Το ΠΑΣΟΚ ποτέ δεν πεθαίνει
Ποιο από τα δύο κόμματα θα κερδίσει την επίζηλη δεύτερη θέση θα φανεί κατά πάσα πιθανότητα το Φθινόπωρο, όταν η αύρα του καινούργιου θα έχει υποχωρήσει
Είναι σαφές ωστόσο ότι οι ως τώρα δημοσκοπικές επιδόσεις του Τσίπρα του δίνουν ένα προβάδισμα έναντι του ΠΑΣΟΚ. Πολλοί το θεωρούν αυτό καταστροφή, έναν υπαρξιακό κίνδυνο για το κόμμα. Και από μια σκοπιά είναι. Από την τρίτη θέση δύσκολα θα μπορεί να υποστηρίζει ότι είναι το αντίπαλο δέος της ΝΔ και διεκδικεί να αποτελέσει τον εναλλακτικό πόλο της εξουσίας. Έστω κι έτσι όμως υπάρχουν κάποια στοιχεία που αφήνουν περιθώρια αισιοδοξίας.
Το πρώτο είναι οι επιδόσεις του Τσίπρα. Μετά από 7 χρόνια διακυβέρνησης του Μητσοτάκη ο πρώην πρωθυπουργός δεν φαίνεται να βελτιώνει τα ποσοστά του σε σχέση με τα απογοητευτικά αποτελέσματα του 2023. Σε μια αναμέτρηση βέβαια, ιδίως δύο Κυριακών, αυτό μπορεί να αλλάξει. Έστω κι έτσι κρίνοντας, και από την εμπειρία του παρελθόντος, ο Τσίπρας κινείται πολύ μακριά από την πρώτη θέση -για αυτοδυναμία ούτε συζήτηση. Αυτό άλλωστε δεν το πέτυχε ούτε το 2015. Δεν δείχνει ικανός να το καταφέρει στο προβλεπτό μέλλον. Με άλλα λόγια όπως έχουν σήμερα τα πράγματα μόνος του δεν μπορεί να δει κυβέρνηση.
Σε άμεση συνάρτηση είναι και η ανθεκτικότητα του ΠΑΣΟΚ. Ακόμα και στη χειρότερη στιγμή του, διασπασμένο και υπό το βάρος των δύο μνημονίων, διατήρησε έναν πυρήνα των οπαδών του. Στις επόμενες αναμετρήσεις και παρά το κλίμα του διπολισμού που είχε επικρατήσει, βελτίωσε τα ποσοστά του ξεπερνώντας το 10%. Αυτό μοιάζει να είναι το κατώφλι του. Προφανώς δεν είναι αρκετό. Από την άλλη πλευρά σε μια Βουλή όπου κανένα κόμμα δεν θα έχει την αυτοδυναμία ο ρόλος του θα είναι σημαντικός και πιθανότατα αναντικατάστατος ακόμα και στην τρίτη θέση. Χωρίς το ΠΑΣΟΚ, εξαιρουμένου του μεγάλου συνασπισμού ΝΔ- ΕΛΑΣ, δεν θα είναι δυνατόν να σχηματιστεί κυβέρνηση. Αν μάλιστα αξιοποιήσει σωστά τα χαρτιά του μπορεί να βγει ενισχυμένο. Ένα κόμμα το οποίο τοποθετείται στο κέντρο του πολιτικού συστήματος μπορεί να δημιουργήσει υπεραξία. Φυσικά κάτω ορισμένες προϋποθέσεις.
Η πρώτη προϋπόθεση είναι να προσγειωθεί στην πραγματικότητα. Αυτό το «στόχος μας είναι η πρώτη θέση έστω και με μία ψήφο» διαφορά δεν πείθει κανέναν ούτε ενισχύει τον κομματικό πατριωτισμό. Αντιθέτως επιβεβαιώνει όσους θεωρούν ότι αποτελεί κακό παράδειγμα συστημικού κόμματος: ξύλινη γλώσσα και μεγάλα λόγια χωρίς αντίκρισμα. Πολύ περισσότερο όταν συνοδεύεται από την αντίληψη πως το ΠΑΣΟΚ θυσιάστηκε μια φορά για να σώσει τη χώρα, δεν θα το ξανακάνει. Ότι αν δεν βγει πρώτο δηλαδή δεν θα μπει σε συνεργασίες οι οποίες μπορεί να έχουν πολιτικό κόστος. Θα μείνει στην αντιπολίτευση. Ένα κόμμα όμως το οποίο προβάλλει ως ατού την υπευθυνότητα δεν μπορεί να αποποιείται των ευθυνών του όταν θεωρεί πως δεν το συμφέρουν.
Η δεύτερη προϋπόθεση είναι να εγκαταλείψει τη λογική της συσπείρωσης των προοδευτικών δυνάμεων. Ιδίως όταν αυτή μεταφράζεται σε μια σειρά από μεταγραφές οι οποίες θολώνουν την εικόνα του ΠΑΣΟΚ, δίνουν την αίσθηση ότι προσπαθεί να αντιμετωπίσει τις δημοσκοπικές του δυσκολίες μαζεύοντας τα ρετάλια του πρώην ΣΥΡΙΖΑ. Οι διάφοροι πολιτευτές και βουλευτές που έχει μαζέψει δίπλα του υπονομεύουν κάθε έννοια σοβαρότητας. Επιπλέον επικαλούμενο τις προοδευτικές δυνάμεις στην πραγματικότητα αυτό-εγκλωβίζεται στο χώρο της αριστεράς. Απεμπολεί το πλεονέκτημα που του δίνει η τοποθέτηση του στο κέντρο. Και δημιουργεί μια ψευδαίσθηση πολιτικής σύγκλισης με δυνάμεις με τις οποίες έχει μεγάλες διαφορές τόσο σε κρίσιμα ζητήματα πολιτικής όσο και στην πολιτική κουλτούρα.
Η τρίτη προϋπόθεση τέλος είναι η επανασύνδεση του με τη μεταρρυθμιστική παράδοση του ΠΑΣΟΚ. Από την περίοδο του Ανδρέα με το ΕΣΥ, την εθνική αντίσταση και το οικογενειακό δίκαιο ως το Σημίτη με το ευρώ και τα μεγάλα έργα ή τον Γιώργο Παπανδρέου με τη διαφάνεια και την αποκέντρωση, το ΠΑΣΟΚ άφησε ως θετικό αποτύπωμα τις μεγάλες μεταρρυθμίσεις. Αυτές αποτελούσαν τον πυρήνα της πολιτικής του ταυτότητας παρόλα τα προβλήματα που δημιουργούσε η ροπή του στο λαϊκισμό.
Μόνο πάνω σε μια τέτοια στέρεη πολιτική βάση θα μπορέσει να αντισταθεί στις πιέσεις του νέου κλίματος διπολισμού που τείνει να δημιουργηθεί. Με μια έννοια η περίοδος είναι ευνοϊκή. Η μεταρρυθμιστική κόπωση στη ΝΔ και η δεξιά στροφή λόγω του Σαμαρά καθώς και η προσπάθεια Τσίπρα να επανασυσπειρώσει την αριστερά, αφήνουν ένα όχι αμελητέο πολιτικό
κενό.
Δεν θα είναι εύκολο βέβαια. Είναι ερώτημα μάλιστα αν ο Νίκος Ανδρουλάκης και η σημερινή ηγεσία μπορούν να ανταποκριθούν. Οι σοβαρές φωνές σπανίζουν. Κατά καιρούς εμφανίζονται προτάσεις, άλλες καλές άλλες όχι τόσο, σαν πυροτεχνήματα χωρίς ένα συγκροτημένο πλαίσιο. Πριν λίγο καιρό υποτίθεται ότι φτιάχτηκε ένα είδος σκιώδους κυβέρνησης, δεν άλλαξε κάτι όμως. Τα περισσότερα στελέχη είναι σολίστες, κάποιοι, όπως ο Δούκας, και με δική τους ατζέντα. Δεν είναι παράξενο το ότι το ΠΑΣΟΚ δύο χρόνια τώρα δεν μπόρεσε να αξιοποιήσει την κρίση στο ΣΥΡΙΖΑ για να εδραιωθεί στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Μετά τις εκλογές, αν δεν αλλάξουν τα πράγματα, θα έχει πιθανώς μια δεύτερη ευκαιρία να καθιερωθεί ως το χρήσιμο κόμμα του κέντρου. Οι ευκαιρίες ωστόσο δεν θα είναι άπειρες.
Το πρώτο είναι οι επιδόσεις του Τσίπρα. Μετά από 7 χρόνια διακυβέρνησης του Μητσοτάκη ο πρώην πρωθυπουργός δεν φαίνεται να βελτιώνει τα ποσοστά του σε σχέση με τα απογοητευτικά αποτελέσματα του 2023. Σε μια αναμέτρηση βέβαια, ιδίως δύο Κυριακών, αυτό μπορεί να αλλάξει. Έστω κι έτσι κρίνοντας, και από την εμπειρία του παρελθόντος, ο Τσίπρας κινείται πολύ μακριά από την πρώτη θέση -για αυτοδυναμία ούτε συζήτηση. Αυτό άλλωστε δεν το πέτυχε ούτε το 2015. Δεν δείχνει ικανός να το καταφέρει στο προβλεπτό μέλλον. Με άλλα λόγια όπως έχουν σήμερα τα πράγματα μόνος του δεν μπορεί να δει κυβέρνηση.
Σε άμεση συνάρτηση είναι και η ανθεκτικότητα του ΠΑΣΟΚ. Ακόμα και στη χειρότερη στιγμή του, διασπασμένο και υπό το βάρος των δύο μνημονίων, διατήρησε έναν πυρήνα των οπαδών του. Στις επόμενες αναμετρήσεις και παρά το κλίμα του διπολισμού που είχε επικρατήσει, βελτίωσε τα ποσοστά του ξεπερνώντας το 10%. Αυτό μοιάζει να είναι το κατώφλι του. Προφανώς δεν είναι αρκετό. Από την άλλη πλευρά σε μια Βουλή όπου κανένα κόμμα δεν θα έχει την αυτοδυναμία ο ρόλος του θα είναι σημαντικός και πιθανότατα αναντικατάστατος ακόμα και στην τρίτη θέση. Χωρίς το ΠΑΣΟΚ, εξαιρουμένου του μεγάλου συνασπισμού ΝΔ- ΕΛΑΣ, δεν θα είναι δυνατόν να σχηματιστεί κυβέρνηση. Αν μάλιστα αξιοποιήσει σωστά τα χαρτιά του μπορεί να βγει ενισχυμένο. Ένα κόμμα το οποίο τοποθετείται στο κέντρο του πολιτικού συστήματος μπορεί να δημιουργήσει υπεραξία. Φυσικά κάτω ορισμένες προϋποθέσεις.
Η πρώτη προϋπόθεση είναι να προσγειωθεί στην πραγματικότητα. Αυτό το «στόχος μας είναι η πρώτη θέση έστω και με μία ψήφο» διαφορά δεν πείθει κανέναν ούτε ενισχύει τον κομματικό πατριωτισμό. Αντιθέτως επιβεβαιώνει όσους θεωρούν ότι αποτελεί κακό παράδειγμα συστημικού κόμματος: ξύλινη γλώσσα και μεγάλα λόγια χωρίς αντίκρισμα. Πολύ περισσότερο όταν συνοδεύεται από την αντίληψη πως το ΠΑΣΟΚ θυσιάστηκε μια φορά για να σώσει τη χώρα, δεν θα το ξανακάνει. Ότι αν δεν βγει πρώτο δηλαδή δεν θα μπει σε συνεργασίες οι οποίες μπορεί να έχουν πολιτικό κόστος. Θα μείνει στην αντιπολίτευση. Ένα κόμμα όμως το οποίο προβάλλει ως ατού την υπευθυνότητα δεν μπορεί να αποποιείται των ευθυνών του όταν θεωρεί πως δεν το συμφέρουν.
Η δεύτερη προϋπόθεση είναι να εγκαταλείψει τη λογική της συσπείρωσης των προοδευτικών δυνάμεων. Ιδίως όταν αυτή μεταφράζεται σε μια σειρά από μεταγραφές οι οποίες θολώνουν την εικόνα του ΠΑΣΟΚ, δίνουν την αίσθηση ότι προσπαθεί να αντιμετωπίσει τις δημοσκοπικές του δυσκολίες μαζεύοντας τα ρετάλια του πρώην ΣΥΡΙΖΑ. Οι διάφοροι πολιτευτές και βουλευτές που έχει μαζέψει δίπλα του υπονομεύουν κάθε έννοια σοβαρότητας. Επιπλέον επικαλούμενο τις προοδευτικές δυνάμεις στην πραγματικότητα αυτό-εγκλωβίζεται στο χώρο της αριστεράς. Απεμπολεί το πλεονέκτημα που του δίνει η τοποθέτηση του στο κέντρο. Και δημιουργεί μια ψευδαίσθηση πολιτικής σύγκλισης με δυνάμεις με τις οποίες έχει μεγάλες διαφορές τόσο σε κρίσιμα ζητήματα πολιτικής όσο και στην πολιτική κουλτούρα.
Η τρίτη προϋπόθεση τέλος είναι η επανασύνδεση του με τη μεταρρυθμιστική παράδοση του ΠΑΣΟΚ. Από την περίοδο του Ανδρέα με το ΕΣΥ, την εθνική αντίσταση και το οικογενειακό δίκαιο ως το Σημίτη με το ευρώ και τα μεγάλα έργα ή τον Γιώργο Παπανδρέου με τη διαφάνεια και την αποκέντρωση, το ΠΑΣΟΚ άφησε ως θετικό αποτύπωμα τις μεγάλες μεταρρυθμίσεις. Αυτές αποτελούσαν τον πυρήνα της πολιτικής του ταυτότητας παρόλα τα προβλήματα που δημιουργούσε η ροπή του στο λαϊκισμό.
Μόνο πάνω σε μια τέτοια στέρεη πολιτική βάση θα μπορέσει να αντισταθεί στις πιέσεις του νέου κλίματος διπολισμού που τείνει να δημιουργηθεί. Με μια έννοια η περίοδος είναι ευνοϊκή. Η μεταρρυθμιστική κόπωση στη ΝΔ και η δεξιά στροφή λόγω του Σαμαρά καθώς και η προσπάθεια Τσίπρα να επανασυσπειρώσει την αριστερά, αφήνουν ένα όχι αμελητέο πολιτικό
κενό.
Δεν θα είναι εύκολο βέβαια. Είναι ερώτημα μάλιστα αν ο Νίκος Ανδρουλάκης και η σημερινή ηγεσία μπορούν να ανταποκριθούν. Οι σοβαρές φωνές σπανίζουν. Κατά καιρούς εμφανίζονται προτάσεις, άλλες καλές άλλες όχι τόσο, σαν πυροτεχνήματα χωρίς ένα συγκροτημένο πλαίσιο. Πριν λίγο καιρό υποτίθεται ότι φτιάχτηκε ένα είδος σκιώδους κυβέρνησης, δεν άλλαξε κάτι όμως. Τα περισσότερα στελέχη είναι σολίστες, κάποιοι, όπως ο Δούκας, και με δική τους ατζέντα. Δεν είναι παράξενο το ότι το ΠΑΣΟΚ δύο χρόνια τώρα δεν μπόρεσε να αξιοποιήσει την κρίση στο ΣΥΡΙΖΑ για να εδραιωθεί στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Μετά τις εκλογές, αν δεν αλλάξουν τα πράγματα, θα έχει πιθανώς μια δεύτερη ευκαιρία να καθιερωθεί ως το χρήσιμο κόμμα του κέντρου. Οι ευκαιρίες ωστόσο δεν θα είναι άπειρες.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ειδήσεις
Δημοφιλή
Σχολιασμένα