Αλέξανδρος: Ο θεός, ο Βασιλιάς, ο Άνθρωπος - Το βιβλίο που αποκαλύπτει τη στρατιωτική και ερωτική ζωή του Μακεδόνα στρατηλάτη
O Ηφαιστίων, ο νεαρός Πέρσης ονόματι Βαγώας και οι 360 παλλακίδες του Δαρείου στο μακεδονικό στρατόπεδο - Σε ευρήματα ανασκαφών στηρίζεται το αγγλόφωνο βιβλίο του καθηγητή Εντμουντ Ρίτσαρντσον - Μάλλον τυφοειδής πυρετός η αιτία θανάτου, απορρίπτονται οι θεωρίες δολοφονίας
Ανάμεσα στα πρόσωπα που όχι μόνο διαμόρφωσαν την Iστορία, αλλά και κατάφεραν να διαρρήξουν και να περάσουν σε μια περιοχή πυκνότερη, πιο ανθεκτική, όπως είναι η σφαίρα του μύθου, είναι ο Μέγας Αλέξανδρος.
Δεν είναι μόνο ο νεαρός βασιλιάς της Μακεδονίας που κατέλυσε την περσική ισχύ και άνοιξε δρόμους ως τις άκρες του τότε γνωστού κόσμου, αλλά και μια καθολική μορφή την οποία διεκδίκησαν λαοί, θρησκείες, αυτοκρατορίες, θρύλοι, γλώσσες και αιώνες.
Γι’ αυτό και η βιβλιογραφία γύρω από το όνομά του είναι πλέον αχανής. Κάθε νέα μελέτη επιχειρεί να φωτίσει μια διαφορετική όψη: τον στρατηλάτη, τον πολιτικό, τον μύθο, τον οραματιστή, τον βίαιο κατακτητή, τον φορέα μιας πρώιμης οικουμενικότητας.
Σπάνια, ωστόσο, εμφανίζεται ένα βιβλίο που να κατορθώνει να συνδυάσει τη φιλολογική ακρίβεια με τη δύναμη της αφήγησης, τη μεθοδική έρευνα με τη λογοτεχνική πνοή, την ακαδημαϊκή πειθαρχία με τη συναρπαστική ανασύσταση ενός κόσμου.
Αυτό ακριβώς επιχειρεί ο καθηγητής Κλασικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Ντάρχαμ Εντμουντ Ρίτσαρντσον στο βιβλίο του «Αλέξανδρος: ο Θεός, ο Βασιλιάς, ο Ανθρωπος» (Alexander: God, King, Man), που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Bloomsbury (ήμασταν τυχεροί να εξασφαλίσουμε ένα ενυπόγραφο αντίτυπο κατά την επίσημη παρουσίαση του βιβλίου στο Λονδίνο).
Το βιβλίο
Ο Ρίτσαρντσον, ο οποίος ομολογεί ότι πέρασε πολλούς σκοπέλους για να τελειώσει το βιβλίο, με κυριότερο αυτόν της υγείας του, δεν επιλέγει να γράψει μία ακόμη γραμμική βιογραφία, αλλά να δείξει πώς ένας άνθρωπος γίνεται συγχρόνως βασιλιάς, σύμβολο, θρύλος και σχεδόν θεός - πώς μεταμορφώνεται δηλαδή σε ένα πρόσωπο το οποίο κάθε πολιτισμός που το συναντά αναγκάζεται να μεταφράσει στη δική του γλώσσα.
Ο Μέγας Αλέξανδρος δεν παρουσιάζεται εδώ μόνο ως ήρωας της ελληνικής ή ελληνορωμαϊκής παράδοσης, αλλά ως μορφή που αναδύεται ξανά και ξανά μέσα από βαβυλωνιακές επιγραφές, αιγυπτιακές τελετουργίες, αρχαιολογικά ευρήματα, νέες μεταφράσεις πηγών και μαρτυρίες των ίδιων των κατακτημένων.
Αλλωστε, το μέγεθός του δεν διέσχισε τυχαία τους αιώνες, ούτε η ακτινοβολία του είναι προϊόν μεταγενέστερης υπερβολής. Ο πανεπιστημιακός και συγγραφέας απλώς αποκαλύπτει ότι μιλούν γι’ αυτόν τα ευρήματα που έρχονται στο φως, από τις κατακόμβες της Αιγύπτου μέχρι τα περάσματα του Αφγανιστάν, αλλά και τι ακριβώς κατέγραφαν στα ημερολόγιά τους οι Βαβυλώνιοι αστρονόμοι που σημείωσαν την παρουσία του δίπλα σε κοσμικές μεταβολές και προφητείες - η έλευσή του δεν καθόρισε μόνο την πολιτική Ιστορία, αλλά την ίδια την τάξη του κόσμου.
Σημαντικότεροι, όμως, μάρτυρες της σπουδαιότητάς του ήταν οι πολιτισμοί που τον προσέλαβαν ως δικό τους: οι Πέρσες ως βασιλιά και οι Αιγύπτιοι ως φαραώ - απόδειξη ότι ο Αλέξανδρος δεν υπήρξε μόνο κατακτητής ή νικητής, αλλά μια μορφή που κάθε λαός χρειάστηκε να εντάξει στο δικό του σύμπαν νοήματος.
Το βιβλίο «Αλέξανδρος: ο Θεός, ο Βασιλιάς, ο Ανθρωπος» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Bloomsbury
Μιλούν οι ανασκαφές
Ενα από τα πιο ουσιαστικά επιτεύγματα του βιβλίου είναι ότι δεν αντιμετωπίζει την αρχαιότητα ως κλειστό κεφάλαιο, αλλά ως ανοιχτό πεδίο γνώσης. Οι ανασκαφές, οι νέες αποκρυπτογραφήσεις, οι μεταφράσεις και οι αναθεωρήσεις των πηγών δεν λειτουργούν εδώ συμπληρωματικά, αλλά ανατρέπουν, εμπλουτίζουν και ανακατανέμουν την οπτική μας.
Ο Ρίτσαρντσον καταδεικνύει πώς οι χαμένες πόλεις που έφεραν στο φως οι αρχαιολόγοι, οι ιερογλυφικές επιγραφές, οι ελληνικές επιγραφές στην Αίγυπτο, οι ομαδικοί τάφοι, οι σφηνοειδείς πινακίδες και μια σειρά από τεκμήρια που μέχρι πρόσφατα παρέμεναν στο περιθώριο συνθέτουν ένα πολύ πιο σύνθετο πορτρέτο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, καθώς εντοπίζουμε τα ίχνη που άφησε η μορφή του πάνω σε διαφορετικές κοινωνίες, διαφορετικές γλώσσες, διαφορετικές αντιλήψεις της εξουσίας.
Οι πρόσφατες αρχαιολογικές ανακαλύψεις έφεραν στο φως αιγυπτιακές επιγραφές με το όνομα του Μεγαλέξανδρου στα ιερογλυφικά
Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η ιστορία του Αιγύπτιου ιερέα Σομτουτεφνάχτ, ο οποίος επιστρατεύτηκε για να πολεμήσει εναντίον του και βρέθηκε αντιμέτωπος με τη μακεδονική επέλαση στη Μάχη της Ισσού. Η μαρτυρία του έχει βαρύτητα επειδή μεταφέρει όχι απλώς ένα γεγονός, αλλά την εμπειρία του σοκ.
Ο ηττημένος, ο άνθρωπος που έζησε την κατάρρευση ενός κόσμου, καταγράφει τη σύγχυση, τον τρόμο, την αίσθηση ότι εμφανίστηκε μια δύναμη την οποία κανείς δεν μπορούσε πια να αναχαιτίσει. Μέσα από τέτοιες φωνές ο Αλέξανδρος παύει να είναι απλώς το πρόσωπο της νίκης και γίνεται το όνομα μιας κοσμοϊστορικής μετατόπισης.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η δύναμη του Ρίτσαρντσον: διαβάζει τις πηγές όχι μόνο ως μια ατελείωτη δεξαμενή πληροφοριών, αλλά ως τόπους που διασώζουν την ατελείωτη συνθήκη της εμπειρίας.
Ο γνωστός Κύλινδρος του Κύρου ήταν ο πρώτος χάρτης ανθρωπίνων δικαιωμάτων που ανέδειξε ο μέγας Μακεδόνας στρατηλάτης
Πρότυπό του ο Αχιλλέας
Η σχέση του Μεγαλέξανδρου με τον Ομηρο είναι γνωστή, αλλά στο βιβλίο αποκτά καθοριστική σημασία. Η «Ιλιάδα» δεν υπήρξε απλώς το αγαπημένο του ανάγνωσμα, αλλά το κρυφό εγχειρίδιο αυτοσκηνοθεσίας του. Ο ήρωας που τον σαγήνευε περισσότερο ήταν, φυσικά, ο Αχιλλέας - όχι μόνο ως πολεμιστής, αλλά ως εκείνη η σπάνια μορφή που προτιμά τη σύντομη λάμψη της αθάνατης δόξας από τη μακρά και άσημη διάρκεια της ζωής.
Γι’ αυτό και προτού ακόμη αρχίσει την εκστρατεία του ο Αλέξανδρος επισκέφθηκε την Τροία και τον τόπο όπου η παράδοση τοποθετούσε τους τάφους του Αχιλλέα και του Πατρόκλου. Μαζί με τον Ηφαιστίωνα τίμησαν τους νεκρούς σε μια σκηνή που ξεπερνά τον συμβολισμό και αποκτά σχεδόν πολιτικό χαρακτήρα. Δεν επρόκειτο μόνο για φόρο τιμής στους ομηρικούς ήρωες, αλλά για μια τελετουργική πράξη ένταξης σε μια γενεαλογία μεγαλείου.
Ο Ρίτσαρντσον σημειώνει εύστοχα ότι ο Αλέξανδρος καλλιεργούσε συστηματικά αυτή την ταύτιση: «Αφησε μακριά τα μαλλιά του ακριβώς όπως ο αγαπημένος του ήρωας και έλεγε παντού ότι δεν ήταν ο γιος του Φιλίππου αλλά μια νεότερη εκδοχή του Αχιλλέα. Με την πάροδο του χρόνου άρχισε μάλιστα να γίνεται πιστευτός όχι μόνο στον ίδιο αλλά και στους στρατιώτες του».
Εξαίσια τοιχογραφία με Μακεδόνες στρατιώτες από τον 4ο αιώνα π.Χ.
Η διατύπωση αυτή φωτίζει με ακρίβεια το κέντρο του φαινομένου: ο μύθος, όταν επαναλαμβάνεται με συνέπεια και συνοδεύεται από επιτυχία, μετατρέπεται σε πολιτική πραγματικότητα. Ο Αλέξανδρος κατάλαβε νωρίς ότι η ισχύς δεν επιβάλλεται διά πυρός και σιδήρου αλλά με εικόνες, με τη φήμη που ξεπερνά τα σύνορα.
Με το δικαίωμα να αφηγείσαι τον εαυτό σου ως πρόσωπο προορισμένο για κάτι υπέρτερο από την κοινή μοίρα. Ο νέος Αχιλλέας δεν ήταν λοιπόν ένα ποιητικό παιχνίδι, αλλά μια μηχανή νομιμοποίησης σε εποχές όπου οι μύθοι στήνονταν ακριβώς μέσα από τέτοιου είδους ιστορίες.
Μυθικές ιστορίες για τον Μακεδόνα βασιλιά σε ένα σπάνιο χειρόγραφο του 16ου αιώνα
Ο δικός του Δούρειος Ιππος
Από τον ομηρικό κόσμο, ωστόσο, ο Αλέξανδρος δεν άντλησε μόνο σύμβολα αλλά και μια στρατηγική φαντασία. Ο Δούρειος Ιππος, η πιο διάσημη επινόηση του πολέμου στην ελληνική μυθολογική μνήμη, στην περίπτωσή του λειτούργησε ως αρχέτυπο: η ιδέα ότι το απόρθητο δεν καταλύεται μόνο με ορμή, αλλά με τεχνική, επινόηση, μηχανική εξυπνάδα.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Ρίτσαρντσον αναδεικνύει μια μορφή λιγότερο προβεβλημένη, αλλά κρίσιμη, τον Διάδη τον Πελλαίο, τον μηχανικό του Αλεξάνδρου. Τον περιγράφει ως τον αντίποδα της παρορμητικής ιδιοσυγκρασίας του βασιλιά: «Ηταν τόσο επίμονος και εμμονικός όσο ο Αλέξανδρος ήταν παρορμητικός. Λάτρευε τις μηχανές: να τις αποσυναρμολογεί, να τις ξανασυναρμολογεί και να τις βελτιώνει. Ιδιαίτερα τον γοήτευε η ιδέα να γκρεμίζει ό,τι οι άνθρωποι θεωρούσαν άθραυστο. Και το πιο άθραυστο πράγμα στην αρχαιότητα ήταν μια πόλη».
Ο Διάδης είχε μαθητεύσει στο τεχνολογικό εργαστήριο του στρατού του Φιλίππου Β’, εκεί όπου η πολιορκητική τέχνη μετατρεπόταν σε διαρκές πείραμα. Ο συγγραφέας γράφει χαρακτηριστικά: «Ενας μακεδονικός στρατός σε πορεία μπορούσε να θυμίζει ένα τεράστιο οπλισμένο εργαστήριο. Ο Διάδης δοκίμαζε ξανά και ξανά ένα νέο σχέδιο καταπέλτη».
Μέσα σε αυτή τη φράση διακρίνεται μια δεύτερη όψη της εκστρατείας: όχι η ρομαντική πορεία του ήρωα, αλλά ο εκβιομηχανισμός της κατάκτησης. Οι γιγαντιαίοι πολιορκητικοί πύργοι, οι ελέπολεις, οι οξυβελείς και λιθοβόλοι καταπέλτες, οι «χελώνες» πάνω σε τροχούς, όλα αυτά δεν είναι τεχνικές υποσημειώσεις, αλλά η απτή, υλική απόδειξη ότι ο Αλέξανδρος δεν ενστερνίστηκε απλώς τον μύθο του ήρωα - τον εξόπλισε με τεχνολογικά επιτεύγματα πρώτης γραμμής.
Η φήμη του Αλεξάνδρου έφτασε μέχρι το Φεγγάρι, όπως φαίνεται στην πλάκα με τη θεά Κυβέλη από την ιστορική Αλεξάνδρεια η επί του Ωξου
Οι παλλακίδες
Ο Ρίτσαρντσον δεν αποφεύγει ούτε την ερωτική ζωή του Αλεξάνδρου. Σε μια προσωπικότητα όπου η εξουσία, η αυτοπαρουσίαση και η επιθυμία συνδέονται τόσο στενά, ο έρωτας δεν είναι λεπτομέρεια, αλλά κομμάτι της ευρύτερης πολιτισμικής και πολιτικής του ταυτότητας.
Ο συγγραφέας αναφέρεται στους εραστές του στρατηλάτη, ανάμεσά τους ο Ηφαιστίων, που άπαντες περιγράφουν ως αγαπημένο σύντροφο στη ζωή και την κλίνη, αλλά και στις γυναίκες και παλλακίδες που συνδέονταν με τον περσικό βασιλικό κόσμο.
Καταγράφει, μάλιστα, τις «360 πρώην παλλακίδες του Δαρείου (μία για κάθε ημέρα του περσικού έτους)» που προσφέρθηκαν στον Αλέξανδρο και για έναν εκθαμβωτικά όμορφο νεαρό Πέρση ονόματι Βαγώα. Η πληροφορία δεν υπηρετεί τη σκανδαλοθηρία.
Υπογραμμίζει τον τρόπο με τον οποίο η ιδιωτική ζωή του εγγράφεται σε έναν κόσμο αυλικής υπερβολής, συμβολικής κατοχής και πολιτισμικής αφομοίωσης. Αλλωστε, ο Αλέξανδρος δεν κινείται ποτέ σε έναν στενά ιδιωτικό χώρο με τη σύγχρονη έννοια και είναι λογικό ένας τόσο ισχυρός και παράφορος πολεμιστής να τρέφει μια αντίστοιχη εικόνα και στα υπόλοιπα πεδία.
Ο βασιλιάς της Βαβυλώνας
Από τις πιο γοητευτικές σελίδες του βιβλίου είναι εκείνες που αφορούν τη Βαβυλώνα. Γιατί εκεί ο Αλέξανδρος δεν αντιμετωπίζει μόνο ένα ακόμη κέντρο εξουσίας, αλλά έναν πολιτισμό με τόσο βαθύ κοσμολογικό και τελετουργικό υπόβαθρο ώστε η ίδια η πράξη της κυριαρχίας αποκτά άλλη πυκνότητα.
Η Βαβυλώνα είναι πόλη αστρονόμων, γραφέων, θεών, ουράνιων σημείων και πανάρχαιων τελετών νομιμοποίησης. Εξ ου και ότι δεν αρκεί να την κατακτήσεις αλλά πρέπει πρωτίστως να αποδεχτείς τους όρους με τους οποίους παράγει βασιλιάδες. Ο Ρίτσαρντσον επισημαίνει ότι ο Αλέξανδρος, αντί να θεωρηθεί απλώς εχθρός, εμφανίστηκε ως σωτήρας.
Ηταν εκείνος που έδειξε ότι δεν ερχόταν να καταστρέψει τυφλά, αλλά να σεβαστεί θεσμούς, να αποκαταστήσει ιερά κέντρα, να εγγραφεί μέσα στην ίδια τη λογική της βαβυλωνιακής νομιμότητας.
Η απόφασή του μάλιστα να ανοικοδομήσει τον ναό του Μπελ Μαρντούκ, τον οποίο είχε καταστρέψει ο Ξέρξης, δεν είναι απλώς πολιτική κίνηση καλής θέλησης, αλλά μια κυρίαρχη χειρονομία με την οποία ο νέος ηγεμόνας δηλώνει ότι προσέρχεται όχι μόνο ως νικητής, αλλά ως διάδοχος.
Η τελετή της στέψης του στο παλάτι του Ναβουχοδονόσορα είναι από τις πιο ισχυρές σκηνές του βιβλίου. Σύμφωνα με τη σφηνοειδή μαρτυρία και την περιγραφή που παραθέτει ο συγγραφέας, «πραγματοποιήθηκε τη νύχτα, με φωτιές και φλεγόμενες δάδες. Αρχικά, ένα ψηλό στέμμα τοποθετήθηκε στα χέρια του αγάλματος του Μαρντούκ.
Μέσω των ιερέων, ο θεός της Βαβυλώνας μίλησε στον νέο βασιλιά. “Με αυτό το στέμμα, θα νικήσω όλους τους εχθρούς σου”». Ακολουθεί μια τελετή σχεδόν μεταφυσική. Οι Βαβυλώνιοι προσφέρουν στον Αλέξανδρο «το στέμμα, το σκήπτρο, πέτρινα δαχτυλίδια και μια χρυσή σφραγίδα», ενώ οι ύμνοι αντηχούν στην αίθουσα του θρόνου:
«Κύριέ μας, βασιλιά μας!
Είθε να μην πεθάνεις ποτέ!
Είθε οι εχθροί σου να πέσουν μπροστά σου!
Είθε ο Μαρντούκ, βασιλιάς των θεών, να σε τιμήσει!».
Ο νεαρός Μακεδόνας δεν καταλαβαίνει τη γλώσσα των ύμνων. Κι όμως, καλείται να υιοθετήσει έναν ρόλο που δεν ανήκει πλέον στον ίδιο, αλλά στην πόλη που τον στέφει. Ο Ρίτσαρντσον το συνοψίζει με θαυμαστή καθαρότητα: «Τη στιγμή του θριάμβου του, ο Αλέξανδρος έπαιζε έναν ρόλο που δεν ήταν δικός του, αλλά της Βαβυλώνας, έναν ρόλο που είχε γραφτεί πολύ πριν γεννηθεί».
Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον σημείο: ο Αλέξανδρος δεν κατακτά μόνο. Καταλαμβάνεται κιόλας από τα συμβολικά συστήματα που συναντά. Η Βαβυλώνα τον νομιμοποιεί εντάσσοντάς τον σε μια ακολουθία βασιλέων που προηγήθηκαν, όπως ο Κύρος. Κι εκείνος, για να κυβερνήσει, αποδέχεται να φορέσει τη γλώσσα αυτής της μακραίωνης εξουσίας.
Ενα από τα ταξίδια του Μεγαλέξανδρου αποτυπωμένο σε ψηφιδωτό από την αρχαία Πραινεστό
Ο Αλέξανδρος ως φαραώ
Αν στη Βαβυλώνα γίνεται «βασιλιάς του σύμπαντος», στην Αίγυπτο ο Αλέξανδρος υφίσταται μία ακόμη πιο ριζική μεταμόρφωση: γίνεται φαραώ. Εδώ πια δεν έχουμε μόνο πολιτική κυριαρχία, αλλά συμβολική μετάβαση σε μια μορφή εξουσίας που συνδέει άμεσα τον ηγεμόνα με το θείο.
Γράφει χαρακτηριστικά ο Ρίτσαρτσον: «Η ιερή ζωτική δύναμη του φαραώ πέρασε στο σώμα του· κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο Αλέξανδρος έγινε κάτι περισσότερο από άνθρωπος. Αποτελούσε πλέον μια γέφυρα ανάμεσα σε δύο κόσμους, τον ανθρώπινο και τον θεϊκό».
Ο φαραώ Αλέξανδρος προσφέρει οίνο στον ιερό ταύρο Βούχις
Η διαφορά από τη μακεδονική βασιλεία είναι τεράστια. Εκεί ο βασιλιάς βρίσκεται μέσα στις αντιπαραθέσεις, στις φωνές, στη δημόσια τριβή της αυλής. Εδώ αποσύρεται σε ένα σχεδόν ιερατικό ύψος.
Δεν είναι τυχαίο ότι στις αιγυπτιακές παραστάσεις που ήρθαν στο φως ο Αλέξανδρος φορά το νέμες, το βασιλικό κάλυμμα της κεφαλής με την όρθια κόμπρα. Το όνομά του αποδίδεται στα ιερογλυφικά.
Οι ιερείς τού απονέμουν τίτλους που ξεπερνούν κατά πολύ το ελληνικό πολιτικό λεξιλόγιο: «Ο γενναίος άρχοντας που ποδοπατά τις ξένες χώρες», «Το πανίσχυρο λιοντάρι», «Ο ισχυρός ταύρος που προστατεύει την Αίγυπτο», «Ο εκλεκτός του Αμμωνα».
Και έπειτα έρχονται οι ύμνοι της αφύπνισης: «Ξύπνα, βασιλιά των θεών, βασιλιά των ανθρώπων, μέγιστε των πολεμιστών...
Ξύπνα, μεγαλοπρεπές λιοντάρι...
Ξύπνα, βασιλιά-κροκόδειλε, ισχυρέ και θριαμβευτή...
Ξύπνα, βασιλιά που αλλάζεις μορφές...».
Ο Αλέξανδρος λατρεύτηκε ως φαραώ της Αιγύπτου
Ως κοσμοκράτωρ της Ασίας, σύμφωνα με τους Βαβυλώνιους, φορώντας το διάδημα του ήλιου
Στο σημείο αυτό ο Αλέξανδρος δεν είναι πια μόνο ο κατακτητής της Ασίας, είναι ένα πρόσωπο που μεταβολίζεται από τα ίδια τα συμβολικά συστήματα των πολιτισμών που υπέταξε.
Κι όμως, ο Ρίτσαρντσον διατηρεί πάντοτε τη γήινη λεπτομέρεια δίπλα στη μεταφυσική έξαρση: οι Ελληνες ανακαλύπτουν την αιγυπτιακή μπίρα (!), οι καθημερινές συνήθειες επιβιώνουν, η ζωή συνεχίζεται κάτω από τα μεγάλα σύμβολα. Αυτή η εναλλαγή κλίμακας δίνει στο βιβλίο την πιο λεπτή αφηγηματική του δύναμη.
Πέρα από τον μύθο
Επομένως, το πραγματικό επίτευγμα του Ρίτσαρντσον είναι ότι δεν επιχειρεί ούτε να απομυθοποιήσει βίαια τον Αλέξανδρο, ούτε να υποκύψει άκριτα στη γοητεία του. Τον παρακολουθεί ακριβώς εκεί όπου ο άνθρωπος, ο βασιλιάς και ο θεός συμπλέκονται στο ίδιο σώμα.
Εκεί όπου η Ιστορία δεν αρκεί χωρίς τον μύθο, αλλά και ο μύθος δεν στέκει χωρίς την Ιστορία. Ετσι, ο Αλέξανδρος που αναδύεται από το «Αλέξανδρος: ο Θεός, ο Βασιλιάς, ο Ανθρωπος» δεν είναι μόνο ο κατακτητής της Ασίας ή ο ήρωας της ελληνικής φαντασίας. Είναι ο ηγεμόνας που κατόρθωσε να αναγνωριστεί από ξένους πολιτισμούς μέσα από τους δικούς τους ιερούς κώδικες.
Για να εξουσιάσει τον κόσμο χρειάστηκε κάθε φορά να ξαναγεννηθεί μέσα σε αυτόν ως κάποιος άλλος: ως νέος Αχιλλέας, ως βασιλιάς της Βαβυλώνας, ως φαραώ, σχεδόν ως θεός. Και ίσως γι’ αυτό εξακολουθεί να μας απασχολεί τόσο επίμονα.
Οχι μόνο επειδή νίκησε, ούτε μόνο επειδή πέθανε νέος -ο συγγραφέας επιμενει ότι ο θάνατός του οφείλεται αποκλειστικά στον τυφοειδή πυρετό- αφήνοντας πίσω του εκείνη τη σχεδόν αφόρητη λάμψη του ανολοκλήρωτου.
Αλλά επειδή ενσάρκωσε κάτι που η Ιστορία σπανίως παράγει σε τόσο καθαρή μορφή: τη στιγμή όπου η πολιτική δύναμη, η ποιητική αυτοσκηνοθεσία και η θρησκευτική φαντασία συμπίπτουν σε ένα πρόσωπο που ξεπερνά την εποχή του.
Κάτω από τον θόρυβο των μαχών και τη γεωγραφία των κατακτήσεων, πίσω από τα άλογα, τους χάρτες, τα όπλα, τις ερήμους και τους ποταμούς διακρίνεται πάντοτε η ίδια αινιγματική μορφή. Οχι απλώς ένας νικητής, αλλά ένας άνθρωπος που θέλησε να γίνει εικόνα του κόσμου - και που, για ένα εκτυφλωτικό διάστημα, το πέτυχε.