Το αβέβαιο βήμα της αναθεώρησης
Τζούλια Ηλιοπούλου - Στράγγα

Τζούλια Ηλιοπούλου - Στράγγα

Το αβέβαιο βήμα της αναθεώρησης

Ανάγκη υιοθέτησης της Αναθεώρησης στο πλαίσιο μίας Βουλής

Η πρώτη φάση της τρέχουσας διαδικασίας αναθεώρησης, η οποία κινήθηκε με πρωτοβουλία της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας (ΝΔ), έκλεισε στις 16.9.2026 με την προαναγγελθείσα από την Αξιωματική Αντιπολίτευση (ΠΑΣΟΚ) μη σύμπραξή της στην επίτευξη 180 ψήφων. Συνεπώς, σύμφωνα με τη λεγόμενη «εναλλαγή των πλειοψηφιών», για να ολοκληρωθεί η αναθεώρηση κατά την πρώτη σύνοδο της επόμενης, Βουλής (άρθρο 110 παρ. 3 Συντ.) δεν αρκούν 151 ψήφοι, αλλά απαιτούνται 180 ψήφοι (άρθρο 110 παρ. 4 Συντ.). Ως επόμενη δε Βουλή νοείται, σύμφωνα με την σχεδόν απολύτως επικρατήσασα στη θεωρία άποψη, μια Βουλή που αντικειμενικά μπορεί να ενεργήσει ως Αναθεωρητική Βουλή, δηλαδή είναι ικανή να ολοκληρώσει την αναθεώρηση. Συνεπώς η πρόταση αναθεώρησης της Κυβέρνησης που ψηφίσθηκε από την παρούσα Βουλή εξακολουθεί να είναι ισχυρή και για τη μεθεπόμενη Βουλή, σε περίπτωση που η επόμενη Βουλή διαλυθεί λόγω αδυναμίας σχηματισμού Κυβέρνησης (άρθρο 37 § 3 Συντ.). Ανεξάρτητα όμως με το ποιά Βουλή μπορεί να θεωρηθεί (ακόμη) ως Αναθεωρητική, εντούτοις, με βάση τις τρέχουσες πολιτικές συγκυρίες είναι μάλλον αμφίβολο αν η Πρόταση που ψηφίσθηκε από την παρούσα Βουλή, η οποία στηρίχθηκε κυρίως στις ψήφους της κυβερνητικής πλειοψηφίας, θα μπορέσει να συγκεντρώσει στην Αναθεωρητική Βουλή τις απαραίτητες 180 ψήφους για να ολοκληρωθεί η αναθεώρηση. Εκτός εάν επιτευχθεί η αναγκαία συναίνεση μεταξύ των κομμάτων. Η τύχη της τρέχουσας αναθεώρησης είναι επομένως αβέβαιη.

Ανεξάρτητα δε από τον επιμερισμό ευθυνών μεταξύ Κυβερνητικής πλειοψηφίας και Αντιπολίτευσης για την εξέλιξη αυτή, η ωμή πραγματικότητα είναι ότι με το ισχύον σύστημα των δύο Βουλών θα πρέπει στην καλύτερη περίπτωση να αναμένουμε για τον αναγκαίο εκσυγχρονισμό διαφόρων συνταγματικών ρυθμίσεων τουλάχιστον μια δεκαετία! Δοθέντος ότι η πρώτη φάση της τρέχουσας αναθεώρησης περατώθηκε εντός του 2026 και η αναθεώρηση θα ολοκληρωθεί το ενωρίτερον μετά τις εκλογές του 2027, η επόμενη αναθεώρηση δεν μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 110 παρ. 6 Συντ. να ξεκινήσει πριν πσρέλθει μια πενταετία από την περάτωση της προηγούμενης, δηλαδή το ενωρίτερο το 2032. Με βάση δε την απαιτούμενη σύμπραξη δύο Βουλών η επόμενη αναθεώρηση θα μπορούσε να ολοκληρωθεί υπό ομαλές συνθήκες (πρώτη φάση 4ετής βουλευτική περίοδος και δεύτερη φάση 1η σύνοδος της Αναθεωρητικής Βουλής) το ενωρίτερο το 2037!. Έτσι σημαντικά συνταγματικά ζητήματα, για τα οποία δεν θα επιτευχθεί συναίνεση στην Αναθεωρητική Βουλή, ώστε να συγκεντρωθούν οι 180 ψήφοι θα πρέπει να παραμένουν εκκρεμή και να καλείται στην πράξη ο δικαστής να τα επιλύσει, υποκαθιστώντας με τον τρόπο αυτό τον αρμόδιο αναθεωρητικό νομοθέτη. Και ας μη λησμονηθεί ότι στην τρέχουσα αναθεώρηση δεν έχουν συμπεριληφθεί και άλλα σημαντικά συνταγματικά ζητήματα, τα οποία χρήζουν οπωσδήποτε αναθεώρησης, όπως λ.χ. η διαδικασία της αναθεώρησης, η αναθεώρηση της οποίας αποτελεί εν τω μεταξύ αίτημα της πλειοψηφίας των συνταγματολόγων.

Η χρονοβόρα και πολύπλοκη διαδικασία αναθεώρησης έχει από καιρό αρχίσει να αμφισβητείται στη θεωρία και να κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος η υιοθέτηση της ολοκλήρωσης της αναθεώρησης στο πλαίσιο μίας Βουλής, με ταυτόχρονη κατάργηση των ενδιάμεσων εκλογών. Από συνταγματική σκοπιά, ομόφωνα δεχόταν ανέκαθεν η θεωρία, τόσον υπό το ισχύον όσον και υπό τα προϊσχύσαντα Συντάγματα, ότι δεν αναθεωρείται μόνον η διάταξη που θέτει ουσιαστικά όρια στην αναθεώρηση, προβλέποντας για ορισμένες αρχές και δικαιώματα μια «ρήτρα αιωνιότητας» (άρθρο 110 παρ. 1 Συντ.). Για τις λοιπές διατάξεις που καθορίζουν τη διαδικασία της αναθεώρησης (άρθρο 110 παρ. 2-6 Συντ.) γίνεται επίσης σχεδόν ομόφωνα δεκτή η κατ’αρχήν δυνατότητα τροποποίησής τους, με την αποδοχή πάντως σειράς σημαντικών εξαιρέσεων.

Με άρθρο μου υπό τον τίτλο “Αναθεώρηση του Συντάγματος από μία Βουλή” που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα «Απογευματινή της Κυριακής» στις 16.11.1997 και 23.11. 1997, ξεκίνησα την επιστημονική μου προσπάθεια-αγώνα, θα μπορούσα να πω, να πείσω τους ομοτέχνους μου συνταγματολόγους αλλά και τους πολιτικούς να τροποποιηθεί η στο άρθρο 110 παρ. 2-6 Συντ. προβλεπόμενη πολύπλοκη και χρονοβόρα διαδικασία αναθεώρησης, η οποία καθιστά το ελληνικό Σύνταγμα ως ένα από τα πιο «αυστηρά» στην Ευρωπαϊκή Ένωση και εμποδίζει την άμεση προσαρμογή του σε πλαίσιο συνταγματικής νομιμότητας στις σύγχρονες συνταγματοπολιτικές, θεσμικές, κοινωνικές, οικονομικές, τεχνολογικές, γεωπολιτικές και άλλες εθνικές και παγκόσμιες εξελίξεις και προκλήσεις. Την προσπάθεια αυτή ακολούθησα ανελλιπώς μέχρι σήμερα με σειρά δημοσιεύσεων. Ο δε τίτλος του άρθρου μου «Η Αναθεώρηση του Συντάγματος στο πλαίσιο μίας Βουλής – Μια ακόμη χαμένη ευκαιρία της τρέχουσας αναθεώρησης», που δημοσιεύθηκε στο νομικό περιοδικό «Το Σύνταγμα» το 2000, είναι σήμερα περισσότερο επίκαιρος παρά ποτέ. Το ίδιο ισχύει και για τη δημοσίευσή μου στο ίδιο νομικό περιοδικό το 2025, δηλαδή 25 χρόνια αργότερα, άρθρου με τίτλο «Τολμηρό αλλά αναγκαίο βήμα εκσυγχρονισμού: Η αναθεώρηση του Συντάγματος στο πλαίσιο μίας Βουλής». Αλλά και σχετικά πρόσφατα, στις 7.2.2026 «Το Πρώτο Θέμα» φιλοξένησε άρθρο μου με τον τίτλο «Ο εσυγχρονισμός της διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος».

Η επιστημονική σχεδόν μοναξιά αρκετών δεκαετιών είχε όμως αίσιο τέλος. Αν οι συνάδελφοι της γενηάς μου και οι ακόμη παλαιότεροι υιοθέτησαν, με όλως μεμονωμένες εξαιρέσεις, εν μέρει μάλιστα αβασάνιστα την κρατούσα ήδη πριν από το Σύνταγμα του 1975 θεωρία, η οποία υποστήριζε ότι η διαδικασία της αναθεώρησης του άρθρου 110 παρ. 2-6 Συντ. είτε δεν αναθεωρείται είτε αναθεωρείται με πολύ αυστηρές προϋποθέσεις, αποκλείοντας ρητώς τη δυνατότητα κατάργησης της μεσολάβησης εκλογών, έχω σήμερα την επιστημονική ικανοποίηση ότι οι περισσότεροι μάλλον από τους συνταγματολόγους της νέας γενηάς, κάποιοι των οποίων υπήρξαν και εν ευρεία εννοία μαθητές μου, υποστηρίζουν πλέον ρητά ότι η κατάργηση των ενδιάμεσων εκλογών και η καθιέρωση της περάτωσης της αναθεώρησης στο πλαίσιο μίας Βουλής είναι όχι μόνο συνταγματικώς επιτρεπτή, αλλά και συνταγματοπολιτικά σκόπιμη.

Πράγματι, σε αντίθεση με την από την μέχρι προ τινος κρατούσα στη θεωρία άποψη, δεν θεωρείται πλέον συνταγματικώς αποδεκτό να χαρακτηρίζεται ως συνταγματικώς μη επιτρεπτή, και πολύ περισσότερο ως καταστρατήγηση, η αναθεώρηση διατάξεων του Συντάγματος, οι οποίες σύμφωνα με το γράμμα αλλά και την ερμηνεία του άρθρου 110 παρ. 1 Συντ. είναι αναθεωρήσιμες, και να επιχειρείται κατ’ αυτόν τον τρόπο μια «απολίθωση» ορισμένων συνταγματικών επιλογών του ιστορικού συντακτικού νομοθέτη, οι οποίες διατηρήθηκαν και στο ισχύον Σύνταγμα. Δεν στερείται δε σημασίας το γεγονός ότι το Σύνταγμα του 1975 κατά βάση δεν καινοτόμησε ως προς τη διαδικασία αναθεώρησης σε σχέση με τα προϊσχύσαντα Συντάγματα, οι ρυθμίσεις των οποίων ανταποκρίνονταν όμως στις ανάγκες της εποχής τους, είχαν δε ψηφισθεί υπό το καθεστώς άλλων μορφών πολιτεύματος και όχι υπό το ισχύον καθεστώς της Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας.

Αν η επιστημονική μοναξιά είχε ένα αίσιο τέλος, δεν ισχύει το ίδιο για την τύχη της πολιτικής μοναξιάς. Μοναδική εξαίρεση προς την κατεύθυνση της απλοποίησης της διαδικασίας αναθεώρησης μέσω της κατάργησης των δύο Βουλών αποτελεί μέχρι σήμερα η πρόταση του ΠΑΣΟΚ της 7 Μαρτίου 1985, η οποία προέβλεπε την περάτωση της διαδικασίας αναθεώρησης στο πλαίσιο μίας και μόνον Βουλής και καταργούσε τον χρονικό περιορισμό της παρόδου πενταετίας από την τελευταία αναθεώρηση. Σημειωτέον ότι η ανωτέρω πρόταση δεν έθιγε ούτε τις αυξημένες πλειοψηφίες που απαιτούνται για την αναθεώρηση του Συντάγματος ούτε και τον κατάλογο των μη αναθεωρήσιμων διατάξεων. Ωστόσο, η πρόταση αυτή δεν συζητήθηκε στη Βουλή λόγω της απόσυρσής της από το κόμμα που την υπέβαλε. Η άποψη για διεξαγωγή την αναθεώρησης στο πλαίσιο μίας Βουλής, χωρίς τη μεσολάβηση εκλογών, υιοθετήθηκε όμως στη συνέχεια μεμονωμένα από βουλευτές, σε προσωπική εν τούτοις βάση (βλ. από τη Ν.Δ. τον Ιωάννη Βαρβιτσιώτη [1998, 2006] και από το ΠΑΣΟΚ τον Σωκράτη Κοσμίδη [2007]).

Τουναντίον, κανένα κόμμα δεν περιέλαβε έκτοτε και μέχρι σήμερα στις κατά καιρούς Προτάσεις αναθεώρησης την ολοκλήρωση της διαδικασίας αναθεώρησης στο πλαίσιο μίας και μόνον Βουλής. Ακόμη και στην πρόταση αναθεώρησης της Νέας Δημοκρατίας στο πλαίσιο της πρώτης φάσης της Αναθεώρησης του 2019, η οποία αποσκοπούσε, μεταξύ άλλων, στην απλοποίηση της διαδικασίας «με διασφάλιση, πάντως, του αυστηρού χαρακτήρα του Συντάγματος», δεν περιλαμβανόταν η κατάργηση των ενδιάμεσων εκλογών. Προβλεπόταν όμως η μεν προτείνουσα Βουλή να αποφασίζει με απόλυτη πλειοψηφία (τουλάχιστον 151 βουλευτών) για τα προς αναθεώρηση άρθρα, η δε Αναθεωρητική να αποφασίζει με πλειοψηφία τριών πέμπτων (τουλάχιστον 180 βουλευτών). Στην πρόταση αυτή περιλαμβανόταν επίσης η κατάργηση του άρθρου 110 § 6 Σ. (μεσολάβηση πενταετίας μεταξύ δύο αναθεωρήσεων), με το επιχείρημα ότι η ισχύουσα ρύθμιση «δυσκολεύει την προσαρμογή του Συντάγματος στις ταχύτατα εξελισσόμενες κοινωνικές οικονομικές και πολιτικές συνθήκες». Εντούτοις, στη συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής ο Εισηγητής της Ν.Δ. περιόρισε την πρόταση για κατάργηση της πενταετίας, προτείνοντας η κατάργηση αυτή να ισχύει μόνον για τα άρθρα που δεν αναθεωρήθηκαν, ενώ για τα αναθεωρηθέντα προτεινόταν να εξακολουθεί να ισχύει η πενταετία. Η πρόταση αυτή της Ν.Δ. δεν έγινε πάντως στο σύνολό της από την τότε κυβερνητική πλειοψηφία (ΣΥΡΙΖΑ) αποδεκτή, με αποτέλεσμα η Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος στην Εισήγησή της προς την Ολομέλεια της Βουλής να προτείνει κατά πλειοψηφία να μην αναθεωρηθεί το άρθρο 110 Συντ.
Κλείσιμο
Παρά τις προαναφερθείσες εξελίξεις στη σύγχρονη συνταγματική θεωρία, η οποία τάσσεται υπέρ της αλλαγής της σύνθετης διαδικασίας αναθεώρησης και της κατάργησης των δύο φάσεων, εντούτοις και κατά την τρέχουσα διαδικασία αναθεώρησης κανένα κόμμα δεν περιέλαβε στις Προτάσεις του την ολοκλήρωση της αναθεώρησης στο πλαίσιο μίας Βουλής, χωρίς δηλαδή τη μεσολάβηση εκλογών. Είναι προφανές ότι η τρέχουσα πολιτική συγκυρία των πολιτικών εντάσεων και συγκρούσεων δεν επιτρέπει μεγάλες «ανατροπές» που να απαντούν σε πραγματικά πολιτικά προβλήματα που έχουν ανακύψει από το 1975 μέχρι σήμερα στην πράξη και δεν προσφέρεται για συναινετικές ορθολογικές παρεμβάσεις στην αναθεωρητική διαδικασία. Το μεν κυβερνών κόμμα (ΝΔ) δεν περιέλαβε το άρθρο 110 Συντ. στις προτεινόμενες προς αναθεώρηση διατάξεις, κάνοντας έτσι ένα βήμα προς τα πίσω σε σχέση με τις προαναφερθείσες προτάσεις που είχε υποβάλει στην πρώτη φάση της Αναθεώρησης του 2019. Η δε Αξιωματική Αντιπολίτευση (ΠΑΣΟΚ) δεν προτείνει ριζοσπαστικές λύσεις για την τροποποίηση της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 110 Συντ. Κατ’ουσίαν υιοθετεί εν μέρει, την τελευταία αυτή πρόταση της τότε (το 2018) Αξιωματικής Αντιπολίτευσης και νυν Κυβέρνησης (ΝΔ), προτείνοντας την καθιέρωση για την Αναθεωρητική Βουλή της πλειοψηφίας των 180 βουλευτών υφ’οιανδήποτε εκδοχή, δηλαδή ακόμη και αν κάποια πρόταση αναθεώρησης είχε ψηφισθεί με 180 ψήφους στην πρώτη Βουλή. Δεν διευκρινίζει, εντούτοις, εάν στην προτείνουσα Βουλή αρκεί και η απόλυτη πλειοψηφία ή απαιτείται και εδώ η πλειοψηφία των 3/5 (βλ. Πρόταση του ΠΑΣΟΚ [12.5.2026]).

Είναι εκ πρώτης όψεως άξιον απορίας, γιατί όλα τα κόμματα δεν ενδιαφέρονται για την τροποποίηση της χρονοβόρας και πολύπλοκης διαδικασίας αναθεώρησης και ειδικότερα για την υιοθέτηση της ολοκλήρωσης της διαδικασίας της στο πλαίσιο μίας Βουλής. Μήπως ενέχει κάποια (μεγάλη ίσως) δόση αλήθειας η εκφρασθείσα από ένα μέρος της θεωρίας άποψη ότι στη Χώρα μας η αναθεώρηση είναι πρωτίστως ένα παιχνίδι στην πολιτική σκακιέρα και μόνο δευτερευόντως μέσο επίλυσης συνταγματικών προβλημάτων που ανέκυψαν στην πράξη και αντιμετώπισης της σύγχρονης ανάγκης υιοθέτησης ευέλικτων διαδικασιών τροποποίησης ακόμη και συνταγματικών επιλογών; Είναι, πράγματι, πολύ πιό ανώδυνο να προτείνεις κάποιες τροποποιήσεις συνταγματικών διατάξεων, των οποίων η τύχη εξαρτάται από άγνωστες κατ’αρχήν πλειοψηφίες της επόμενης Βουλής, από το να υποστηρίξεις μέχρι τέλους τις προτάσεις αναθεώρησης που κάνεις στο πλαίσιο μίας Βουλής, υποχρεούμενος μάλιστα σε αναγκαίες για να επιτευχθούν οι απαιτούμενες αυξημένες πλειοψηφίες συναινέσεις. Από αυτή την οπτική γωνία δεν μπορώ παρά να θεωρήσω επιτυχημένη τη ρήση συναδέλφου μου, ο οποίος ασχολείται και με τα κοινά, ότι «Η αναθεώρηση ανασύρεται, όταν ο πολιτικός χρόνος το επιβάλλει είτε για την αλλαγή της πολιτικής ατζέντας, είτε για τη συσπείρωση των κυβερνώντων, είτε για την πρόκληση τεχνητών διαχωριστικών γραμμών».

Όποιο και να είναι όμως το τέλος της τρέχουσας αναθεώρησης, αίσιο ή μη, βέβαιο είναι ότι και αυτή τη φορά χάθηκε η ευκαιρία απλοποίησης και εξορθολογισμού της διαδικασίας αναθεώρησης. Ίσως το χάσιμο αυτό είναι μια συνειδητή επιλογή των κομματικών δυνάμεων της Χώρας. Με δεδομένη τη συνταγματικοπολιτική κουλτούρα της Χώρας η ανάληψη από τα κόμματα της ευθύνης τους για την αναθεώρηση στο πλαίσιο μίας Βουλής είναι πολύ πιό δύσκολη από τη μετάθεση των σχετικών αποφάσεων σε μελλοντικές πλειοψηφίες και μάλιστα με άγνωστο περιεχόμενο.

* Η Τζούλια Ηλιοπούλου-Στράγγα είναι ομότιμη καθηγήτρια Συνταγματικού δικαίου της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Best of Network

Δείτε Επίσης