«Οι τεμπέληδες καλλιτέχνες» και η «απολίτιστη κυβέρνηση της Δεξιάς»: Ένας (αδιέξοδος;) διάλογος στερεοτύπων
Για ακόμη μια φορά, τα τελευταία χρόνια, ο καλλιτεχνικός κόσμος βρίσκεται στο προσκήνιο της επικαιρότητας. Είχαν προηγηθεί τα ζητήματα #metoo που είχαν ανακύψει στον θεατρικό χώρο και τα οποία κυρίως ανακινήθηκαν την περίοδο της καραντίνας, στη φάση της πανδημίας
Ήταν μια περίοδος ομολογουμένως δύσκολη και επίπονη για τους καλλιτέχνες που βρέθηκαν αναγκασμένοι να μείνουν μακριά από τη δημιουργία και την επαφή τους με το κοινό, το οποίο είναι αυτονόητο ότι πάντα τους τρέφει και τους κρατά ζωντανούς. Η αναγκαστική αυτή εσωστρέφεια ήταν που έφερε στο φως και τους διάφορους σκελετούς της ντουλάπας. Οδυνηρές ιστορίες στα παρασκήνια και τις κουίντες που εξελίχθηκαν τελικά σε δικαστικά και κοινωνικά δράματα πιο τραγικά και από εκείνα που θα βλέπαμε σε μια θεατρική σκηνή.
Η κοινή γνώμη παρακολούθησε και συνεχίζει να παρακολουθεί έκτοτε με πραγματικό ενδιαφέρον την εξέλιξη αυτών των υποθέσεων που άλλωστε έθιγαν και ένα μείζον κοινωνικό ζήτημα. Και κατά βάση στάθηκε δίπλα τους, αναγνωρίζοντας τη συμβολή τους στα θέματα ευαισθητοποίησης γύρω από το #metoo, παρόλο που γενικώς σε όλο αυτό, όπως συνέβη παντού στον κόσμο, υπήρξαν και υπερβολές καθώς και περιπτώσεις άδικων και αβάσιμων κατηγοριών.
Μια επαγγελματική ομάδα πίεσης και τα αιτήματά της
Αυτή τη φορά, το νέο ζήτημα δεν έχει ωστόσο την ίδια δραματικότητα, και μάλλον το περίσσευμα υπερβολής που χαρακτηρίζει τις αντιδράσεις επικρατεί της ουσίας του θέματος, με αποτέλεσμα να μπλοκάρει και την εξεύρεση λύσεων. Αν αφαιρέσουμε τη συναισθηματική ένταση, αυτό που αφορά όμως, είναι ένα εντέλει αμιγώς συνδικαλιστικό ζήτημα: τα επαγγελματικά δικαιώματα των καλλιτεχνών σε ό,τι έχουν να κάνουν αποκλειστικά με τις προσλήψεις του κλάδου αυτού στον δημόσιο τομέα.
Το ζήτημα ήρθε στο προσκήνιο με αφορμή ένα σχετικό Προεδρικό Διάταγμα που ρυθμίζει τα ζητήματα των επαγγελματικών προσόντων στη βάση της αναγνώρισης του επιπέδου σπουδών του κάθε κλάδου, μεταξύ των οποίων και των πάσης φύσεως καλλιτεχνών. Δεν πρόκειται για κάποια νέα ρύθμιση που εισήγαγε η παρούσα κυβέρνηση καθώς όλα αυτά ίσχυαν εδώ και χρόνια και είναι όσα εφάρμοζαν πανομοιότυπα και οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Έχω την αίσθηση ότι στο δημόσιο διάλογο έχει εξηγηθεί με ακρίβεια και σαφήνεια ότι δεν συντελείται κάποια αδικία ενάντια ειδικά στον καλλιτεχνικό κόσμο. Ως προς τις προσλήψεις των καλλιτεχνών στο δημόσιο τομέα προκειμένου να παρέχουν καλλιτεχνικό έργο, δεν υπάρχει ζήτημα καθώς δεν αλλάζει τίποτε από όσα γνωρίζαμε. Προσλαμβάνονται με ειδικό καθεστώς το οποίο αναγνωρίζει τα ειδικά καλλιτεχνικά προσόντα που απαιτούνται για τη θέση.
Ωστόσο, τα αιτήματα και οι διεκδικήσεις των καλλιτεχνών δεν αφορούν αυτό. Αφορούν την δυνατότητα πρόσληψής τους σε καθαρά διοικητικές θέσεις. Κι εκεί είναι που προκύπτει το αδιέξοδο. Τα διπλώματα των κάθε είδους σχολών υποκριτικής ή των ωδείων, των χοροδιδασκαλείων κλπ δεν μπορούν να αναγνωριστούν ως ισότιμα με τα πτυχία των ΑΕΙ διότι το ελληνικό σύνταγμα και το περιβόητο άρθρο 16 δεν επιτρέπει καμία άλλη μορφή αναγνωρισμένης τριτοβάθμιας εκπαίδευσης πλην του δημόσιου πανεπιστημίου (όπως και των ΤΕΙ μέχρι την πρόσφατη κατάργησή τους από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ).
Το πρόβλημα είναι με άλλα λόγια αντικειμενικό και συνταγματικής τάξης, και αν θέλαμε να πάμε βαθύτερα αφορά μια ιδεοληψία δεκαετιών γερά ριζωμένη κυρίως στο αριστερό φάσμα του πολιτικού μας συστήματος που ταλαιπωρεί χιλιάδες απόφοιτους κι άλλων κλάδων που αποφοιτούν από ιδιωτικά ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης τα οποία όμως το ελληνικό κράτος δεν αναγνωρίζει ως πανεπιστήμια.
Η συνέπεια αυτής της στρέβλωσης είναι εντέλει οι καλλιτέχνες απόφοιτοι τέτοιων σχολών να λογίζονται αναγκαστικά από το κράτος ως απόφοιτοι λυκείου, κάτι που είναι φυσικό να τους προκαλεί ένα αίσθημα υποβάθμισης. Αυτός είναι και ο λόγος νομίζω που τα συναισθήματα έχουν κυριαρχήσει μιας πιο ορθολογικής προσέγγισης του προβλήματος καθώς και μιας βαθύτερης κατανόησης ορισμένων ανυπέρβλητων εμποδίων που αντικειμενικά υπάρχουν.
Για να είμαστε απόλυτα δίκαιοι, μετά τις δημόσιες αντιδράσεις τους, ο πρωθυπουργός ανέλαβε ορισμένες σχετικές προωτοβουλίες ανταποκρινόμενος σε ορισμένα από τα αιτήματά τους (π.χ. την ίδρυση πανεπιστημιακου τμήματος Παραστατικών Τεχνών, από το 2025) ενώ έχει οριστεί και συνάντησή του με τους εκπροσώπους του καλλιτεχνικού κόσμου στις 15/2.
Η κοινωνική σημασία του καλλιτέχνη και ο ρόλος του κράτους
Φοβάμαι ωστόσο ότι αν το κλίμα του διαλόγου ανάμεσα στους καλλιτέχνες και την παρούσα κυβέρνηση έχει δυναμιτιστεί τόσο είναι διότι έχει εξαρχής ναρκοθετηθεί στη βάση στερεοτύπων. Μια παλιότερη μεταπολιτευτική αντίληψη θέλει τον καλλιτεχνικό κόσμο να κινείται σχεδόν χωρίς εξαιρέσεις αριστερόστροφα και να διεκδικεί ως εκ τούτου και ο ίδιος κατ' αποκλειστικότητα το ηθικό πλεονέκτημα της κοινωνικής ευαισθησίας.
Το αντίθετο στερεότυπο θέλει διαχρονικά τις κυβερνήσεις της “Δεξιάς” να αντιμετωπίζουν το πεδίο του πολιτισμού με αδιαφορία ή και εχθρικά, από άγνοια, αγραμματοσύνη και καταστατική έλλειψη καλλιέργειας. Φυσικά, τίποτε από τα δύο δεν ισχύει με τον τρόπο που τίθενται. Ούτε οι καλλλιτέχνες είναι οι μποέμ αναρχικοί τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας των οποίων το μόνο πρότυπο είναι ο Τσε Γκεβάρα, ούτε και η κυβέρνηση Μητσοτάκη επέδειξε στην θητεία της αδιαφορία για τον πολιτισμό αν δούμε την πληθώρα των παρεμβάσεών της στον χώρο των μουσείων, την απλόχερη οικονομική στήριξη συνολικά 216 ελληνικών ή διεθνών κινηματογραφικών και τηλεοπτικών παραγωγών όλη αυτή την περίοδο, τη μείωση του τέλους επιτηδεύματος μόνο για τους καλλιτέχνες, τα 501 έργα πολιτισμού, ύψους 1 δισ. ευρώ που έχουν συμπεριληφθεί στο ΕΣΠΑ και το Ταμείο Ανάκαμψης ως το 2025, τη μείωση του ΦΠΑ σε κινηματογράφο, έργα τέχνης και ebooks, και πολλά ακόμα.
Μόνο όταν γκρεμιστούν αυτά τα στερεότυπα μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τον άλλο ως αυτό που είναι: στη μία περίπτωση τους καλλιτέχνες ως μια επαγγελματική ομάδα με ειδικά αιτήματα που όμως δεν μπορεί να προβάλλονται εις βάρος άλλων επαγγελματικών ομάδων. Και στην άλλη περίπτωση, μια κυβέρνηση που ναι μεν οφείλει να προστατεύει το δημόσιο συμφέρον χωρίς να πριμοδοτεί ειδικά επαγγέλματα αλλά που πρέπει να έχει και την ευαισθησία να κατανοεί την ειδική θέση του καλλιτέχνη στο κοινωνικό φαντασιακό.
Για λόγους που μάλλον σχετίζονται με το “αντιστασιακό” έθος που επικράτησε μεταπολιτευτικά, ορισμένοι Έλληνες καλλιτέχνες δηλώνουν συχνά ότι δουλειά τους είναι να στρέφονται πάντα ενάντια στην εξουσία. Αναλαμβάνουν δηλαδή από μόνοι τους έναν αντεξουσιαστικό ρόλο που αντί για ενεργητική στάση, τους ωθεί σε μια αντιδραστική θέση έναντι φαντασιακών αντιπάλων.
Η κοινή γνώμη παρακολούθησε και συνεχίζει να παρακολουθεί έκτοτε με πραγματικό ενδιαφέρον την εξέλιξη αυτών των υποθέσεων που άλλωστε έθιγαν και ένα μείζον κοινωνικό ζήτημα. Και κατά βάση στάθηκε δίπλα τους, αναγνωρίζοντας τη συμβολή τους στα θέματα ευαισθητοποίησης γύρω από το #metoo, παρόλο που γενικώς σε όλο αυτό, όπως συνέβη παντού στον κόσμο, υπήρξαν και υπερβολές καθώς και περιπτώσεις άδικων και αβάσιμων κατηγοριών.
Μια επαγγελματική ομάδα πίεσης και τα αιτήματά της
Αυτή τη φορά, το νέο ζήτημα δεν έχει ωστόσο την ίδια δραματικότητα, και μάλλον το περίσσευμα υπερβολής που χαρακτηρίζει τις αντιδράσεις επικρατεί της ουσίας του θέματος, με αποτέλεσμα να μπλοκάρει και την εξεύρεση λύσεων. Αν αφαιρέσουμε τη συναισθηματική ένταση, αυτό που αφορά όμως, είναι ένα εντέλει αμιγώς συνδικαλιστικό ζήτημα: τα επαγγελματικά δικαιώματα των καλλιτεχνών σε ό,τι έχουν να κάνουν αποκλειστικά με τις προσλήψεις του κλάδου αυτού στον δημόσιο τομέα.
Το ζήτημα ήρθε στο προσκήνιο με αφορμή ένα σχετικό Προεδρικό Διάταγμα που ρυθμίζει τα ζητήματα των επαγγελματικών προσόντων στη βάση της αναγνώρισης του επιπέδου σπουδών του κάθε κλάδου, μεταξύ των οποίων και των πάσης φύσεως καλλιτεχνών. Δεν πρόκειται για κάποια νέα ρύθμιση που εισήγαγε η παρούσα κυβέρνηση καθώς όλα αυτά ίσχυαν εδώ και χρόνια και είναι όσα εφάρμοζαν πανομοιότυπα και οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Έχω την αίσθηση ότι στο δημόσιο διάλογο έχει εξηγηθεί με ακρίβεια και σαφήνεια ότι δεν συντελείται κάποια αδικία ενάντια ειδικά στον καλλιτεχνικό κόσμο. Ως προς τις προσλήψεις των καλλιτεχνών στο δημόσιο τομέα προκειμένου να παρέχουν καλλιτεχνικό έργο, δεν υπάρχει ζήτημα καθώς δεν αλλάζει τίποτε από όσα γνωρίζαμε. Προσλαμβάνονται με ειδικό καθεστώς το οποίο αναγνωρίζει τα ειδικά καλλιτεχνικά προσόντα που απαιτούνται για τη θέση.
Ωστόσο, τα αιτήματα και οι διεκδικήσεις των καλλιτεχνών δεν αφορούν αυτό. Αφορούν την δυνατότητα πρόσληψής τους σε καθαρά διοικητικές θέσεις. Κι εκεί είναι που προκύπτει το αδιέξοδο. Τα διπλώματα των κάθε είδους σχολών υποκριτικής ή των ωδείων, των χοροδιδασκαλείων κλπ δεν μπορούν να αναγνωριστούν ως ισότιμα με τα πτυχία των ΑΕΙ διότι το ελληνικό σύνταγμα και το περιβόητο άρθρο 16 δεν επιτρέπει καμία άλλη μορφή αναγνωρισμένης τριτοβάθμιας εκπαίδευσης πλην του δημόσιου πανεπιστημίου (όπως και των ΤΕΙ μέχρι την πρόσφατη κατάργησή τους από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ).
Το πρόβλημα είναι με άλλα λόγια αντικειμενικό και συνταγματικής τάξης, και αν θέλαμε να πάμε βαθύτερα αφορά μια ιδεοληψία δεκαετιών γερά ριζωμένη κυρίως στο αριστερό φάσμα του πολιτικού μας συστήματος που ταλαιπωρεί χιλιάδες απόφοιτους κι άλλων κλάδων που αποφοιτούν από ιδιωτικά ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης τα οποία όμως το ελληνικό κράτος δεν αναγνωρίζει ως πανεπιστήμια.
Η συνέπεια αυτής της στρέβλωσης είναι εντέλει οι καλλιτέχνες απόφοιτοι τέτοιων σχολών να λογίζονται αναγκαστικά από το κράτος ως απόφοιτοι λυκείου, κάτι που είναι φυσικό να τους προκαλεί ένα αίσθημα υποβάθμισης. Αυτός είναι και ο λόγος νομίζω που τα συναισθήματα έχουν κυριαρχήσει μιας πιο ορθολογικής προσέγγισης του προβλήματος καθώς και μιας βαθύτερης κατανόησης ορισμένων ανυπέρβλητων εμποδίων που αντικειμενικά υπάρχουν.
Για να είμαστε απόλυτα δίκαιοι, μετά τις δημόσιες αντιδράσεις τους, ο πρωθυπουργός ανέλαβε ορισμένες σχετικές προωτοβουλίες ανταποκρινόμενος σε ορισμένα από τα αιτήματά τους (π.χ. την ίδρυση πανεπιστημιακου τμήματος Παραστατικών Τεχνών, από το 2025) ενώ έχει οριστεί και συνάντησή του με τους εκπροσώπους του καλλιτεχνικού κόσμου στις 15/2.
Η κοινωνική σημασία του καλλιτέχνη και ο ρόλος του κράτους
Φοβάμαι ωστόσο ότι αν το κλίμα του διαλόγου ανάμεσα στους καλλιτέχνες και την παρούσα κυβέρνηση έχει δυναμιτιστεί τόσο είναι διότι έχει εξαρχής ναρκοθετηθεί στη βάση στερεοτύπων. Μια παλιότερη μεταπολιτευτική αντίληψη θέλει τον καλλιτεχνικό κόσμο να κινείται σχεδόν χωρίς εξαιρέσεις αριστερόστροφα και να διεκδικεί ως εκ τούτου και ο ίδιος κατ' αποκλειστικότητα το ηθικό πλεονέκτημα της κοινωνικής ευαισθησίας.
Το αντίθετο στερεότυπο θέλει διαχρονικά τις κυβερνήσεις της “Δεξιάς” να αντιμετωπίζουν το πεδίο του πολιτισμού με αδιαφορία ή και εχθρικά, από άγνοια, αγραμματοσύνη και καταστατική έλλειψη καλλιέργειας. Φυσικά, τίποτε από τα δύο δεν ισχύει με τον τρόπο που τίθενται. Ούτε οι καλλλιτέχνες είναι οι μποέμ αναρχικοί τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας των οποίων το μόνο πρότυπο είναι ο Τσε Γκεβάρα, ούτε και η κυβέρνηση Μητσοτάκη επέδειξε στην θητεία της αδιαφορία για τον πολιτισμό αν δούμε την πληθώρα των παρεμβάσεών της στον χώρο των μουσείων, την απλόχερη οικονομική στήριξη συνολικά 216 ελληνικών ή διεθνών κινηματογραφικών και τηλεοπτικών παραγωγών όλη αυτή την περίοδο, τη μείωση του τέλους επιτηδεύματος μόνο για τους καλλιτέχνες, τα 501 έργα πολιτισμού, ύψους 1 δισ. ευρώ που έχουν συμπεριληφθεί στο ΕΣΠΑ και το Ταμείο Ανάκαμψης ως το 2025, τη μείωση του ΦΠΑ σε κινηματογράφο, έργα τέχνης και ebooks, και πολλά ακόμα.
Μόνο όταν γκρεμιστούν αυτά τα στερεότυπα μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τον άλλο ως αυτό που είναι: στη μία περίπτωση τους καλλιτέχνες ως μια επαγγελματική ομάδα με ειδικά αιτήματα που όμως δεν μπορεί να προβάλλονται εις βάρος άλλων επαγγελματικών ομάδων. Και στην άλλη περίπτωση, μια κυβέρνηση που ναι μεν οφείλει να προστατεύει το δημόσιο συμφέρον χωρίς να πριμοδοτεί ειδικά επαγγέλματα αλλά που πρέπει να έχει και την ευαισθησία να κατανοεί την ειδική θέση του καλλιτέχνη στο κοινωνικό φαντασιακό.
Για λόγους που μάλλον σχετίζονται με το “αντιστασιακό” έθος που επικράτησε μεταπολιτευτικά, ορισμένοι Έλληνες καλλιτέχνες δηλώνουν συχνά ότι δουλειά τους είναι να στρέφονται πάντα ενάντια στην εξουσία. Αναλαμβάνουν δηλαδή από μόνοι τους έναν αντεξουσιαστικό ρόλο που αντί για ενεργητική στάση, τους ωθεί σε μια αντιδραστική θέση έναντι φαντασιακών αντιπάλων.
Ακόμη βέβαια και αν δεχόμασταν ότι ήταν αυτό το πρώτιστο καθήκον τους, είναι σίγουρα αντικείμενο διερώτησης γιατί από την κριτική τους εξαιρείται πάντα η αριστερή εξουσία που άλλωστε κυβέρνησε και υποχρεώθηκε κι εκείνη να λάβει πλήθος δυσάρεστων αποφάσεων, συμπεριλαμβανομένου του πεδίου του πολιτισμού. Όμως δεν είναι ο ρόλος του καλλιτέχνη η πάλη με την εξουσία.
Σκοπός του είναι να εκφράσει με το εργαλεία της φαντασίας και της διανόησης που μόνο αυτός διαθέτει το αέναο δράμα του ατομικού υποκειμένου το οποίο είναι προορισμένο να παλεύει πάντα άνισα τόσο με τις πιεστικές εξωτερικές συνθήκες όσο και με τους εσωτερικούς του δαίμονες.
Γι' αυτό και δεν μπορεί να υπάρχει ανθρώπινος πολιτισμός που να μην έχει την υπαρξιακή ανάγκη της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Διότι αλλιώς δεν μπορεί να δώσει σχήμα, νόημα και διέξοδο στο δράμα του. Και δουλειά μιας σύγχρονης δημοκρατικής εξουσίας είναι ακριβώς να γίνεται ο βασικός χορηγός αυτού του κόσμου με την τόσο ειδική κοινωνική λειτουργία, χωρίς φυσικά να υπερβαίνει τα όρια εκείνα που θα έκαναν άλλες επαγγελματικές ομάδες να αισθανθούν αδικημένες από έναν τέτοιο φαβοριτισμό.
Ο Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου
Σκοπός του είναι να εκφράσει με το εργαλεία της φαντασίας και της διανόησης που μόνο αυτός διαθέτει το αέναο δράμα του ατομικού υποκειμένου το οποίο είναι προορισμένο να παλεύει πάντα άνισα τόσο με τις πιεστικές εξωτερικές συνθήκες όσο και με τους εσωτερικούς του δαίμονες.
Γι' αυτό και δεν μπορεί να υπάρχει ανθρώπινος πολιτισμός που να μην έχει την υπαρξιακή ανάγκη της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Διότι αλλιώς δεν μπορεί να δώσει σχήμα, νόημα και διέξοδο στο δράμα του. Και δουλειά μιας σύγχρονης δημοκρατικής εξουσίας είναι ακριβώς να γίνεται ο βασικός χορηγός αυτού του κόσμου με την τόσο ειδική κοινωνική λειτουργία, χωρίς φυσικά να υπερβαίνει τα όρια εκείνα που θα έκαναν άλλες επαγγελματικές ομάδες να αισθανθούν αδικημένες από έναν τέτοιο φαβοριτισμό.
Ο Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ειδήσεις
Δημοφιλή
Σχολιασμένα