Πόσες φορές μπορεί η Ευρώπη να πέσει από τα σύννεφα;
Γιώργος Τράπαλης

Γιώργος Τράπαλης

Πόσες φορές μπορεί η Ευρώπη να πέσει από τα σύννεφα;

Από τον Λεπέν του 2002 στο 44% του AfD μια πολιτική μετατόπιση που εξακολουθούμε να βλέπουμε ως «σοκ», έγινε κανονικότητα

Ο βασιλεύς Μιθριδάτης είχε ένα κουσούρι. Ποιος δεν έχει άλλωστε; Φοβούμενος ότι κάποια ημέρα θα τον δηλητηριάσουν, έπαιρνε καθημερινά μικρές ποσότητες δηλητηρίου. Τόσο μικρές ώστε να μην τον σκοτώσουν, αρκετές όμως ώστε ο οργανισμός του να συνηθίσει. Κάθε φορά αύξανε τη δόση μέχρι που, όπως λέγεται, απέκτησε ανοσία. Τόση μάλιστα που, όταν αργότερα θέλησε ο ίδιος να βάλει τέλος στη ζωή του με δηλητήριο, δεν τα κατάφερε.

Επειδή πάνε και περίπου 2.000 χρόνια από τότε, σήμερα τον ρόλο του ιστορικού βασιλιά του Πόντου μοιάζει να παίζει ολόκληρη η Ευρώπη, η οποία μιθριδατικά παρακολουθεί ιστορικές μεταβολές να συμβαίνουν πολύ γρηγορότερα απ’ όσο η Γηραιά Ήπειρος μπορεί να τις διαχειριστεί.

Το 2002, όταν ο Ζαν-Μαρί Λεπέν πέρασε στον δεύτερο γύρο των γαλλικών προεδρικών εκλογών, η Ευρώπη ξύπνησε τρομαγμένη. Ο Σιράκ πήρε τελικά 82%. Το γαλλικό πολιτικό σύστημα είχε αντιδράσει σαν οργανισμός που εντόπισε έναν ξένο εισβολέα και κινητοποίησε όλα του τα αντισώματα. Βέβαια, τότε ξεχάσαμε πολύ εύκολα το γεγονός πως ο Σιράκ άλλαξε τη στρατηγική του, βλέποντας ότι χάνει σε πιθανό 2ο γύρο από τον σοσιαλιστή Ζοσπέν, στρέφοντας το τιμόνι προς το κέντρο και αφήνοντας χώρο στην ευρύτερη ακροδεξιά να αλωνίσει. Ο Ζοσπέν, με μια Αριστερά εντελώς πολυδιασπασμένη, απέτυχε να ξεπεράσει τον Λεπέν και εγένετο επανεκλογή Σιράκ. Ο Γάλλος πρόεδρος κέρδισε τη μάχη, όμως εκείνες οι εκλογές έβαλαν για πρώτη φορά την Ακροδεξιά στον δεύτερο γύρο και άλλαξαν οριστικά τα γαλλικό πολιτικό σκηνικό.

Σήμερα, σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα, η Μαρίν Λεπέν έχει ήδη πάρει 41,5% στον αντίστοιχο δεύτερο γύρο των γαλλικών προεδρικών εκλογών του 2022, η Μελόνι κυβερνά την Ιταλία, το Vox αποτελεί σταθερό κομμάτι του ισπανικού πολιτικού συστήματος και η AfD κερδίζει τη Σαξονία-Άνχαλτ με ποσοστό που πλησίασε το 44%. Κι όμως, παρόλη τη γραμμική άνοδο αυτού του χώρου, κάθε φορά διαβάζουμε την ίδια λέξη: Σοκ. Μόνο που αυτό το επαναλαμβανόμενο σοκ έχει γίνει πια κανονικότητα. Αλήθεια, ποιος έπεσε εν τέλει από τα σύννεφα εκτός από τους σοκαρισμένους ρομαντικούς ή όσους απλά θέλουν να κάνουν έναν clickbait τίτλο;

Το 43,8% της AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ είναι προφανώς ένα ιστορικό αποτέλεσμα. Σχεδόν διπλάσιο από εκείνο του 2021, απέναντι σε ένα CDU που περιορίστηκε στο 17,2%. Πριν όμως αποφασίσουμε ότι το 44% των κατοίκων ενός γερμανικού κρατιδίου ξύπνησε ένα πρωί «ακροδεξιό», αξίζει να κοιτάξουμε λίγο καλύτερα τον χάρτη. Η Σαξονία-Άνχαλτ δεν είναι όλη η Γερμανία. Και, τριάντα έξι χρόνια μετά την πτώση του Τείχους, η Ανατολική Γερμανία εξακολουθεί να μην έχει ενοποιηθεί πραγματικά με τη Δυτική. Η επανένωση έγινε θεσμικά σε έναν χρόνο. Κοινωνικά δεν ολοκληρώθηκε ποτέ με την ίδια ταχύτητα.

Η Ανατολή έχασε πληθυσμό, βιομηχανίες, θέσεις εργασίας και ένα κομμάτι της αίσθησης ότι ορίζει η ίδια τη μοίρα της. Για εκατομμύρια ανθρώπους, η υπόσχεση της επανένωσης βιώθηκε ως απελευθέρωση το μακρινό 1989. Όμως στην πράξη ελάχιστα έγιναν ώστε να δουν μια ουσιαστική μετάβαση σε έναν νέο κόσμο. Στη χώρα που υπέφερε από τον ναζισμό όσο καμία άλλη, η «Εναλλακτική για τη Γερμανία» είναι πρώτη στις ηλικίες κάτω των 45, πρώτη στους εργάτες και πρώτη στους χαμηλόμισθους. Στους τομείς όπου κάποτε κυριαρχούσε η πάλαι ποτέ πανίσχυρη σοσιαλδημοκρατία. Όμως πλέον δεν μιλάμε μόνο για τον εργάτη που κάποτε ψήφιζε Αριστερά ή Σοσιαλδημοκρατία, έχασε από την παγκοσμιοποίηση, αισθάνθηκε εγκαταλελειμμένος και μετακινήθηκε προς τα δεξιά. Πλέον η ριζοσπαστική Δεξιά δεν διεκδικεί πια μόνο τον θυμωμένο εργάτη. Αρχίζει να διεκδικεί και τον συντηρητικό χριστιανοδημοκράτη νοικοκυραίο. Τον άνθρωπο που δεν θεωρεί τον εαυτό του αντισυστημικό, αλλά θέλει ασφάλεια, τάξη, οικονομική σταθερότητα και μια αίσθηση συνέχειας σε έναν κόσμο που αλλάζει πολύ γρηγορότερα απ' όσο μπορεί ο ίδιος να αφομοιώσει.

Πλέον δεν βλέπουμε ένα κόμμα που απλά συγκεντρώνει την οργή μιας μειοψηφίας, αλλά έναν χώρο που απαρτίζεται από διαφορετικές κοινωνικές ομάδες σε μια νέα πλειοψηφία μη προνομιούχων.

Τον Ιούνιο του 2022, γράφοντας σε αυτήν εδώ τη στήλη για τη Γαλλία, είχα χρησιμοποιήσει τη λέξη Dégagisme. Έγραφα τότε ότι «ο επόμενος υποψήφιος του κέντρου θα έχει τεράστιο πρόβλημα εκλογής» και κατέληγα σε μια μάλλον πιο κρίσιμη παρατήρηση: ότι η ακροΔεξιά αγκάλιασε την λαική δημοκρατική δεξιλά και άρχισε να διεκδικεί το μερίδιο εξουσίας που δεν κατάφερε να διεκδικήσει η ριζοσπαστική Αριστερά από το Κέντρο.

Κλείσιμο
Τότε, με τις γαλλικές προεδρικές εκλογές του 2027 να απέχουν πέντε χρόνια, η πρόβλεψη μπορούσε να μοιάζει πρόωρη. Σήμερα το ερώτημα στη Γαλλία δεν είναι πλέον αν η ριζοσπαστική Δεξιά μπορεί να διεκδικήσει την εξουσία, αλλά ποιος θα μπορέσει να της τη στερήσει. Το 2002 η παρουσία του Ζαν-Μαρί Λεπέν στον δεύτερο γύρο προκάλεσε πολιτικό συναγερμό. Το 2022 η κόρη του έφτασε στο 41,5%. Σήμερα κανείς δεν θα αντιμετώπιζε ως πολιτικό ατύχημα την παρουσία της ίδιας, ή ενός άλλου εκπροσώπου αυτού του χώρου, στην τελική διεκδίκηση της γαλλικής προεδρίας. Αυτό που συνέβη στη Γαλλία είναι ίσως ο καλύτερος οδηγός για να καταλάβουμε τι συμβαίνει σήμερα στην υπόλοιπη Ευρώπη. Την ίδια στιγμή στην Ιταλία, η Μελόνι ηγείται πλέον της μακροβιότερης κυβέρνησης της μεταπολιτικής Ιταλίας. Ακόμη και αν δεχτούμε πως η Ιταλίδα πρωθυπουργός δεν πολιτεύεται όπως θα φοβόμαστε, οι δυνάμεις που φαίνονται ικανότερες να την ανατρέψουν προέρχονται από ακόμη πιο ριζοσπαστικό / ακροδεξιό λόγο. Εάν αντιμετωπιστεί αυτή η ξεκάθαρη και εξηγήσιμη εκλογική μετατόπιση ως μια σειρά εκλογικών ατυχημάτων ή, ακόμη χειρότερα, με τη λογική “ας κυβερνήσουν και θα αποτύχουν”, τότε μάλλον θα καταλάβουμε ξανά τι συνέβη όταν θα έχει ήδη συμβει.

Είναι όλα αυτά τα κόμματα ίδια; Σαφώς και όχι. Ούτε κάθε άνθρωπος που τα ψηφίζει έχει τις ίδιες αντιλήψεις με τα πιο ακραία στελέχη. Δεν πρέπει να ενοποιούμε τους πάντες. Δεν είναι το ίδιο πράγμα. Οι πολίτες που εκφράζονται σε ακραία μορφώματα πρέπει να βρεθεί τρόπος να τους ξαναγκαλιάσει η δημοκρατία, όχι να τους κοιτάζει με το δάχτυλο. Αλλά υπάρχει ένα βασικό πρόβλημα το οποίο τα παραδοσιακά κόμματα και ιδιαίτερα η ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία αποφεύγουν επί χρόνια να αντιμετωπίσουν. Δεν μπορείς να κερδίσεις έναν ψηφοφόρο τον οποίο πρώτα έχεις αποφασίσει να περιφρονήσεις. Το χειρότερο πράγμα που μπορείς να κάνεις είναι να κουνάς το δάχτυλο. Γιατί αυτό που σε εσένα φαίνεται ακραίο, σε κάποιον μπορεί να φαίνεται κανονικό και εσύ να φαίνεσαι ακραίος. Πολλώ δε μάλλον όταν η κανονικότητα έχει οδηγήσει σε αποτελέσματα που μόνο κανονικά δεν μπορούν να θεωρηθούν.

Το Brandmauer, το γερμανικό «τείχος προστασίας» απέναντι στην AfD, μπορεί να εμποδίσει ένα κόμμα να συμμετάσχει σε μια κυβέρνηση. Όμως αρκεί; Ένα άλλο Τείχος κάποτε έπεσε από ανθρώπους που έψαχναν την ελπίδα κάπου καλύτερα. Τριάντα έξι χρόνια αργότερα, ένα μέρος των ίδιων κοινωνιών, νιώθοντας ότι εκείνο το «καλύτερα» δεν έφτασε ποτέ όπως το περίμενε, δεν έχει κανένα πρόβλημα να δοκιμάσει τα όρια ενός άλλου τείχους.

Για να μην κινδυνολογούμε: η Σαξονία-Άνχαλτ δεν είναι όλη η Γερμανία ούτε η Ανατολική Γερμανία είναι όλη η Ευρώπη. Σίγουρα όμως δεν είναι πια η εξαίρεση. Το ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα είναι αντιμέτωπο με μια απόπειρα συγκρότησης μιας νέας κοινωνικής πλειοψηφίας, την οποία δεν πρέπει να αντιμετωπίζει ως μια εξέγερση του περιθωρίου.

Ο Μιθριδάτης συνήθισε το δηλητήριο και τελικά απέκτησε ανοσία. Η Ευρώπη μοιάζει να έχει αποκτήσει ανοσία στα εκλογικά της «σοκ». Απλά στην πολιτική η ανοσία στο σοκ δεν σημαίνει ότι εξαφανίστηκε και η αιτία που το προκαλεί.

*Ο Γιώργος Τράπαλης είναι επικεφαλής ερευνών good affairs
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Best of Network

Δείτε Επίσης