Σαφές στίγμα για το πώς θα κινηθεί η Ευρώπη σε ενέργεια και τιμές έδωσαν από το 11ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών ο Βάλντις Ντομπρόβσκις και ο Κυριάκος Πιερρακάκης. Ο υπουργός Οικονομικών μιλώντας για την Ελλάδα ανέφερε πως οι πρόσφατες παρεμβάσεις κινούνται ήδη εντός των δημοσιονομικών ορίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ξεκαθαρίζοντας πως «δεν σκοπεύουμε να ανακοινώσουμε άλλο πακέτο μέτρων αυτήν τη στιγμή».
Όπως ανέφερε, η χώρα καταγράφει ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις, με πλεόνασμα που φτάνει το 4,9% και με ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, το οποίο από επίπεδα κοντά στο 210% μετά την πανδημία εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί περίπου στο 136% φέτος.
Τόνισε, ωστόσο, ότι η στρατηγική παραμένει διπλή: αφενός δημοσιονομική πειθαρχία και αφετέρου στοχευμένη στήριξη προς τους πιο ευάλωτους, σε πλήρη ευθυγράμμιση με την κατεύθυνση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Όμως, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενοπρόσθετων παρεμβάσεων μόνο σε περίπτωση επιδείνωσης της κρίσης, επισημαίνοντας ότι η Ελλάδα διαθέτει πλέον τη δημοσιονομική δυνατότητα να στηρίξει την οικονομία εφόσον αυτό καταστεί αναγκαίο.
Ο Ευρωπαίος Επίτροπος ανέφερε στη συζήτηση ότι η βασική πρόκληση αυτή τη στιγμή αφορά την πορεία των τιμών ενέργειας, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις και να συντονίζει τις κινήσεις της ώστε να περιορίσει τις πιέσεις όπου χρειαστεί. Στο πλαίσιο αυτό, εξετάζεται η αξιοποίηση διαθέσιμων εργαλείων, όπως τα στρατηγικά αποθέματα, ενώ ενισχύεται και ο συντονισμός μεταξύ των κρατών-μελών.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στα καύσιμα αεροπορίας, όπου – όπως σημειώθηκε – η Ευρώπη καλύπτει περίπου το 70% της ζήτησης από εγχώρια παραγωγή, με το υπόλοιπο να εξαρτάται από εισαγωγές. Σε αυτό το πεδίο, η έμφαση δίνεται στην έγκαιρη χαρτογράφηση εναλλακτικών πηγών προμήθειας, ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος διαταραχών, ειδικά σε περιόδους αυξημένης ζήτησης.
Παράλληλα, υπογραμμίστηκε ότι η αντίδραση της Ευρώπης θα κινηθεί εντός συγκεκριμένων δημοσιονομικών ορίων, καθώς το περιβάλλον υψηλότερων επιτοκίων και αυξημένων επιπέδων χρέους σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια δεν αφήνει περιθώρια για γενικευμένες παρεμβάσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, τα μέτρα που εξετάζονται είναι στοχευμένα, προσωρινά και προσαρμοσμένα στις πραγματικές ανάγκες κάθε οικονομίας.
Το «μάθημα» από τις παρεμβάσεις του 2022
Από την πλευρά του, ο Κυριάκος Πιερρακάκης υπογράμμισε ότι η εμπειρία της προηγούμενης ενεργειακής κρίσης έχει ήδη οδηγήσει σε πιο «φιλτραρισμένες» πολιτικές επιλογές. Όπως ανέφερε, αρκετές από τις παρεμβάσεις του 2022 είχαν περιορισμένη αποτελεσματικότητα ή ακόμη και αντίθετα αποτελέσματα, γεγονός που οδηγεί σήμερα σε μεγαλύτερη προσοχή στον σχεδιασμό.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στη σημασία του συντονισμού μεταξύ δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής, επισημαίνοντας ότι οι παρεμβάσεις θα πρέπει να κινούνται συμπληρωματικά και όχι ανταγωνιστικά, ώστε να διασφαλίζεται η σταθερότητα της οικονομίας.
Την ίδια ώρα, επεσήμανε ότι η εξέλιξη της κατάστασης θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από εξωγενείς παράγοντες, όπως η διάρκεια της κρίσης και οι επιπτώσεις στις ενεργειακές υποδομές, ενώ καθοριστικό ρόλο θα παίξει και το πώς θα αποτιμηθεί το ρίσκο από τις αγορές.
Στο ίδιο πλαίσιο και οι δυο ομιλητές έδωσαν έμφαση στη συνέχιση των επενδύσεων σε ενεργειακές υποδομές, δίκτυα και διασυνδέσεις, ως βασική προϋπόθεση για τη μείωση της εξάρτησης από εξωτερικούς παράγοντες. Όπως σημειώθηκε, η Ευρώπη έχει ήδη κάνει σημαντικά βήματα διαφοροποίησης σε σχέση με το 2022, ωστόσο η ανάγκη για περαιτέρω ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας παραμένει.
Παράλληλα, αναδείχθηκε η σημασία της συνολικής ευρωπαϊκής στρατηγικής, με έμφαση στην ενεργειακή ένωση, τη διαφοροποίηση πηγών και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των οικονομιών απέναντι σε εξωτερικά σοκ.
Επίσης υπογραμμίστηκε ότι η ανάπτυξη της Ευρώπης επηρεάζεται πλέον όχι μόνο από την ενέργεια αλλά και από ένα ευρύτερο περιβάλλον διεθνών πιέσεων, που περιλαμβάνει γεωπολιτικές εντάσεις και αυξημένη αβεβαιότητα στο παγκόσμιο εμπόριο.
Σε αυτό το περιβάλλον, η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, η βελτίωση της λειτουργίας της ενιαίας αγοράς και η καλύτερη αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων τίθενται στο επίκεντρο της οικονομικής πολιτικής, παράλληλα με τη διαχείριση των άμεσων πιέσεων στις τιμές ενέργειας.