Νίκος Φέρμας: Ο αυθεντικός μάγκας που από κλητήρας στη Μυτιλήνη έγινε σύμβολο του ελληνικού κινηματογράφου
Ο ηθοποιός έφυγε από τη ζωή, σαν σήμερα το 1972 - Με την ιδιότυπη εκφορά του λόγου και το περίφημο καβουράκι του υπήρξε ένας από τους πιο σημαντικούς και αγαπημένους δευτεραγωνιστές του ελληνικού κινηματογράφου, με περισσότερες από 150 ταινίες στο ενεργητικό του
Για το ευρύ κοινό, ο Νίκος Φέρμας ήταν ο ντόμπρος λαϊκός τύπος, ο άνθρωπος της πιάτσας, ο ιδιοκτήτης καμπαρέ ή ο σκοτεινός τύπος του υποκόσμου. Ήταν όμως ένας μάγκας που, ακόμα και στους πιο σκληρούς ρόλους του, είχε πάντα αρχές, ηθικό κώδικα και δεν έκανε ποτέ εγκλήματα. Όσοι τον γνώρισαν από κοντά έλεγαν πως έτσι ακριβώς ήταν και στην πραγματική του ζωή: ένας αυθεντικός, μπεσαλής άνθρωπος που τιμούσε το λόγο του, γαλουχημένος με τις ιδιαίτερες αξίες της πιάτσας.
Με την ιδιότυπη, συρτή εκφορά του λόγου και το περίφημο καβουράκι του -είτε στο χέρι είτε στο κεφάλι- υπήρξε ένας από τους πιο σημαντικούς και αγαπημένους δευτεραγωνιστές του ελληνικού κινηματογράφου, με περισσότερες από 150 ταινίες στο ενεργητικό του.
Από κλητήρας στη Μυτιλήνη, ταλέντο στο θεατρικό σανίδι
Ο Νίκος Χατζηανδρέου, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στη Μυτιλήνη το 1905 σε μια φτωχή αγροτική οικογένεια. Έμεινε ορφανός από πατέρα μόλις σε ηλικία τριών ετών και η μητέρα του πάλευε να τον μεγαλώσει δουλεύοντας σε πλουσιόσπιτα του νησιού. Αναγκάστηκε να αφήσει νωρίς το σχολείο για το μεροκάματο, κάνοντας διάφορες δουλειές, μέχρι που προσελήφθη ως κλητήρας στο υποκατάστημα της «Τράπεζας Αθηνών» στη Μυτιλήνη.
Γρήγορα όμως εγκατέλειψε τη σίγουρη αυτή δουλειά, καθώς δεν άντεχε τις τυπικότητες και τη γραφειοκρατία. Η τύχη του άλλαξε λίγο μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, όταν έφτασε στο νησί ο γνωστός ηθοποιός της εποχής Δημήτρης Βερώνης για να στήσει έναν θίασο με ντόπια ταλέντα. Ο Βερώνης διέγνωσε αμέσως το ταλέντο του 17χρονου τότε Νίκου, τον πήρε μαζί του και τον «βάφτισε» Φέρμα, ένα καλλιτεχνικό ψευδώνυμο που τον συνόδευσε σε όλη του τη ζωή.
Λέγεται, μάλιστα, ως θρύλος ότι για χρόνια οι στρατολογικές αρχές τον αναζητούσαν ως ανυπότακτο στη Μυτιλήνη με το πραγματικό του όνομα, όσο εκείνος έκανε καριέρα στην Αθήνα ως Νίκος Φέρμας!
Μετά τη διάλυση του θιάσου, κατέβηκε στην Αθήνα, σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Ελληνικού Ωδείου και έκανε το ντεμπούτο του στο «Θέατρο Τέχνης» του Σπύρου Μελά, παίζοντας στον «Επτά επί Θήβαις» του Αισχύλου. Τα χρόνια που ακολούθησαν καθιερώθηκε τόσο στην πρόζα όσο και στην επιθεώρηση.
Κλείσιμο
Η καθιέρωση στον κινηματογράφο
Στο σινεμά εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1948, σε ηλικία 43 ετών, υποδυόμενος τον τρόφιμο φρενοκομείου στην θρυλική ταινία του Αλέκου Σακελλάριου «Οι Γερμανοί ξανάρχονται». Έκτοτε, και μέχρι τον αναπάντεχο θάνατό του το 1972, συμμετείχε σε δεκάδες ταινίες δίπλα στα μεγαλύτερα ονόματα της εποχής: τον Αυλωνίτη, τον Κωνσταντάρα, τον Χατζηχρήστο, τον Φωτόπουλο, τον Χορν, τη Λαμπέτη, τη Βουγιουκλάκη και την Καρέζη.
Αν και ξεχώρισε σε κωμωδίες όπως «Ένας ήρωας με παντούφλες», «Λατέρνα, φτώχεια και γαρύφαλλο», «Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος», «Ποτέ την Κυριακή» και «Καλώς ήλθε το δολάριο», υπηρέτησε με την ίδια επιτυχία και το δράμα. Χαρακτηριστική έχει μείνει η παρουσία του στην ταινία «Λόλα», σε μια συγκλονιστική σκηνή δίπλα στον Νίκο Κούρκουλο, την Τζένη Καρέζη, τον Σπύρο Καλογήρου και τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο.
Η μία και μοναδική φορά που... έφαγε ξύλο!
Στη φιλμογραφία του, ο Φέρμας ήταν εκείνος που επέβαλλε τον νόμο. Υπήρξε όμως μία φορά που «έφαγε ξύλο» στην οθόνη — και μάλιστα από τον... Ντίνο Ηλιόπουλο! Στην ταινία «Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος», ο Φέρμας εμφανίζεται στο γραφείο του Διονύση Παπαγιαννόπουλου μπαταρισμένος, με τσιρότα και δεμένο χέρι, καταγγέλλοντας ότι ο «τζες» της κόρης του (Τζένης Καρέζη) τον έκανε... ασήκωτο. Ο «τζες» δεν ήταν άλλος από τον χαμηλών τόνων Ηλιόπουλο, σε μια από τις πιο αστείες σκηνές του ελληνικού σινεμά.
Η μεγάλη του αδυναμία και οι θρύλοι
Ο Νίκος Φέρμας ήταν παντρεμένος με τη χορεύτρια και ηθοποιό Άννα Παντζίκα. Εκτός όμως από την τέχνη του, είχε και μία μεγάλη αδυναμία: το «χόρτο» και υπάρχουν αρκετές ιστορίες γύρω από αυτό.
Ο «αγιασμός» του Μπουρνέλη: Ο θεατρικός επιχειρηματίας Βασίλης Μπουρνέλης, περνώντας έξω από το καμαρίνι του Φέρμα και μυρίζοντας τον έντονο καπνό, αναρωτιόταν σκωπτικά: «Μπα! Τι γίνεται σήμερα; Πάλι αγιασμό έχουμε;».
Η γνωριμία με τον Ντίνο Δημόπουλο: Ο σκηνοθέτης είχε περιγράψει το πρώτο τους τετ-α-τετ:
- «Είσαι για μια τζούρα, αφεντικό;» τον ρώτησε ο Φέρμας με τη συρτή φωνή του.
- «Δεν καπνίζω», απάντησε ο Δημόπουλος.
- «Δεν είναι καπνός. Χόρτο είναι. Τράβα μία και θα αρχίσεις να πετάς. Τα πλάνα θα σου ’ρχονται το ένα μετά το άλλο σαν σύννεφα που τα κυνηγάει ο νοτιάς!».
Το «φάρμακο» στον Σωτήρη Μουστάκα: Όταν μοιραζόταν το καμαρίνι με τον νεαρό και αθώο τότε Σωτήρη Μουστάκα, ο τελευταίος τον ρώτησε τι είναι αυτό που καπνίζει. «Φάρμακο για το στομάχι», του απάντησε σοβαρός ο Φέρμας. Όταν κάποια μέρα ο Μουστάκας είπε ότι πονάει το στομάχι του και ζήτησε μια τζούρα, ο Φέρμας εξερράγη: «Mα καλά ρε Κύπριε, δεν κατάλαβες τι είναι; Χασίσι είναι!».
Το χασίσι στο θυμιατό του γάμου: Ο πιο απίστευτος θρύλος συνέβη στον γάμο του ίδιου του Φέρμα. Ο αδερφικός του φίλος και σκηνοθέτης, Αλέκος Σακελλάριος, αποφάσισε να του κάνει μια φάρσα. Όπως περιέγραψε ο θεατρικός συγγραφέας Λάκης Μιχαηλίδης, ο Σακελλάριος έριξε κρυφά μια φλουδίτσα χασίσι μέσα στο θυμιατήρι του παπά! Αποτέλεσμα; Οι προσκεκλημένοι άρχισαν να ζαλίζονται, ενώ ο παπάς «μαστούρωσε» τόσο πολύ που άρχισε να φωνάζει: «Εγώ είμαι η νυφούλα, εγώ θα σύρω τον χορό του Ησαΐα!», μετατρέποντας τον γάμο σε πανηγύρι.
Το τέλος
Η δημοσιότητα δεν αλλοίωσε ποτέ τον χαρακτήρα του. Παρέμεινε μέχρι το τέλος ο αυθεντικός, ντόμπρος άνθρωπος της διπλανής πόρτας.
Ο Νίκος Φέρμας «έφυγε» αναπάντεχα από τη ζωή, μια μέρα σαν σήμερα, στις 14 Αυγούστου 1972, σε ηλικία μόλις 67 ετών, αφήνοντας πίσω του μια σπουδαία παρακαταθήκη ρόλων που συνεχίζουν να ψυχαγωγούν τις επόμενες γενιές μέχρι και σήμερα.
Ένα νέο κεφάλαιο στην ελληνική ψυχαγωγία γράφεται με πρωταγωνιστές που γνωρίζουν καλά πώς να μετατρέπουν τη διασκέδαση σε εμπειρία: Ο Γιώργος Μαζωνάκης και ο όμιλος ΜΚ Group (Μαροσούλη - Κοταρίδη) ενώνουν ξανά τις δυνάμεις τους σε μια συνεργασία με πολλαπλές διαστάσεις.