Θανατηφόρα εγκαύματα
Δολοφονήθηκε μια γυναίκα, τραυματίστηκαν πέντε
Δεν ήταν απλός βανδαλισμός με γκαζάκια. Ούτε ένας μόνο εκκωφαντικός θόρυβος μέσα στη νύχτα, κάποιο πυρπολημένο αυτοκίνητο, μια καπνισμένη είσοδος πολυκατοικίας. Ήταν τρεις συντονισμένες τρομοκρατικές επιθέσεις στη Θεσσαλονίκη με προφανή πολιτική στόχευση. Όλα τα επιλεγμένα θύματα ανήκαν στο χώρο του κυβερνώντος κόμματος.
Φαντάζει τουλάχιστον παρήγορο για τη Δημοκρατία η απερίφραστη και κατηγορηματική καταδίκη της εμπρηστικής τρομοκρατικής επίθεσης από όλο το πολιτικό φάσμα. Ή σχεδόν όλο. Η πρόεδρος ενός προσωποπαγούς κοινοβουλευτικού κόμματος άφησε απλουστευτικά, ατεκμηρίωτα αλλά σαφή υπονοούμενα ότι η εγκληματική ενέργεια ήταν προβοκάτσια.
Μοιάζει ανακουφιστικό ότι δεν ακολούθησαν την ίδια καχύποπτη νεύρωση οι λοιποί πολιτικοί φορείς. Ιδιαίτερα εκείνη η αντισυστημική τους μερίδα που καλλιεργεί ρητορικά τη εχθροπάθεια και βαφτίζει ακτιβισμό την αυθαιρεσία. Εξωραΐζει την τυφλή βία και παρακινεί τους πολίτες σε ανοχή απέναντι της. Υπό την εμμονή της ότι η παραβατικότητα αποτελεί δυναμική πτυχή αντίστασης, ανυπακοής ή, έστω, συμπερίληψης.
Ευτυχώς, στη πλειονότητα του το πολιτικό σύστημα αντιτάθηκε στην απεχθή φονική πράξη που στόχευε να δυναμιτίσει στοιχειώδες αγαθό της ασφάλειας των πολιτών που προσφέρει η Δημοκρατία. Δυστυχώς, πίσω από την ομόφωνη καταδίκη της βίας καιροφυλακτούσε ένα «αλλά…». Ικανό να εισάγει εμμέσως αλλά εξίσου εκρηκτικά την εναντίωση στις σωστές τοποθετήσεις που αποδοκίμαζαν τη τρομοκρατική επίθεση.
Αυτό το «καταδικάζουμε, αλλά...» σηματοδότησε το πώς ερμηνεύουν και αξιοποιούν πολιτικά μερικά αντιπολιτευόμενα κόμματα το τρομοκρατικό περιστατικό. Η επιφύλαξη τους κυκλοφόρησε σε δηλώσεις και ανακοινώσεις. Περιφέρθηκε από πάνελ σε πάνελ προκειμένου να μετατρέψει τη δημόσια ζωή σε αντιδικία για το ποιος έχει το μονοπώλιο της δημοκρατικής ευαισθησίας.
Μετατόπισε τη σύγκρουση ανάμεσα στη δημοκρατία και τη βία, στον ανταγωνισμό για το ποιος θα εκμεταλλευτεί προσχηματικά το τρομοκρατικό χτύπημα για να αποκομίσει ιδιοτελώς πολιτικά οφέλη. Αναγκαστικά, αυτή η υποκριτική αφήγηση έπαψε να αφορά το έγκλημα. Έστρεψε το βλέμμα μακριά από τους διαφεύγοντες ένοχους και προσανατολίστηκε κοντόφθαλμα στην αντικυβερνητική καταγγελία.
Το χειρότερο, διάφοροι τάχα προοδευτικοί και ακραίοι λαϊκιστές κατέκριναν την κυβερνώσα παράταξη που πλήχτηκε βάρβαρα με ανθρωπινά θύματα. Σχεδον την ενοχοποίησαν που λειτουργεί ως νόμιμο κόμμα το όποιο διαθέτει μέλη και στελέχη. Στηλίτευσαν ακόμη την κυβέρνηση ότι «ενισχύει τον κρατικό αυταρχισμό», «στοχοποιεί τους λαϊκούς αγώνες», «εντείνει τη καταστολή», «περιστέλλει τις δημοκρατικές ελευθερίες».
Όλα αυτά επειδή διατύπωσε θεσμικά την εύλογη απαίτηση της προς τις διωκτικές Αρχές να εντοπιστούν και να οδηγηθούν στη δικαιοσύνη οι υπαίτιοι της δολοφονίας μιας αθώας γυναίκας. Εφηύραν, τέλος, την εκ μέρους της «εργαλειοποίηση μιας ανθρώπινης τραγωδίας». Ανέσυραν από τα σκονισμένα ράφια των ανεύθυνων ισχυρισμών τους την δήθεν επιλογή της να επαναφέρει το εμφυλιοπολεμικό κλίμα με διχαστική ρητορική.
Αν δεν ήταν γελοία, ήταν ανατριχιαστική η αξίωση για ήπιο πολιτικό κλίμα από τους έξαλλα δογματικούς οπαδούς του «ή εμείς ή αυτοί». Πλημμύρισαν τα Μέσα κοινωνική δικτύωσης με κακόβουλο παραλήρημα από εκείνους που ως επιδέξιοι συνεργοί και απολογητές της βίας ζυγίζουν με μεροληπτικές ζυγαριές τις πληγές των αθώων θυμάτων Μετρούν ποιο αξίζει περισσότερη συμπόνια και ποιο λιγότερη. Συνηθίζουν να αποδίδουν οποιαδήποτε κοινωνική οδύνη σε «κυβερνητικά εγκλήματα».
Κακά τα ψέματα. Η Δημοκρατία δεν κινδυνεύει μόνο από τα όπλα των τρομοκρατών. Γίνεται φτωχότερη από τη καθημερινή μεθοδική καλλιέργεια ενός τοξικού λόγου που κάνει τη βία να φαίνεται, στα μάτια των φανατικών και των συνοδοιπόρων τους, ως δήθεν φυσική συνέχεια της πολιτικής αντιπαράθεσης. Με συνέπεια η άσκηση της ολέθριας πρακτικής της να απογυμνώνει και να εκφυλίζει το δημόσιο χώρο. Να τον παραδίδει στον φόβο αδίστακτων τραμπούκων και ανελέητων φονιάδων.
Κανενα, όμως, πολιτικό κλίμα δεν καθιστά τους δράστες αποδεκτούς. Καμία εξτρεμιστική ιδεολογία δεν μπορεί ποτέ να τους δικαιώσει. Κάνεις δεν πρόκειται να προσπεράσει μια θανάσιμη έκρηξη όπως παρακάμπτει μια λακκούβα στο δρόμο. Σε πείσμα της θρασύδειλης ενεργείας τους, η συλλογική μνήμη θα καταγράψει το όνομα της ανυπεράσπιστης ηλικιωμένης γυναίκας που πέθανε από τα θανατηφόρα εγκαύματα της απάνθρωπα ωμής δράσης τους.
Φαντάζει τουλάχιστον παρήγορο για τη Δημοκρατία η απερίφραστη και κατηγορηματική καταδίκη της εμπρηστικής τρομοκρατικής επίθεσης από όλο το πολιτικό φάσμα. Ή σχεδόν όλο. Η πρόεδρος ενός προσωποπαγούς κοινοβουλευτικού κόμματος άφησε απλουστευτικά, ατεκμηρίωτα αλλά σαφή υπονοούμενα ότι η εγκληματική ενέργεια ήταν προβοκάτσια.
Μοιάζει ανακουφιστικό ότι δεν ακολούθησαν την ίδια καχύποπτη νεύρωση οι λοιποί πολιτικοί φορείς. Ιδιαίτερα εκείνη η αντισυστημική τους μερίδα που καλλιεργεί ρητορικά τη εχθροπάθεια και βαφτίζει ακτιβισμό την αυθαιρεσία. Εξωραΐζει την τυφλή βία και παρακινεί τους πολίτες σε ανοχή απέναντι της. Υπό την εμμονή της ότι η παραβατικότητα αποτελεί δυναμική πτυχή αντίστασης, ανυπακοής ή, έστω, συμπερίληψης.
Ευτυχώς, στη πλειονότητα του το πολιτικό σύστημα αντιτάθηκε στην απεχθή φονική πράξη που στόχευε να δυναμιτίσει στοιχειώδες αγαθό της ασφάλειας των πολιτών που προσφέρει η Δημοκρατία. Δυστυχώς, πίσω από την ομόφωνη καταδίκη της βίας καιροφυλακτούσε ένα «αλλά…». Ικανό να εισάγει εμμέσως αλλά εξίσου εκρηκτικά την εναντίωση στις σωστές τοποθετήσεις που αποδοκίμαζαν τη τρομοκρατική επίθεση.
Αυτό το «καταδικάζουμε, αλλά...» σηματοδότησε το πώς ερμηνεύουν και αξιοποιούν πολιτικά μερικά αντιπολιτευόμενα κόμματα το τρομοκρατικό περιστατικό. Η επιφύλαξη τους κυκλοφόρησε σε δηλώσεις και ανακοινώσεις. Περιφέρθηκε από πάνελ σε πάνελ προκειμένου να μετατρέψει τη δημόσια ζωή σε αντιδικία για το ποιος έχει το μονοπώλιο της δημοκρατικής ευαισθησίας.
Μετατόπισε τη σύγκρουση ανάμεσα στη δημοκρατία και τη βία, στον ανταγωνισμό για το ποιος θα εκμεταλλευτεί προσχηματικά το τρομοκρατικό χτύπημα για να αποκομίσει ιδιοτελώς πολιτικά οφέλη. Αναγκαστικά, αυτή η υποκριτική αφήγηση έπαψε να αφορά το έγκλημα. Έστρεψε το βλέμμα μακριά από τους διαφεύγοντες ένοχους και προσανατολίστηκε κοντόφθαλμα στην αντικυβερνητική καταγγελία.
Το χειρότερο, διάφοροι τάχα προοδευτικοί και ακραίοι λαϊκιστές κατέκριναν την κυβερνώσα παράταξη που πλήχτηκε βάρβαρα με ανθρωπινά θύματα. Σχεδον την ενοχοποίησαν που λειτουργεί ως νόμιμο κόμμα το όποιο διαθέτει μέλη και στελέχη. Στηλίτευσαν ακόμη την κυβέρνηση ότι «ενισχύει τον κρατικό αυταρχισμό», «στοχοποιεί τους λαϊκούς αγώνες», «εντείνει τη καταστολή», «περιστέλλει τις δημοκρατικές ελευθερίες».
Όλα αυτά επειδή διατύπωσε θεσμικά την εύλογη απαίτηση της προς τις διωκτικές Αρχές να εντοπιστούν και να οδηγηθούν στη δικαιοσύνη οι υπαίτιοι της δολοφονίας μιας αθώας γυναίκας. Εφηύραν, τέλος, την εκ μέρους της «εργαλειοποίηση μιας ανθρώπινης τραγωδίας». Ανέσυραν από τα σκονισμένα ράφια των ανεύθυνων ισχυρισμών τους την δήθεν επιλογή της να επαναφέρει το εμφυλιοπολεμικό κλίμα με διχαστική ρητορική.
Αν δεν ήταν γελοία, ήταν ανατριχιαστική η αξίωση για ήπιο πολιτικό κλίμα από τους έξαλλα δογματικούς οπαδούς του «ή εμείς ή αυτοί». Πλημμύρισαν τα Μέσα κοινωνική δικτύωσης με κακόβουλο παραλήρημα από εκείνους που ως επιδέξιοι συνεργοί και απολογητές της βίας ζυγίζουν με μεροληπτικές ζυγαριές τις πληγές των αθώων θυμάτων Μετρούν ποιο αξίζει περισσότερη συμπόνια και ποιο λιγότερη. Συνηθίζουν να αποδίδουν οποιαδήποτε κοινωνική οδύνη σε «κυβερνητικά εγκλήματα».
Κακά τα ψέματα. Η Δημοκρατία δεν κινδυνεύει μόνο από τα όπλα των τρομοκρατών. Γίνεται φτωχότερη από τη καθημερινή μεθοδική καλλιέργεια ενός τοξικού λόγου που κάνει τη βία να φαίνεται, στα μάτια των φανατικών και των συνοδοιπόρων τους, ως δήθεν φυσική συνέχεια της πολιτικής αντιπαράθεσης. Με συνέπεια η άσκηση της ολέθριας πρακτικής της να απογυμνώνει και να εκφυλίζει το δημόσιο χώρο. Να τον παραδίδει στον φόβο αδίστακτων τραμπούκων και ανελέητων φονιάδων.
Κανενα, όμως, πολιτικό κλίμα δεν καθιστά τους δράστες αποδεκτούς. Καμία εξτρεμιστική ιδεολογία δεν μπορεί ποτέ να τους δικαιώσει. Κάνεις δεν πρόκειται να προσπεράσει μια θανάσιμη έκρηξη όπως παρακάμπτει μια λακκούβα στο δρόμο. Σε πείσμα της θρασύδειλης ενεργείας τους, η συλλογική μνήμη θα καταγράψει το όνομα της ανυπεράσπιστης ηλικιωμένης γυναίκας που πέθανε από τα θανατηφόρα εγκαύματα της απάνθρωπα ωμής δράσης τους.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ειδήσεις
Δημοφιλή
Σχολιασμένα