες εστίες βίας, η πίεση ήταν πραγματική. Μόνο που αυτή είναι, πράγματι, η μισή δουλειά. Διότι το ζητούμενο δεν είναι μόνο να καθαρίσουν τα campus ή να εκκενωθούν στέκια. Η Δημοκρατία δεν δοκιμάζεται μόνο όταν κινδυνεύει ένας υπουργός, δοκιμάζεται κυρίως όταν μένει απροστάτευτος ο ανώνυμος ή ο λιγότερο προβεβλημένος υποστηρικτής μιας πολιτικής παράταξης, ένας άνθρωπος που απλώς έχει μια ταυτότητα, μια θέση, μια δημόσια παρουσία.
Το σοκ δεν θα ξεπεραστεί εύκολα. Ούτε από τα στελέχη της Ν.Δ. ούτε από τους ψηφοφόρους και τους υποστηρικτές της, ιδίως σε προεκλογική περίοδο. Ο φόβος υπάρχει, ακόμη κι αν κανείς δεν θέλει να τον ομολογήσει δημοσίως. Η κυβέρνηση έχει τώρα μια τελευταία ευκαιρία να αλλάξει τακτική. Να αξιοποιήσει το σοκ που προκάλεσε ο θάνατος της Βάγιας Νέστορα, αλλά και την αποδοκιμασία που εκφράστηκε από την πλειοψηφία των κομμάτων της αντιπολίτευσης, ώστε να οικοδομήσει ένα ευρύτερο μέτωπο απέναντι στην πολιτική βία. Οχι για να κομματικοποιήσει την τραγωδία, αλλά για να φρενάρει επιτέλους το φαινόμενο. Αντί να περιοριστεί στο «δεν σας φοβόμαστε», οφείλει να περάσει στο πολύ πιο απαιτητικό «δεν θα σας αφήσουμε». Δεν θα σας αφήσουμε να μετατρέπετε τις γειτονιές σε πεδίο τρόμου. Δεν θα σας αφήσουμε να βαφτίζετε τη δειλία επαναστατικότητα. Δεν θα σας αφήσουμε να ορίζετε τα όρια του πολιτικού διαλόγου με γκαζάκια, μπογιές, απειλές, ακόμη και φόνους.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ειδήσεις
Δημοφιλή
Σχολιασμένα