Η Έντεμ Γουοσόρνου, Διευθύντρια του Τμήματος Ανταπόκρισης σε Κρίσεις του
OCHA, του Γραφείου Συντονισμού Ανθρωπιστικών Υποθέσεων, μιλώντας στη συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας για την προστασία των
αμάχων, ανέφερε ότι στοιχεία από 20
ένοπλες συγκρούσεις δείχνουν πως το 2025 ένας άμαχος σκοτωνόταν περίπου κάθε δεκατέσσερα λεπτά.
Πρόσθεσε ότι το 2025 τα Ηνωμένα Έθνη κατέγραψαν περισσότερες από 1.350 επιθέσεις κατά εργαζομένων στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης και ιατρικών εγκαταστάσεων σε 18 συγκρούσεις, ενώ 147 εκατομμύρια άνθρωποι αντιμετώπισαν οξεία επισιτιστική ανασφάλεια την ίδια χρονιά, κυρίως λόγω συγκρούσεων.
Παράλληλα, ανέφερε ότι η σεξουαλική βία παραμένει ευρέως διαδεδομένη, με τα Ηνωμένα Έθνη να καταγράφουν πέρυσι περισσότερες από 9.300 περιπτώσεις, η συντριπτική πλειονότητα των οποίων αφορούσε γυναίκες και κορίτσια, ενώ ο πραγματικός αριθμός είναι προφανώς πολύ υψηλότερος.
Η προστασία των αμάχων σε ένοπλες συγκρούσεις δεν είναι φιλανθρωπία, ανέφερε, είναι το ελάχιστο που απαιτούν η ανθρωπιά και ο πολιτισμός.
Η κ. Γουοσόρνου μιλούσε εκ μέρους του Τομ Φλέτσερ, Συντονιστή Έκτακτης Ανθρωπιστικής Βοήθειας, και υπογράμμισε την ανάγκη όλα τα κράτη να τηρούν τις δεσμεύσεις τους βάσει του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.
Η Ελλάδα, στην παρέμβασή της υπογράμμισε ότι η διεθνής κοινότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με «βαθιά και επιδεινούμενη κρίση», σε ένα περιβάλλον «κατάφωρης περιφρόνησης» του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου.
Η Μόνιμη Αντιπρόσωπος της Ελλάδας στα Ηνωμένα Έθνη, πρέσβυς Αγλαΐα Μπαλτά, αναφέρθηκε σε περισσότερες από 130 ένοπλες συγκρούσεις παγκοσμίως, μεταξύ άλλων στην
Ουκρανία, το Σουδάν, τη
Γάζα, τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, τη Μιανμάρ, τη Συρία, τον Λίβανο, το Νότιο Σουδάν και την Υεμένη, τονίζοντας ότι η πραγματικότητα για τους αμάχους απέχει πολύ από το πλαίσιο προστασίας που έχει θεσπιστεί.
Ειδική αναφορά έκανε στην Ουκρανία, όπου ο αριθμός των αμάχων που σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν το 2025 αυξήθηκε κατά 31% σε σχέση με το 2024, στη Γάζα, όπου τουλάχιστον 20.000 Παλαιστίνιοι σκοτώθηκαν το 2025, καθώς και στο Σουδάν, το οποίο παρέμεινε η μεγαλύτερη κρίση εκτοπισμού παγκοσμίως.
Η Ελλάδα τόνισε την ανάγκη πλήρους συμμόρφωσης όλων των μερών με το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο και το διεθνές δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς και την πολιτική ευθύνη των κρατών για την προστασία των αμάχων και των πολιτικών υποδομών. Στο πλαίσιο αυτό, υπενθύμισε ότι προσχώρησε στην Παγκόσμια Πρωτοβουλία για την ενίσχυση της πολιτικής δέσμευσης υπέρ του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου και υποστήριξε τη Διακήρυξη για την Προστασία του Ανθρωπιστικού Προσωπικού.
Παράλληλα, η κ. Μπαλτά έδωσε έμφαση στη λογοδοσία, ζητώντας ανεξάρτητες, πλήρεις και αποτελεσματικές έρευνες, δίωξη των υπευθύνων, προστασία των επιζώντων και αποζημιώσεις για τα θύματα. Υπογράμμισε επίσης την ανάγκη προστασίας του ιατρικού και ανθρωπιστικού προσωπικού, αποφυγής χρήσης εκρηκτικών όπλων σε κατοικημένες περιοχές, ασφαλούς και απρόσκοπτης ανθρωπιστικής πρόσβασης και ενίσχυσης της δυνατότητας των ειρηνευτικών και πολιτικών αποστολών να φθάνουν στους πληθυσμούς που έχουν ανάγκη.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε και στις νέες τεχνολογίες, καθώς, όπως σημείωσε, η αυξανόμενη χρήση drones, η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης στον πόλεμο και η χρήση τεχνολογιών πληροφορίας και επικοινωνίας για τη διάδοση παραπληροφόρησης, αποπληροφόρησης και ρητορικής μίσους δημιουργούν σοβαρούς κινδύνους για τους αμάχους. Η Ελλάδα υπογράμμισε ότι αποτελεί κοινή ευθύνη των κρατών να θεσπίσουν δικλίδες ασφαλείας για την υπεύθυνη χρήση της τεχνολογίας, με τρόπο συμβατό με το διεθνές δίκαιο, ενώ ζήτησε να διαφυλαχθεί η προστασία των παιδιών και να ενισχυθεί η συμμετοχή των γυναικών και των κοριτσιών στις προσπάθειες προστασίας.
Κλείνοντας, η κ. Μπαλτά τόνισε ότι η προστασία των αμάχων και η ανακούφιση του πόνου τους αποτελούν «νομική και ηθική επιταγή» και κάλεσε σε δράση «με επείγοντα χαρακτήρα και αποφασιστικότητα».