Μια σταδιακή πορεία εξόδου από τον πόλεμο, η οποία θα μπορούσε να προβλέπει το άνοιγμα των
Στενών του Ορμούζ από την Τεχεράνη με αντάλλαγμα την άρση του αμερικανικού οικονομικού αποκλεισμού εναντίον του Ιράν, έχουν αρχίσει να εξετάζουν οι διαπραγματευτές των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν στη Νέα Υόρκη, σύμφωνα με πηγές που γνωρίζουν τις συνομιλίες και τις οποίες επικαλείται το
Reuters.
Τα Στενά του Ορμούζ έχουν εξελιχθεί στο βασικό διαπραγματευτικό «
χαρτί» της Τεχεράνης, στις προσπάθειες τερματισμού της σχεδόν επτάμηνης σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Το Ιράν επιδιώκει να ανακουφιστεί οικονομικά από τον αμερικανικό αποκλεισμό στα λιμάνια του, ενώ η Ουάσιγκτον ζητά την αποκατάσταση της ελεύθερης διέλευσης των πλοίων από έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαδρόμους του κόσμου, ο οποίος σήμερα παραμένει κλειστός.
Οι συνομιλίες, ωστόσο, αντιμετωπίζουν ένα σημαντικό εμπόδιο: καμία από τις δύο πλευρές δεν θέλει να είναι η πρώτη που θα εγκαταλείψει το πλεονέκτημα που διαθέτει.
Σύμφωνα με δηλώσεις δύο Ιρανών αξιωματούχων, δύο περιφερειακών αξιωματούχων και δύο δυτικών διπλωματικών πηγών στο
Reuters, πίσω από τη σκληρή στάση της Τεχεράνης υπάρχει η αναγνώριση του οικονομικού κόστους μιας παρατεταμένης αντιπαράθεσης.
Συμφωνία σε στάδια
Ιρανός ανώτερος αξιωματούχος δήλωσε ότι η πιο πιθανή λύση για την άρση του αδιεξόδου θα ήταν μια συμφωνία σε στάδια: το Ιράν θα επέτρεπε τη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ και οι ΗΠΑ θα προχωρούσαν στην άρση του οικονομικού αποκλεισμού, ενώ η Τεχεράνη θα μπορούσε να αποκτήσει πρόσβαση σε δεσμευμένα περιουσιακά στοιχεία.
«Ένας δρόμος προς τα εμπρός θα ήταν να επιλυθεί η κρίση σε στάδια. Το πρώτο βήμα θα ήταν να τερματιστεί ο αποκλεισμός και να ανοίξει ξανά το Ορμούζ», ανέφερε ο Ιρανός αξιωματούχος στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ. Η συμφωνία αυτού του τύπου θα απαιτούσε από τον
Ντόναλντ Τραμπ να αποδεχθεί μια ακόμη προσωρινή λύση, μετά την κατάρρευση της αρχικής συμφωνίας μεταξύ των δύο χωρών μέσα στο καλοκαίρι.
Σε αυτό το πλαίσιο, το μεγάλο στοίχημα για τους διαπραγματευτές δεν είναι μόνο να σχεδιάσουν μια συμφωνία, αλλά να εξασφαλίσουν ότι οι παραχωρήσεις θα έχουν διάρκεια και θα είναι αρκετά αξιόπιστες, ώστε να γίνουν αποδεκτές και από τις δύο πλευρές.
Ο Αμερικανός πρόεδρος πιστεύει - και το έχει δηλώσει αρκετές φορές, παρά τις απειλές που εξαπολύει - πως ΗΠΑ και Ιράν μπορούν να καταλήξουν σε συμφωνία μετά τις ενδιάμεσες εκλογές για το Κογκρέσο στις 3 Νοεμβρίου.
Ευρωπαίος αξιωματούχος εμφανίστηκε συγκρατημένος, λέγοντας πως οι Ιρανοί
«έχουν μια πολύ μεγάλη λίστα απαιτήσεων», ενώ αξιωματούχος του Λευκού Οίκου υποστήριξε ότι
«το Ιράν απελπίζεται για μια συμφωνία», αλλά ο Τραμπ «κρατά όλα τα χαρτιά» και θα λάβει την απόφαση που θεωρεί καλύτερη για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο ίδιος ανέφερε ότι ο Αμερικανός πρόεδρος παραμένει «ανοιχτός σε συνομιλίες με το Ιράν υπό τις κατάλληλες συνθήκες», αλλά δεν έχει ανάγκη να διαπραγματευτεί, καθώς οι ΗΠΑ βρίσκονται, όπως είπε, σε
«πολύ ισχυρή θέση», έχοντας τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ και μια ιρανική οικονομία που «
καταρρέει».
Ο αξιωματούχος του
Λευκού Οίκου υποστήριξε ότι οι
«συντριπτικές κυρώσεις» και
«ένας από τους πιο επιτυχημένους αποκλεισμούς στην ιστορία» έχουν παραλύσει την ιρανική οικονομία, αφήνοντας τη χώρα χωρίς ουσιαστικούς πόρους.
Ο
Ντένις Ρος, πρώην Αμερικανός διαπραγματευτής για το Ιράν, εκτίμησε ότι οι πιθανότητες επίτευξης συμφωνίας πριν από τις εκλογές είναι μόλις
30%, ωστόσο σημείωσε ότι και οι δύο πλευρές μπορεί να έχουν ισχυρότερο κίνητρο για μια συμφωνία πριν από την κάλπη παρά μετά. «Ο αποκλεισμός είναι αυτό που πραγματικά πιέζει τους Ιρανούς. Τους στραγγαλίζει», δήλωσε.
Μια συμφωνία πριν από τις εκλογές θα μπορούσε να ευνοήσει πολιτικά τον Τραμπ, καθώς η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ θα μπορούσε να μειώσει την ένταση στον Περσικό Κόλπο, να περιορίσει τις τιμές του πετρελαίου και να συμβάλει στη μείωση της τιμής της βενζίνης στις ΗΠΑ, ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο πολιτικό ζήτημα.
Μετά τις εκλογές, σύμφωνα με τον Ρος, ο Τραμπ ενδέχεται να έχει λιγότερους περιορισμούς και να είναι πιο πρόθυμος να εντείνει την πίεση ή ακόμη και να εξετάσει στρατιωτικές επιλογές.