Ποια γενιά «πόνεσε» περισσότερο; Οι Boomers έχτισαν, οι Millennials πλήρωσαν και η Gen Z αμφιβάλλει

Ποια γενιά «πόνεσε» περισσότερο; Οι Boomers έχτισαν, οι Millennials πλήρωσαν και η Gen Z αμφιβάλλει

Γράφουν ο καθένας για τη γενιά του: Χρήστος Χωμενίδης, Παναγιώτης Πετράκης, Δημοσθένης Δασκαλάκης, Μαίρη Νταφούλη, Κλαυδία, Βάσια Ατταριάν, Μιχάλης Δέλτα και Δημήτρης Παγαδάκης

Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Ποια γενιά «πόνεσε» περισσότερο; Οι Boomers έχτισαν, οι Millennials πλήρωσαν και η Gen Z αμφιβάλλει
Ο καθηγητής Οικονομικών Επιστημών Παναγιώτης Πετράκης θεωρεί ότι η γενιά των Millennials, δηλαδή όσοι γεννήθηκαν περίπου από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1990, είναι εκείνη που υπέστη το μεγαλύτερο σοκ της οικονομικής κρίσης, μια περίοδο που «μπορεί κανείς να τη συγκρίνει με σχεδόν πολεμικού τύπου καταστροφές». Πρόκειται για τη γενιά που «υπέστη τα περισσότερα από οποιονδήποτε». Η ανεργία, η συρρίκνωση των εισοδημάτων, η τραπεζική κρίση, η αδυναμία πρόσβασης στη στέγη και η κρίση εμπιστοσύνης δημιούργησαν «ένα διαρκές τραύμα το οποίο δεν έχει επουλωθεί».

Ο καθηγητής Κοινωνιολογίας του ΕΚΠΑ, Δημοσθένης Δασκαλάκης, υποστηρίζει ότι οι Millennials αποτέλεσαν την πρώτη γενιά που εισήλθε μαζικά σε ένα καθεστώς απορρύθμισης της αγοράς εργασίας, υπενθυμίζοντας ότι η ανεργία των νέων τη δεδομένη περίοδο έφτασε στο 67%, ενώ ξεκίνησε το λεγόμενο «brain drain». Κατά τον ίδιο, η συχνή αλλαγή εργασίας, χαρακτηριστικό γνώρισμα της νέας γενιάς εργαζομένων, δεν αποτελεί ένδειξη διαφορετικής κουλτούρας απέναντι στη δουλειά, αλλά συνέπεια μιας αγοράς εργασίας που έχει μετατραπεί σε «περιστρεφόμενη πόρτα», όπου «μία θέση εργασίας δεν είναι πλέον ικανή να εξασφαλίσει σταθερότητα».

Ο κ. Πετράκης εκτιμά ότι οι Millennials, παρότι κουβαλούν το τραύμα της οικονομικής κρίσης, έχουν πλέον εισέλθει σε μια «δύσκολη κανονικότητα», προσαρμοζόμενοι σταδιακά στη νέα πραγματικότητα. Ωστόσο, θεωρεί ότι «η γενιά που πρέπει να προσέξει κανείς περισσότερο σήμερα είναι η Gen Z». Ο κ. Δασκαλάκης είναι ακόμη πιο κατηγορηματικός, υποστηρίζοντας ότι οι γεννημένοι μεταξύ 1997 και 2012 «βρίσκονται στη χειρότερη θέση».

Οι δύο ειδικοί συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι οι νεότεροι ενηλικιώνονται μέσα σε περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, υψηλού κόστους ζωής και περιορισμένων προοπτικών. Ο κ. Πετράκης δίνει έμφαση στην «εργασιακή επισφάλεια λόγω της μεταβολής της τεχνολογίας», επισημαίνοντας ότι «πολλοί νέοι δυσκολεύονται να κάνουν μακροπρόθεσμα σχέδια» και ζουν περισσότερο για το παρόν.

Ποια γενιά «πόνεσε» περισσότερο; Οι Boomers έχτισαν, οι Millennials πλήρωσαν και η Gen Z αμφιβάλλει

H δρ Μαίρη Νταφούλη, ψυχολόγος - ψυχοθεραπεύτρια PhD, τονίζει: «Υπάρχουν αρκετά στοιχεία σήμερα ότι οι νεότερες γενιές, ιδιαίτερα η Gen Z και μέρος των Millennials, βιώνουν υψηλότερα επίπεδα άγχους, μοναξιάς και αίσθησης αβεβαιότητας σε σχέση με παλαιότερες γενιές στην ίδια ηλικία. Φαίνεται να μεγαλώνουν μέσα σε περιβάλλον με υψηλότερη γνωστική και κοινωνική πίεση, λιγότερη σταθερότητα, συνεχή ψηφιακή έκθεση και μόνιμη αίσθηση αξιολόγησης. Θα έλεγε κανείς ότι η Gen Z είναι ψυχολογικά αλλά κυρίως υπαρξιακά κουρασμένη, αναζητά, θέλει να παράξει, αλλά όλα δείχνουν ανώφελα σε έναν ασταθή και ενδεχομένως μη δίκαιο κόσμο».

Οι πρώτοι Boomers (γεν. 1946-1964), που μεγάλωσαν σε μια κατεστραμμένη από τις συρράξεις χώρα και μπήκαν στην αγορά εργασίας την περίοδο της δικτατορίας, είχαν την αίσθηση ότι τα χειρότερα είναι πίσω τους και η ελπίδα ήταν η πυξίδα τους. Οι μεταγενέστεροι Boomers και μεγάλο μέρος της Gen X (γεν. 1965-1980) βρέθηκαν σε συνθήκες μεγαλύτερης σταθερότητας, σε μια περίοδο όπου επικράτησαν πολιτικές δημιουργίας θέσεων εργασίας και θεμελίωσης του κοινωνικού κράτους, κάτι που «αποτέλεσε ιδεώδες πλαίσιο για την είσοδο νέων στην αγορά εργασίας».

Κλείσιμο
Η Gen X πρόλαβε για ένα ικανό διάστημα αυτή τη σταθερότητα, αλλά αργότερα βρέθηκε εκτεθειμένη στις μεγάλες οικονομικές αλλαγές με τις οποίες ακόμη παλεύει. Ωστόσο, οι νεότερες γενιές δεν γνώρισαν ποτέ αντίστοιχη συνθήκη σταθερότητας. Οπως σημειώνει ο κ. Δασκαλάκης, «η Gen Z βιώνει την απογοήτευση από την ίδια την έναρξη της καριέρας της», ενώ «οι Millennials κουβαλούν την κόπωση του να προσπαθούν να προσαρμοστούν σε ένα ασταθές σύστημα που συνεχώς αλλάζει τους κανόνες». Για τους δύο πανεπιστημιακούς, αυτή ακριβώς η αίσθηση διαρκούς αβεβαιότητας είναι που διαφοροποιεί καθοριστικά την εμπειρία των νεότερων γενιών σε σχέση με εκείνη των προηγούμενων.

Ποια γενιά «πόνεσε» περισσότερο; Οι Boomers έχτισαν, οι Millennials πλήρωσαν και η Gen Z αμφιβάλλει

Βaby Boomers

H περήφανη και καταφρονημένη γενιά της ειρήνης

Οσοι γεννηθήκαμε από το 1946 έως και το 1964, βαφτιστήκαμε «baby boomers» από την έκρηξη γεννήσεων που σημειώθηκε κατά την ίδια περίοδο. Θεωρούμαστε η πιο τυχερή γενιά στη σύγχρονη Ιστορία. Γιατί βρεθήκαμε συμπτωματικά στο σωστό μέρος τη σωστή στιγμή. Ηρθαμε στον κόσμο σε μια εποχή αισιοδοξίας, ραγδαίας επέκτασης και άνευ προηγουμένου οικονομικής άνθησης. Μοιραστήκαμε στο ίδιο χρονικό διάστημα κοινά ιστορικά, κοινωνικά και τεχνολογικά βιώματα. Αντλήσαμε κοινές πολιτισμικές, πολιτικές, οικονομικές και τεχνολογικές επιρροές που διαμόρφωσαν την ταυτότητά μας. Παρότι μεγαλώσαμε πια, φεύγουμε από το προσκήνιο, αραιώνουμε από την αγορά εργασίας, συνταξιούχοι πλέον, γονείς, παππούδες και γιαγιάδες σφραγίσαμε με το αποτύπωμά μας το γεφύρωμα δύο αιώνων Ιστορίας.

Ξεπεράσαμε, άλλωστε, κατά πολύ τον παλαιότερο μέσο όρο προσδόκιμης ζωής. Αν η προηγούμενη γενιά είχε μάθει τη διαχείριση της επιβίωσης, εμείς μαθητεύσαμε στην προσδοκία. Πιστέψαμε ότι οι στερήσεις των γονιών μας αποτελούσαν κατάλοιπα μιας ξεπερασμένης εποχής. Οχι της δικής μας. Αποκλίναμε δραστικά από τις συντηρητικές αξίες των ηλικιωμένων, αρνηθήκαμε την παλιομοδίτικη εγκράτειά τους, αμφισβητήσαμε τις στερεοτυπικά αυστηρές συμπεριφορές τους που προσδιορίζονταν από διαφορετικές ανάγκες. Αποσυνδεθήκαμε απ’ ό,τι φάνταζε μίζερο χθες: τη μεταπολεμική ανέχεια, τη μετεμφυλιακή ταλαιπωρία, τη μετανάστευση στην ξενιτιά.

Ονειρευτήκαμε ότι κάθε χρόνος θα είναι καλύτερος από τον προηγούμενο. Φανταστήκαμε ένα αδιατάρακτο μέλλον ευημερίας που το εγγυόταν η αλματώδης τεχνολογική πρόοδος. Πλάσαμε με τον νου έναν κόσμο στον οποίο όλες οι δυνατότητες προκοπής και ανάπτυξης δεξιοτήτων ήταν ανοιχτές, ευοίωνες και εφικτές. Δικαιολογημένα, ίσως. Ποτέ άλλοτε δεν σπούδασαν τόσο πολύ τόσο πολλοί νέοι άνθρωποι. Βρήκαμε δημοκρατικά ανοιχτές τις πόρτες των δημόσιων πανεπιστημίων και τις διαβήκαμε μαζικά μέσα από αδιάβλητες εξετάσεις. Αποκτήσαμε από τα AEI μια πανοπλία πτυχίων και διπλωμάτων και ως προσοντούχοι -όχι απαραίτητα μορφωμένοι- κατευθυνθήκαμε αξιοπρεπώς προς τον εργασιακό βίο.

Ποτέ πριν η βιομηχανία δεν προσέφερε τόσο εντυπωσιακή γκάμα προσιτών μαζικών προϊόντων ώστε να διαμορφωθεί μια συναίνεση υπερκαταναλωτικής ευδαιμονίας. Ποτέ στο παρελθόν δεν υπήρξαν τόσες κοινωνικές παροχές, δίχτυα υγειονομικής περίθαλψης και ασφάλειας. Κι ακόμη, τόσες καινοτόμες εξελίξεις στην ιατρική επιστήμη, που πρόσφεραν πρόσβαση σε βελτιωμένες θεραπείες, αντισύλληψη και άμβλωση. Πώς να μην επιβιβαστεί η γένια μας στην ξέφρενη κούρσα μιας κοινωνίας που γνώριζε τη μεγαλύτερη και πιο ακμαία μεταμόρφωσή της σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα;

Σαν να μεταβήκαμε καταιγιστικά από τον γάιδαρο στο αεροπλάνο

Εναρμονιστήκαμε και ευθυγραμμιστήκαμε με την κουλτούρα που ραγδαία διαμορφωνόταν. Αγοράσαμε βαθμιαία αυτοκίνητο, μοτοσικλέτα, καλλυντικά, επώνυμα ρούχα μόδας, κατοικήσαμε σε διαμερίσματα με όλα τα σύγχρονα κομφόρ, ταξιδέψαμε. Ανοίχτηκε μπροστά μας ο κόσμος. Ημασταν η πρώτη γενιά που είδε στην ασπρόμαυρη τηλεόραση αστροναύτη να περπατά στο Φεγγάρι. Συνδεθήκαμε με τα παγκόσμια γεγονότα σε πραγματικό χρόνο. Να σκεφτεί κανείς ότι οι πρώτες μας αναμνήσεις περιείχαν κεραμίδια, ασβέστη, λασπωμένες αλάνες, σκονισμένους χωματόδρομους, σόμπες πετρελαίου, ψυγεία με πάγο και μανάδες σε αυλές που φύλαγαν το χθεσινό ψωμί σαν να ήταν πολύτιμο οικογενειακό κειμήλιο.

Αλλάξαμε μαζί με τα ήθη και τις αντιλήψεις που όριζε η καινούρια εποχή. Οι μεγαλύτεροι της γενιάς μας έζησαν τραυματικά τη λογοκρισία, τις εξορίες, τις φυλακίσεις της επτάχρονης δικτατορίας των συνταγματαρχών με τις στολές που μύριζαν ναφθαλίνη, καταστολή των ελευθεριών, φόβο και καταπίεση. Αλλοι από εμάς σώπασαν. Αλλοι βολεύτηκαν. Αλλοι αντιστάθηκαν με αποκορύφωμα την εξέγερση του Πολυτεχνείου.

Και μετά; Μετά βιώσαμε παθιασμένα τη μεταπολιτευτική έκρηξη, την επάνοδο και την εμπέδωση της Δημοκρατίας. Ενταχτήκαμε σε πολιτικές νεολαίες και κόμματα, κολλήσαμε αφίσες, διαδηλώσαμε ορμητικά με συνθήματα, σημαίες και λάβαρα.

Μεθύσαμε με ρετσίνα σε καπνισμένες ταβέρνες, τραγουδήσαμε φωναχτά Μίκη, Μάνο, Νιόνιο, αλλά και αντάρτικα. Ξεφαντώσαμε, ξενυχτήσαμε, διασκεδάσαμε, χορέψαμε. Ροκάραμε, παρτάραμε, κλαμπάραμε. Συνωστιστήκαμε ασφυκτικά μέχρι πλήρους τσαλαπατήματος σε ανοιχτές συναυλίες. Γλεντήσαμε με άσματα λαϊκά, μερακλώσαμε με ρεμπέτικα, καψουρευτήκαμε με σκυλάδικα. Διαβάσαμε Μαρξ αλλά και Ζεράρ ντε Βιλιέ.

Στοχαστήκαμε με τους μεγάλους δημιουργούς του σινεμά και χαβαλεδιάσαμε με τις σαχλαμάρες των ντόπιων βιντεοταινιών. Ρομαντζάραμε με ελεύθερο κάμπινγκ σε ανυποψίαστες, ερημικές νησιώτικες παραλίες και γνωρίσαμε τον ελεύθερο έρωτα. Μας τρόμαξε το AIDS, αλλά το ξεπεράσαμε καθώς εμπιστευτήκαμε ορθολογικά τη συνδρομή της επιστήμης. Ζήσαμε με άγχος στη σκιά τη κορύφωσης του Ψυχρού Πολέμου, αλλά τον είδαμε να καταρρέει μαζί με το Τείχος του Βερολίνου. Την ίδια στιγμή, στον τόπο μας αποσυνδεθήκαμε, απελευθερωτικά, από τον κρατικό έλεγχο με την έκρηξη της ιδιωτικής τηλεόρασης και ραδιοφωνίας.

Αποτελέσαμε το πιστό κοινό τους, το πρόσωπο και τη φωνή τους, υπηρετήσαμε συνειδητά ή άθελά μας τον ανταγωνισμό, το επίχρισμα εγκυρότητας και την εντυπωσιοθηρία τους. Τα φέραμε από δω, τα φέραμε από κει, γίναμε δημόσιοι υπάλληλοι, μηχανικοί, μικρο- και μεγαλοεπιχειρηματίες, συνδικαλιστές, εργολάβοι, καθηγητές, γιατροί, μουσικοί κ.λπ. Μικρομεσαιοαστικοποιηθήκαμε με ποικίλες διαστρωματώσεις σαν να μας χάριζαν μια υπόσχεση αιωνιότητας. Ημασταν πια η κυρίαρχη γενιά στα δημόσια πράγματα. Αφομοιωθήκαμε οργανικά με όλες τις παθογένειές τους, αλλά εκπληρώσαμε τις προσδοκίες της ειρηνικής αναπτυσσόμενης, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, Ελλάδας.

Ημασταν πλέον η ενήλικη ραχοκοκαλιά της. Στην πολιτική συναντηθήκαμε -ψηφίζοντας ή όχι- με δύο τουλάχιστον Παπανδρέου στην πρωθυπουργία, δύο Καραμανλήδες και δύο ακόμη Μητσοτάκηδες. Με διαλείμματα εκπροσώπων του ευρωπαϊκού εκσυγχρονισμού αλλά και του δημαγωγικού λαϊκισμού στην εξουσία. Παρασυρθήκαμε σχεδόν με εφηβική διάχυση ζωτικότητας από τις μοντέρνες τάσεις που μετεξελίχθηκαν σε φάσεις πλησμονής και φενάκης. Τζογάραμε, ώριμοι πια, αλλά επιπόλαιοι, σαν να μην υπήρχε αύριο στο Χρηματιστήριο. «Ξεβλαχέψαμε» δήθεν με το ντόπιο λάιφσταϊλ της αστακομακαρονάδας.

Ξιπαστήκαμε από τη δίψα της κοσμικής ανόδου

Μοιραστήκαμε αισθητικές αναζητήσεις και πνευματικές ανησυχίες με τον τρόπο που κλείναμε ρεζερβέ στα κομψά στέκια της Μυκόνου πρώτο τραπέζι-πίστα στα μπουζούκια, συναναστρεφόμασταν λαμόγια της αρπαχτής, συχνάζαμε σε φαραωνικές βίλες της ευυπόληπτης οικονομικής ελίτ. Ναι, εμείς οι ίδιοι οι εγωιστές boomers, της γενιάς των Beatles και των αειθαλών Stones, της χίπικης αντικουλτούρας, του εξεγερσιακού Μάη του ’68, των ρευμάτων των πολιτικών δικαιωμάτων, του φεμινισμού, του πρώιμου ανατρεπτικού πανκ σαν να συμφιλιωθήκαμε με το καθιερωμένο σύστημα.

Δεν σαγηνευτήκαμε, δεν μιμηθήκαμε, ούτε θαυμάσαμε τον κυνισμό του. Κρατήσαμε, στην πλειονότητά μας, κάποιες αξιακές αναφορές, αλλά ατομικά μονιάσαμε με την περιφρονητική αδιαφορία του. Από τάχα πρώην αδάμαστοι επαναστάτες κουρέψαμε τα ατίθασα μακριά μαλλιά, ξυρίσαμε τα μούσια, πετάξαμε τις φανταχτερές και προκλητικές ενδυματολογικές φορεσιές μας. Ντυθήκαμε με γραβάτα, κοστούμια και ταγιέρ. Συμβιβαστήκαμε με την παρασιτική απληστία των άλλων.

Συντονιστήκαμε με τα ακαλαίσθητα γούστα της πλεονεξίας τους. Αγοράσαμε αμφίβολης αισθητικής μεζονέτες στη μέση του πουθενά ενισχύοντας τη φούσκα των ακινήτων των προαστίων. Χτίσαμε, περιβαλλοντικά αναίσθητοι, αυθαίρετα εξοχικά με προοπτική πανωσηκώματος στις ερημιές. Προσποιηθήκαμε αμέριμνα με δανεικά τους χλιδάτους.

Περάσαμε σε νανοδευτερόλεπτα από το χώμα στην άσφαλτο. Από το τραμ και τον αραμπά στο λουσάτο Ι.Χ. Από τη μικροαποταμίευση στα στεγαστικά και τα διακοποδάνεια. Από τις συλλογικές στερήσεις της προηγούμενης γενιάς διαβήκαμε μεμιάς στην υπερκατανάλωση με πιστωτικές κάρτες. Νομίσαμε ότι ο ρους της Ιστορίας τέλειωσε μαζί μας. Το χειρότερο, βολεμένοι στον καναπέ, υποθηκεύσαμε το αύριο και χρεώσαμε απερίσκεπτα τις επόμενες γενιές.

H κατάρρευση της ελπιδοφόρας αφήγησης

Πράγματι, τηρουμένων των αναλογιών, διανύσαμε μια σχετικά χαρισάμενη ζωή. Μεγάλοι πια πληρώσαμε το κόστος της ανεμελιάς μας και την απρονοησία όσων εκλογικά εμπιστευτήκαμε. Βιώσαμε την πιο σκληρή στιγμή της βαθιάς οικονομικής κρίσης και της χρεοκοπίας της πατρίδας. Μπροστά στα μάτια μας κατέρρευσε η ελπιδοφόρα αφήγηση που μας κράτησε όρθιους και προνομιούχους επί δεκαετίες. Δεν πεινάσαμε όπως οι παππούδες μας, αλλά είδαμε τις συντάξεις μας να ακρωτηριάζονται. Τα ΑΤΜ να λουκετιάζουν τις όποιες καταθέσεις από το υστέρημά μας. Τα παιδιά μας που με τόσα βάσανα και θυσίες σπουδάσαμε να μεταναστεύουν για μια αξιοπρεπή επαγγελματική απασχόληση στο εξωτερικό. Βουλιάξαμε απρόσμενα στην αβεβαιότητα και τη σύγχυση.

Καταλήξαμε με μισοάδειες σακούλες του σούπερ μάρκετ να συζητάμε ξανά για κόστη και χρέη, όπως οι ανασφαλείς και μετρημένοι φουκαράδες γονείς μας κουβέντιαζαν με άδεια χέρια έξω από τα ρολά του τοπικού μπακάλικου. Ωστόσο, η απαισιοδοξία δεν μας κυρίευσε. Η αυτοπεποίθηση δεν μας εγκατέλειψε. Στα συρτάρια δεκαετιών ευμάρειας, κάτω από τους στοιβαγμένους απλήρωτους λογαριασμούς της κρίσης, ανέκαθεν ανάσαινε, ασθενικά έστω, η ελπίδα της επανόδου στην κανονικότητα.

Στο σαλόνι μας συνέχισε να δεσπόζει η πολλών ιντσών έγχρωμη τηλεόραση, με δορυφορικό Wi-Fi και συνδρομητικά κανάλια πλάι στο παλιό στερεοφωνικό. Στα σπίτια μας παρέμειναν άθικτα τα ιταλικά πλακάκια στο μπάνιο, λουστραρισμένο το μασίφ παρκέ στα υπνοδωμάτια και ενεργά τα ηλεκτρικά στόρια στα αλουμινένια παράθυρα. Το air condition δεν δούλευε στο φουλ, ούτε η αυτόνομη ή κοινόχρηστη θέρμανση φυσικού αερίου.

Βοήθησαν τα οικονομικά αποθέματα, οι καβάντζες, οι αποταμιευμένες στη ζούλα εφεδρείες από ευνοϊκότερες περιόδους που δεν σκορπίστηκαν σπάταλα για καυχησιάρικη επιδεικτικότητα ανούσιων ανέσεων. Το κυρίαρχο ήταν πως δεν παραιτηθήκαμε στις δυσκολίες, ούτε παραλύσαμε από τον φόβο χειρότερων δεινών. Η ταυτότητά μας, που συγκροτήθηκε στη ράχη του ευδαιμονικού κύματος του ελληνικού μοντέλου ανάπτυξης, αρνήθηκε σθεναρά να αποσαθρωθεί.

Τη βγάλαμε, πάντως, σχετικά καθαρή

Μουδιάσαμε στο σοκ των απωλειών, γαλβανιστήκαμε οδυνηρά στη συγκυρία, αλλά αμυνθήκαμε στην καθημερινή ζωή και τη δημόσια σφαίρα. Ετσι, καλομάθαμε ή κακομάθαμε. Η παράδοση στην ηττοπάθεια δεν μας ταίριαζε. Φτωχύναμε και συρρικνωθήκαμε, αλλά δεν ισοπεδωθήκαμε.

Το παλέψαμε. Σίγουρα, γνωρίσαμε ευδοκίμηση και χαΐρι τα ευνοϊκότερα περασμένα χρόνια εμείς, οι θεωρούμενοι σήμερα ξενοφοβικοί, έστω κι αν δίνουμε ρέστα σε αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Το ζήτημα που παραμένει κρίσιμο είναι τι κληροδοτήσαμε στους άμεσους απογόνους μας. Τι παραδώσαμε στη λεγόμενη δημογραφική «γενιά Χ» που μας διαδέχτηκε. Ποια είναι η υπόσχεση της επιτυχίας που της αφιερώσαμε και ποιος εντέλει ο αποπνικτικός αέρας ματαίωσης και διάψευσης που της μεταβιβάσαμε. Σαφώς και εμείς, οι πότε δοξασμένοι και άλλοτε καταφρονημένοι baby boomers, είμαστε η πρώτη μεταπολεμική γένια που βίωσε επί μακρόν γαλήνια ειρήνη. Ανήκουμε στο ηλικιακό σύνολο της εποχής της αντιπαροχής και συγκαταλεγόμαστε στην ηρωική ανάμνηση του ξεσηκωμού επί χούντας στο Πολυτεχνείο.

Ας ελπίσουμε ότι η Ιστορία θα μας αποτιμήσει δίκαια τόσο για τα στραβά όσο και για τα σωστά μας. Ας μας αξιολογήσει στα εύθραυστα γηρατειά μας, τουλάχιστον, θετικά σε ό,τι αφορά τη μακρόχρονη φορολογική συνδρομή από τους κόπους της δουλειάς μας στο κράτος. Κι ας διαγράψει την αλλοτινή δυναμική σχέση με την πραγματικότητα που μας περιέβαλλε. Αφού επιβιώσαμε από τη χρεοκοπία και επιζήσαμε από την πανδημία σε μια Ελλάδα που δεν μας μοιάζει πια, δεν μας νοιάζει η υστεροφημία.

Generation X

Χρήστος Χωμενίδης / συγγραφέας: Βρεθήκαμε στο χείλος του γκρεμού

Η πιο καθοριστική κρίση προφανώς για τη γενιά μας ήταν η χρεοκοπία του ελληνικού κράτους και τα μνημόνια. Αυτή η σχεδόν δεκαετία που βρεθήκαμε με την ψυχή στο στόμα. Και το τρομερό είναι ότι αυτή η κρίση μάς χρεώθηκε κιόλας. Ενοχοποιηθήκαμε από τους νεότερους ότι εμείς ευθυνόμαστε με την ανεύθυνη και αλόγιστη συμπεριφορά μας και τους στερήσαμε ό,τι θα έπρεπε οι ίδιοι να χαρούν. Αυτό θα μπορούσε να μας δημιουργήσει και μεγάλες ενοχές. Εγώ αποκρούω την ενοχή.

Δεν το είχαμε κατεβάσει από το κεφάλι μας. Είχαμε διαβεβαίωση από τις ηγεσίες -και όχι μόνο τις πολιτικές- ότι τα πράγματα πάνε πάρα πολύ καλά και όσο περισσότερο καταναλώνουμε τόσο περισσότερο ενδυναμώνουμε την οικονομία. Το καλοκαίρι του 2015 βρεθήκαμε στο χείλος του γκρεμού. Είχα απόλυτη συνείδηση ότι δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις και ότι όσοι έλεγαν πως θα σκίσουν τα μνημόνια εξαπατούσαν τον ελληνικό λαό.

Ποια γενιά «πόνεσε» περισσότερο; Οι Boomers έχτισαν, οι Millennials πλήρωσαν και η Gen Z αμφιβάλλει

Πήρα καθαρή θέση υπέρ του «ΝΑΙ», γιατί καταλάβαινα ότι το «ΟΧΙ», αν εφαρμοζόταν, θα ήταν καταστροφικό για τη χώρα. Υπέστην τρομερό διαδικτυακό bullying, διαλύθηκαν φιλίες, υπήρξε πικρία. Από την άλλη μεριά, όμως, όταν ο άλλος σε στοχοποιεί και σε λέει «γερμανοτσολιά», προφανώς τελειώνει η σχέση. Παρ’ όλα αυτά, έχω μια περηφάνια ότι, από τη στιγμή που είχα δημόσιο λόγο, όφειλα να τον τιμήσω λέγοντας ξεκάθαρα αυτό που πίστευα και μπορούσα να επιχειρηματολογήσω γι’ αυτό.

Πιστεύω ότι σε κάθε γενιά αντιστοιχεί μια μεγάλη κρίση. Η δική μας ήταν αυτή. Και στον βαθμό που δεν διαλυθήκαμε τελείως, μπορούμε να πούμε ότι βγήκαμε ενδυναμωμένοι ψυχικά, έστω και με τραύματα και ανοιχτές πληγές. Βέβαια, ήμασταν και καλομεγαλωμένοι. Εχουμε περάσει πολύ ωραία, μας έχουν φροντίσει πάρα πολύ οι γονείς μας.

Οι γονείς μας ήταν τα παιδιά της Κατοχής, οπότε ήθελαν τα δικά τους παιδιά να περάσουν σαφώς καλύτερα. Στη δική μας εποχή υπήρχε ακόμη η αίσθηση της κοινωνικής κινητικότητας. Ο γιος του εργάτη μπορούσε να γίνει οτιδήποτε. Αισθανόσουν ότι το όριο είναι ο ουρανός. Αυτό σήμερα φθίνει όλο και περισσότερο. Και τα χρήματα επίσης δεν ήταν το σπουδαίο θέμα, όπως έγιναν αργότερα. Αν έβλεπες κάποιον να ασχολείται υπερβολικά με τα λεφτά, έλεγες «έλεος!». Υπήρχε μεγαλύτερη αίσθηση προοπτικής.
Πάντως, καλό είναι να έχουμε και μια αντίληψη της Ιστορίας.

Αν οι Millennials έχουν ένα τραύμα από τα μνημόνια, η προ-προηγούμενη γενιά είχε το τραύμα της Μικρασιατικής Καταστροφής, του πολέμου, της Κατοχής, του Εμφυλίου. Ολοι οι άνθρωποι καλούνται να ζήσουν με τα τραύματά τους. Οι φοβερές ταλαιπωρίες σε κάνουν πιο ανθεκτικό και σου δίνουν μια αίσθηση των πραγματικών μεγεθών, τι είναι πραγματικά σημαντικό και τι έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Ισως βέβαια να σε κάνουν και λίγο πιο «μονοκόμματο». Η γιαγιά και ο παππούς μας δεν θα έμπαιναν στην πολυπλοκότητα των σχέσεων. Θα έλεγαν «εφόσον βγάζω το ψωμί μου και δεν πέφτουν βόμβες, είμαι μια χαρά».

Τα σημερινά παιδιά είναι πολίτες του κόσμου με έναν τρόπο που εμείς δεν ήμασταν. Η Ευρώπη για αυτά τα παιδιά είναι ο φυσικός τους χώρος. Και βέβαια η Ελλάδα έχει προοδεύσει πολύ, έστω με δύο βήματα μπρος και ένα πίσω.

Οταν εμείς ήμασταν μικροί, η διαφορετικότητα -κυρίως η ερωτική διαφορετικότητα- αντιμετωπιζόταν με έναν τρόπο βάναυσο. Σήμερα πολλά πράγματα είναι αυτονόητα. Αρα, ναι, παρά τις δυσκολίες, συνολικά υπάρχει πρόοδος.

Ποια γενιά «πόνεσε» περισσότερο; Οι Boomers έχτισαν, οι Millennials πλήρωσαν και η Gen Z αμφιβάλλει

Μιχάλης Δέλτα / μουσικός - συγγραφέας: Η αβεβαιότητα ως κίνητρο

Οταν σκέφτομαι τα παιδικά μου χρόνια, θυμάμαι να είμαι ξαπλωμένος στον κήπο του πρώτου πατρικού μου σπιτιού στο Περιστέρι, επάνω σε χιλιάδες χαμομήλια, και να ακολουθώ την αργή κίνηση από τα σύννεφα στον γαλάζιο ουρανό. Θυμάμαι χαρακτηριστικά πως, ενώ δεν ήμουν πάνω από 6 ετών, είχα πει στον εαυτό μου εκείνη τη συγκεκριμένη ηλιόλουστη μέρα: «Δεν ανήκω εδώ, δεν έχω καμία σχέση με κανέναν από όλους αυτούς». Η μοναδική ασφάλεια που ένιωθα στην έκφρασή μου ήταν κυρίως μέσω της μουσικής, αλλά και της ζωγραφικής.

Καμία ασφάλεια δεν μου παρείχε ψυχολογικά και συναισθηματικά ούτε το οικογενειακό, ούτε το κοινωνικό περιβάλλον. Οταν απολύθηκα από φαντάρος, αποφάσισα να μείνω μόνος μου, δεν υπήρχε η πολυτέλεια της σκέψης «εύκολα ή δύσκολα». Εργάστηκα δύο χρόνια ως πωλητής σε ρούχα και ασχολήθηκα λίγο με τη γραφιστική. Μετά δημιουργήθηκαν οι Στέρεο Νόβα. Η επιτυχία στα 20 ήταν για μένα να έχω ένα δικό μου σπίτι, το οποίο να πληρώνω από τον μισθό μου. Επιτυχία υπήρξε η ανεξαρτητοποίησή μου από την οικογένειά μου και το γεγονός πως στάθηκα από 20 ετών στα πόδια μου και τα έκανα όλα μόνος μου, δίχως τις οικονομικές πατερίτσες και τις εκβιαστικές φοβίες που χαρακτηρίζουν σήμερα κάθε ελληνική οικογένεια.

Είχα πάντοτε εμπιστοσύνη στη δύναμη της θέλησής μου. Οσο για το σύστημα, γνώριζα από νωρίς το πόσο εναντίον μου θα είναι για μια ζωή, καθότι είχα διαμορφώσει πολιτική συνείδηση και για την ηλικία μου υπήρξα ιδιαίτερα αφυπνισμένος. Από τη μία, η αβεβαιότητα υπήρξε το κίνητρο της δράσης και της δημιουργικότητάς μου και από την άλλη πλευρά του νομίσματος τροφοδοτούσε κατά καιρούς ένα άγχος για την οικονομική σταθερότητα. Στη δική μου ζωή, βέβαια, τίποτα δεν υπήρξε δεδομένο. Οδηγός της εξέλιξής μου ήταν η αβεβαιότητα. Σε αντίθεση με την εποχή μας, όπου ο κάθε νέος έχει υπογράψει ως κληρονομιά την ψυχική του αιχμαλωσία σε ένα διαμέρισμα το οποίο του παρέχεται στην οικογενειακή πολυκατοικία των γονιών του.

Από την οποία δεν πρόκειται να απεμπλακεί ποτέ και να βρει το νόημα της ζωής του. Αυτό που άλλαξε είναι το πώς βλέπω τη ζωή και τη βιωματική μου επίγνωση. Ο θάνατος είναι η τελευταία πόρτα που θα ανοίξω για να συνεχίσω να ζω. Η σχέση μου με την πνευματική διάσταση της ύπαρξής μου στάθηκε μέγας οδοδείκτης στις δοκιμασίες και τις μεταμορφωτικές μετατοπίσεις μου.

Η γενιά μου πιστεύω πως κέρδισε μάχες οι οποίες αφορούσαν τα ανθρώπινα δικαιώματα, την κοινωνική αντιμετώπιση της γυναίκας, των ομοφυλόφιλων και των αλλοδαπών. Την ίδια στιγμή έχασε αξίες και το πνευματικό της γίγνεσθαι διότι βούτηξε στον υλισμό όπου και έχασε το νόημα όταν στράφηκε στον νεοπλουτισμό, στο Χρηματιστήριο και την ανόητη αθεΐα της νεωτερικότητας.

Στους νεότερους θα ήθελα να πω να μείνουν μόνοι τους αν θέλουν να ζήσουν με χαρά, με αυτογνωσία, αν θέλουν να γίνουν ωφέλιμοι άνθρωποι. Ζήστε άφοβα!

Ποια γενιά «πόνεσε» περισσότερο; Οι Boomers έχτισαν, οι Millennials πλήρωσαν και η Gen Z αμφιβάλλει

Millennials

Βάσια Ατταριάν / σκηνοθέτιδα: Πάθαμε κατάθλιψη πολύ νωρίς

Υπήρξα τυχερή στα πρώτα μου επαγγελματικά βήματα. Δεν γνώριζα τι σημαίνει ένσημα, τι σημαίνει βία στη δουλειά. Σήμερα χρωστάω τα πάντα σε αυτούς που συνάντησα και μου έμαθαν όλα αυτά, καθώς και σε αυτούς που έρχονται μετά από εμένα, ώστε να μην τους χαλάσω την πιάτσα, να μην πάρω καμία απόφαση που θα κάνει τη δική τους εργασιακή ζωή πιο άδικη και να μη δημιουργήσω προηγούμενο. Επιτυχία στα 20 θεωρούσα ότι θα ήταν μέχρι τα 35-40 να σκηνοθετώ σε μεγάλους οργανισμούς. Ευτυχία το να ερωτευτώ κινηματογραφικά. Το πρώτο άλλαξε νωρίς και ευτυχώς.

Η έννοια της επιτυχίας είναι κατασκευή του συστήματος και στη γενιά μου ήταν μια μανία με την οποία σε μεγάλωναν. Το δεύτερο ματαιώθηκε πολύ πρόσφατα. Θεωρώ ότι το σύστημα είναι εχθρός πάντοτε και δεν το εμπιστεύομαι. Δεν είχα ποτέ εμπιστοσύνη στον εαυτό μου με την έννοια του ατομικισμού ή της προσωπικής επιτυχίας. Είχα στους ανθρώπους, στους συναδέλφους, σε συλλογικές αποφάσεις, και μέχρι σήμερα μόνο αυτό με έχει σώσει σε επαγγελματικό και προσωπικό επίπεδο.

Τα πράγματα έγιναν πιο αβέβαια προφανώς με την κατάρρευση της οικονομίας και της φούσκας των 80s και των 90s, που εμένα με βρήκε στην εφηβεία. Εκεί άρχισε να αλλάζει κοινωνικά και προσωπικά η εντύπωση για το πώς θα ζήσουμε. Η συνειδητοποίηση αυτού ήρθε κάπως πρόσφατα, όταν διάβασα πριν από μερικά χρόνια ότι μας ονόμασαν nostalgia generation, γιατί πάθαμε κατάθλιψη πολύ νωρίς, αρχίσαμε πολύ νέοι να νοσταλγούμε ένα παρελθόν που φαινόταν να έχει μπροστά του ένα ανθηρό μέλλον.

Πολλά πράγματα άλλαξαν τον τρόπο που βλέπω τη ζωή. Δεν καταλάβαινα τον στίχο «Ο στρατός ξεκινά, Αννα, μην κλαις, θα γυρίσω ξανά, θα ακολουθώ άλλες σημαίες, ο στρατός ξεκινά». Τώρα κάτι αρχίζω να καταλαβαίνω. Τα κοινωνικά γεγονότα, ο κορωνοϊός, οι γενοκτονίες, οι πολιτικές συλλήψεις, η κρίση. Τα πρόσωπα που συνάντησα, οι εργοδότες, οι απορρίψεις, τα παράδοξα, οι θάνατοι, οι νύχτες σε νοσοκομεία, η κατάρρευση της ιδεολογίας μπροστά στα μάτια μου. Ο χρόνος.

Τα πρόσωπα που έγιναν οικογένειά μου μέσα στον χρόνο, όσοι πορευτήκαμε για λίγο ή πολύ με ό,τι κουράγιο είχαμε, με κάθε μορφής DIY πατέντα που σκεφτήκαμε για να επιβιώσουμε, για να γιορτάσουμε ή για να πενθήσουμε, για να δημιουργήσουμε ή για να καταρρεύσουμε. Δεν ξέρω ποια είναι η νέα ματιά μου. Πολύ, πολύ πρόσφατα έχασα κάθε πίστη. Ας ελπίσουμε, όμως, ότι αυτό θα επανέλθει γιατί είναι το πιο τρομακτικό.

Ποια γενιά «πόνεσε» περισσότερο; Οι Boomers έχτισαν, οι Millennials πλήρωσαν και η Gen Z αμφιβάλλει

Generation Z

Κλαυδία / μουσικός: Θυσιάσαμε την ανεμελιά

Η πανδημία του κορωνοϊού είναι ξεκάθαρα η πιο καθοριστική κρίση που βιώσαμε. Οι άνθρωποι της γενιάς μου ήμασταν τότε σε μια ηλικία που έπρεπε να βγούμε στη ζωή, να αναπτυχθούμε επαγγελματικά, να έχουμε κοινωνική ζωή και, ξαφνικά, πατήθηκε παύση σε όλα. Για μένα ειδικά, ως τραγουδίστρια, ήταν πολύ περίεργο, γιατί η μουσική είναι σύνδεση, είναι σκηνή, είναι άνθρωποι μαζί. Δεν σας κρύβω ότι αυτή η κατάσταση με άγχωσε κάπως, όμως ταυτόχρονα με έκανε πιο συνειδητοποιημένη ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο.

Θυμάμαι γύρω στα 12 με 13 έβλεπα στις ειδήσεις για την οικονομική κρίση. Εβλεπα ανθρώπους αγχωμένους για τα λεφτά, γονείς να λένε «δεν βγαίνουμε». Και μετά, μεγαλώνοντας, ήρθαν τα social media: βία, πόλεμοι παντού στο feed μας κάθε μέρα...

Δεν υπήρχε ποτέ πραγματικά η αίσθηση «ο κόσμος είναι ασφαλής». Η γενιά μου θυσίασε μάλλον την ανεμελιά. Νιώθω ότι αναγκαστήκαμε λόγω των συνθηκών να μεγαλώσουμε πολύ γρήγορα, να σκεφτούμε αν θα έχουμε υγεία, δουλειά, σπίτι, χρήματα, γενικότερα κάποιο μέλλον.

Κάθε λίγα χρόνια κάτι κατέρρεε - οικονομία, πανδημία, πόλεμοι, ακρίβεια. Μας έλεγαν συνέχεια «κάνε σχέδια για το μέλλον», αλλά κανείς δεν μας είπε πώς να ονειρευτείς όταν νιώθεις ότι όλα μπορούν να αλλάξουν απότομα. Βέβαια, όλη αυτή η κατάσταση με έκανε να προσαρμόζομαι ακόμα πιο εύκολα.

Οι δυσκολίες με έμαθαν να έχω επίγνωση ότι σε μια στιγμή μπορεί να αλλάξουν όλα και να είμαι πιο έτοιμη να αντιμετωπίσω τις καταστάσεις. Νιώθω ευγνώμων που έμαθα να εκτιμώ πιο πολύ τις μικρές στιγμές: μια συναυλία, μια αγκαλιά, μία ημέρα με την οικογένεια, ένα βράδυ με φίλους. Η γενιά μας δεν φοβάται να μιλήσει και να αναλάβει δράση για πράγματα που παλαιότερα θεωρούνταν ταμπού. Κι αυτό θεωρώ ότι είναι μια πρόοδος.

Αυτό που θα ήθελα να πω στις προηγούμενες γενιές είναι να μας ακούνε λίγο περισσότερο προτού μας πουν ότι «είμαστε υπερβολικοί» ή ότι «τα θέλουμε όλα εύκολα».

Φωτογραφία: Getty images / Ideal image, Dimitris Michalakis
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Δείτε Επίσης