Από τα «νταούλια» και τα capital controls, στην Ελλάδα που συμβουλεύει τη Γερμανία για μεταρρυθμίσεις
Υπάρχουν στιγμές που η απόσταση ανάμεσα στο «τότε» και στο «τώρα» αποτυπώνει καλύτερα από οποιονδήποτε οικονομικό πίνακα την αλλαγή μιας χώρας
Πριν από περίπου μία δεκαετία, η Ελλάδα βρισκόταν στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους. Σήμερα, ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup Κυριάκος Πιερρακάκης συζητά με τη Γερμανία για την ανάγκη μεταρρυθμίσεων και ανάπτυξης.
Το γερμανικό Handelsblatt έφθασε να παρουσιάζει την Ελλάδα ως χώρα από την οποία μπορεί να αντληθεί εμπειρία για τις μεταρρυθμίσεις, ενώ οι Financial Times κατέγραψαν την ίδια εντυπωσιακή αντιστροφή: μια οικονομία που πριν από λίγο περισσότερο από δέκα χρόνια κινδύνευε να βρεθεί εκτός ευρώ εμφανίζει σήμερα ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης και δημοσιονομικά πλεονάσματα.
Και αυτή η αλλαγή έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία εάν θυμηθούμε τι πέρασε η ελληνική κοινωνία για να φτάσει μέχρι εδώ.
Από τα «νταούλια» στις κλειστές τράπεζες
Η ελληνική κρίση δεν ξεκίνησε το 2015 ούτε μπορεί να χρεωθεί σε μία μόνο κυβέρνηση. Από το 2010 η χώρα μπήκε σε διαδοχικά προγράμματα προσαρμογής, με μεγάλες περικοπές, φορολογικές επιβαρύνσεις, ύφεση και εκτίναξη της ανεργίας. Κυβερνήσεις διαφορετικών πολιτικών αποχρώσεων διαχειρίστηκαν διαφορετικές φάσεις της ίδιας πρωτοφανούς κρίσης.
Όμως το 2015 έμεινε χαραγμένο στη συλλογική μνήμη και για τη σύγκρουση ανάμεσα στην πολιτική ρητορική και στην πραγματικότητα των αγορών. Ήταν η εποχή της προεκλογικής φράσης του Αλέξη Τσίπρα ότι «εμείς θα βαράμε τα νταούλια και οι αγορές θα χορεύουν», μιας έκφρασης που χρησιμοποιήθηκε τότε ως σύμβολο της σκληρής διαπραγμάτευσης με τους πιστωτές.
Μερικούς μήνες αργότερα, στις 28 Ιουνίου 2015, οι ελληνικές τράπεζες έκλεισαν και επιβλήθηκαν capital controls. Στις 30 Ιουνίου η Ελλάδα δεν κατέβαλε πληρωμή 1,5 δισ. ευρώ προς το ΔΝΤ. Στις 5 Ιουλίου πραγματοποιήθηκε το δημοψήφισμα, με το «Όχι» να συγκεντρώνει 61,3%, και λίγες εβδομάδες αργότερα η χώρα οδηγήθηκε στο τρίτο πρόγραμμα οικονομικής βοήθειας, ύψους έως 86 δισ. ευρώ.
Αυτά δεν είναι μια πολιτική ιστορία. Είναι αυτό που έζησαν οι Έλληνες με τις ουρές στα ΑΤΜ, το ημερήσιο όριο αναλήψεων, την ανασφάλεια για τις καταθέσεις, τις επιχειρήσεις που δυσκολεύονταν να πληρώσουν προμηθευτές στο εξωτερικό και μία οικονομία που προσπαθούσε να λειτουργήσει μέσα σε εξαιρετικά περιοριστικές συνθήκες. Η ΕΚΤ έχει καταγράψει ότι από τον Δεκέμβριο του 2014 έως τον Ιούνιο του 2015 έφυγε από τις τράπεζες πάνω από το ένα τέταρτο των καταθέσεων.
Το μέγεθος της κοινωνικής πίεσης φαίνεται ίσως καλύτερα στην απασχόληση. Το 2015 η ανεργία στην Ελλάδα ήταν 24,9%. Τον Ιούλιο του 2026 η ΕΛΣΤΑΤ τη μέτρησε στο 7,9%, με περίπου 4,38 εκατ. απασχολουμένους. Πρόκειται για μία από τις πιο ουσιαστικές αλλαγές της τελευταίας δεκαετίας, ανεξάρτητα από την πολιτική ανάγνωση που θα κάνει κανείς.
Η οικονομία, παρά το νέο διεθνές ενεργειακό σοκ, εξακολουθεί επίσης να κινείται θετικά. Η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε αύξηση του ΑΕΠ κατά 1,9% σε ετήσια βάση στο β΄ τρίμηνο του 2026, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ανάπτυξη 1,8% για ολόκληρο το 2026, έναντι μόλις 0,9% για την Ευρωζώνη.
Παράλληλα, το δημόσιο χρέος μειώθηκε από 154,2% του ΑΕΠ στο τέλος του 2024 σε 146,1% στο τέλος του 2025 και η Κομισιόν προβλέπει περαιτέρω υποχώρηση στο 140,7% το 2026 και στο 134,4% το 2027. Πρόκειται ακόμη για πολύ υψηλό χρέος, όμως η κατεύθυνση είναι διαφορετική από εκείνη των ετών της κρίσης.
Το αυτοκίνητο δείχνει πόσο άλλαξε η αγορά
Το γερμανικό Handelsblatt έφθασε να παρουσιάζει την Ελλάδα ως χώρα από την οποία μπορεί να αντληθεί εμπειρία για τις μεταρρυθμίσεις, ενώ οι Financial Times κατέγραψαν την ίδια εντυπωσιακή αντιστροφή: μια οικονομία που πριν από λίγο περισσότερο από δέκα χρόνια κινδύνευε να βρεθεί εκτός ευρώ εμφανίζει σήμερα ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης και δημοσιονομικά πλεονάσματα.
Και αυτή η αλλαγή έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία εάν θυμηθούμε τι πέρασε η ελληνική κοινωνία για να φτάσει μέχρι εδώ.
Από τα «νταούλια» στις κλειστές τράπεζες
Η ελληνική κρίση δεν ξεκίνησε το 2015 ούτε μπορεί να χρεωθεί σε μία μόνο κυβέρνηση. Από το 2010 η χώρα μπήκε σε διαδοχικά προγράμματα προσαρμογής, με μεγάλες περικοπές, φορολογικές επιβαρύνσεις, ύφεση και εκτίναξη της ανεργίας. Κυβερνήσεις διαφορετικών πολιτικών αποχρώσεων διαχειρίστηκαν διαφορετικές φάσεις της ίδιας πρωτοφανούς κρίσης.
Όμως το 2015 έμεινε χαραγμένο στη συλλογική μνήμη και για τη σύγκρουση ανάμεσα στην πολιτική ρητορική και στην πραγματικότητα των αγορών. Ήταν η εποχή της προεκλογικής φράσης του Αλέξη Τσίπρα ότι «εμείς θα βαράμε τα νταούλια και οι αγορές θα χορεύουν», μιας έκφρασης που χρησιμοποιήθηκε τότε ως σύμβολο της σκληρής διαπραγμάτευσης με τους πιστωτές.
Μερικούς μήνες αργότερα, στις 28 Ιουνίου 2015, οι ελληνικές τράπεζες έκλεισαν και επιβλήθηκαν capital controls. Στις 30 Ιουνίου η Ελλάδα δεν κατέβαλε πληρωμή 1,5 δισ. ευρώ προς το ΔΝΤ. Στις 5 Ιουλίου πραγματοποιήθηκε το δημοψήφισμα, με το «Όχι» να συγκεντρώνει 61,3%, και λίγες εβδομάδες αργότερα η χώρα οδηγήθηκε στο τρίτο πρόγραμμα οικονομικής βοήθειας, ύψους έως 86 δισ. ευρώ.
Αυτά δεν είναι μια πολιτική ιστορία. Είναι αυτό που έζησαν οι Έλληνες με τις ουρές στα ΑΤΜ, το ημερήσιο όριο αναλήψεων, την ανασφάλεια για τις καταθέσεις, τις επιχειρήσεις που δυσκολεύονταν να πληρώσουν προμηθευτές στο εξωτερικό και μία οικονομία που προσπαθούσε να λειτουργήσει μέσα σε εξαιρετικά περιοριστικές συνθήκες. Η ΕΚΤ έχει καταγράψει ότι από τον Δεκέμβριο του 2014 έως τον Ιούνιο του 2015 έφυγε από τις τράπεζες πάνω από το ένα τέταρτο των καταθέσεων.
Το μέγεθος της κοινωνικής πίεσης φαίνεται ίσως καλύτερα στην απασχόληση. Το 2015 η ανεργία στην Ελλάδα ήταν 24,9%. Τον Ιούλιο του 2026 η ΕΛΣΤΑΤ τη μέτρησε στο 7,9%, με περίπου 4,38 εκατ. απασχολουμένους. Πρόκειται για μία από τις πιο ουσιαστικές αλλαγές της τελευταίας δεκαετίας, ανεξάρτητα από την πολιτική ανάγνωση που θα κάνει κανείς.
Η οικονομία, παρά το νέο διεθνές ενεργειακό σοκ, εξακολουθεί επίσης να κινείται θετικά. Η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε αύξηση του ΑΕΠ κατά 1,9% σε ετήσια βάση στο β΄ τρίμηνο του 2026, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ανάπτυξη 1,8% για ολόκληρο το 2026, έναντι μόλις 0,9% για την Ευρωζώνη.
Παράλληλα, το δημόσιο χρέος μειώθηκε από 154,2% του ΑΕΠ στο τέλος του 2024 σε 146,1% στο τέλος του 2025 και η Κομισιόν προβλέπει περαιτέρω υποχώρηση στο 140,7% το 2026 και στο 134,4% το 2027. Πρόκειται ακόμη για πολύ υψηλό χρέος, όμως η κατεύθυνση είναι διαφορετική από εκείνη των ετών της κρίσης.
Το αυτοκίνητο δείχνει πόσο άλλαξε η αγορά
Υπάρχει όμως και ένας άλλος δείκτης, πολύ πιο κοντά στην πραγματική καθημερινότητα: το αυτοκίνητο.
Το 2015, ολόκληρη η ελληνική αγορά έκλεισε με μόλις 75.805 καινούργια επιβατικά αυτοκίνητα. Για να αντιληφθεί κανείς πόσο βαθιά είχε υποχωρήσει η κατανάλωση, ακόμη και αυτό το αποτέλεσμα βρισκόταν περίπου 72% χαμηλότερα από τον μέσο όρο της δεκαετίας 2000-2009.
Το 2026 η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Μέχρι και τον Αύγουστο είχαν ήδη ταξινομηθεί 102.420 καινούργια επιβατικά, παρά το φρένο με τις πινακίδες – το οποίο δείχνει να ξεπερνάτε. Δηλαδή μέσα στους πρώτους οκτώ μήνες του έτους η αγορά είχε ήδη ξεπεράσει το σύνολο του 2015 κατά περίπου 35%. Και αυτό παρότι τον Αύγουστο υπήρξε μεγάλη προσωρινή πτώση των ταξινομήσεων.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η αλλαγή στη σύνθεση της αγοράς. Στο οκτάμηνο του 2026 ταξινομήθηκαν 6.828 αμιγώς ηλεκτρικά αυτοκίνητα, αυξημένα κατά 28,7%, ενώ μαζί με τα plug-in υβριδικά οι επαναφορτιζόμενες ταξινομήσεις έφτασαν τις 13.330.
Φυσικά, οι ταξινομήσεις αυτοκινήτων δεν αποτελούν από μόνες τους μέτρο πλούτου των νοικοκυριών. Όμως πάντα το αυτοκίνητο και οι πωλήσεις του, θεωρούταν ο οικονομικός καθρέπτης της κοινωνίας κάθε χώρας…
Η αγοραστική δύναμη
Τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι η πραγματική ατομική κατανάλωση ανά κάτοικο -ένας από τους καλύτερους δείκτες της υλικής ευημερίας των νοικοκυριών- βρισκόταν στην Ελλάδα στο 78% του ευρωπαϊκού μέσου όρου το 2015 και ανέβηκε στο 80% το 2025. Υπάρχει δηλαδή βελτίωση, αλλά είναι μικρή και η Ελλάδα εξακολουθεί να απέχει αισθητά από τον μέσο Ευρωπαίο καταναλωτή.
Αυτό είναι ίσως και το πιο σημαντικό στοιχείο για να μην μετατραπεί η θετική μακροοικονομική εικόνα σε εύκολη θριαμβολογία.
Οι μισθοί σε τρέχουσες τιμές έχουν ανακάμψει τα τελευταία χρόνια, η απασχόληση έχει αυξηθεί και η κατανάλωση έχει αντέξει, όμως ο πληθωρισμός εξακολουθεί να «τρώει» σημαντικό μέρος των αυξήσεων. Η ίδια η Κομισιόν εκτιμά ότι το ενεργειακό σοκ του 2026 πιέζει ξανά το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, ενώ η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε πληθωρισμό 3,8% τον Αύγουστο.
Άρα η μεγάλη αλλαγή δεν είναι ότι η Ελλάδα έγινε ξαφνικά Γερμανία. Δεν έγινε.
Η αλλαγή είναι ότι μία χώρα η οποία πριν από μία δεκαετία συζητούσε για Grexit, έκλεινε τις τράπεζές της και ζητούσε τρίτο πακέτο διάσωσης, βρίσκεται σήμερα σε θέση να συμμετέχει από διαφορετική αφετηρία στη συζήτηση για το πώς η ίδια η Ευρώπη —και ακόμη και η Γερμανία— θα ξαναβρεί ανάπτυξη και ανταγωνιστικότητα.
Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη διαφορά ανάμεσα στις δύο εποχές.
Τότε η συζήτηση γινόταν για το αν θα μείνει η Ελλάδα όρθια.
Σήμερα γίνεται για το πόσο γρήγορα μπορεί να καλύψει την απόσταση που εξακολουθεί να τη χωρίζει από την υπόλοιπη Ευρώπη.
Η διαδρομή δεν τελείωσε. Η ακρίβεια παραμένει, οι πραγματικοί μισθοί χρειάζονται ακόμη μεγάλη ενίσχυση και η αγοραστική δύναμη πρέπει να συγκλίνει ουσιαστικά με την Ευρώπη. Όμως, μετά από όσα πέρασαν τα ελληνικά νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις μέσα σε δεκαπέντε χρόνια κρίσεων, η μεταβολή των βασικών οικονομικών δεδομένων είναι πλέον δύσκολο να αγνοηθεί.
Το 2015, ολόκληρη η ελληνική αγορά έκλεισε με μόλις 75.805 καινούργια επιβατικά αυτοκίνητα. Για να αντιληφθεί κανείς πόσο βαθιά είχε υποχωρήσει η κατανάλωση, ακόμη και αυτό το αποτέλεσμα βρισκόταν περίπου 72% χαμηλότερα από τον μέσο όρο της δεκαετίας 2000-2009.
Το 2026 η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Μέχρι και τον Αύγουστο είχαν ήδη ταξινομηθεί 102.420 καινούργια επιβατικά, παρά το φρένο με τις πινακίδες – το οποίο δείχνει να ξεπερνάτε. Δηλαδή μέσα στους πρώτους οκτώ μήνες του έτους η αγορά είχε ήδη ξεπεράσει το σύνολο του 2015 κατά περίπου 35%. Και αυτό παρότι τον Αύγουστο υπήρξε μεγάλη προσωρινή πτώση των ταξινομήσεων.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η αλλαγή στη σύνθεση της αγοράς. Στο οκτάμηνο του 2026 ταξινομήθηκαν 6.828 αμιγώς ηλεκτρικά αυτοκίνητα, αυξημένα κατά 28,7%, ενώ μαζί με τα plug-in υβριδικά οι επαναφορτιζόμενες ταξινομήσεις έφτασαν τις 13.330.
Φυσικά, οι ταξινομήσεις αυτοκινήτων δεν αποτελούν από μόνες τους μέτρο πλούτου των νοικοκυριών. Όμως πάντα το αυτοκίνητο και οι πωλήσεις του, θεωρούταν ο οικονομικός καθρέπτης της κοινωνίας κάθε χώρας…
Η αγοραστική δύναμη
Τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι η πραγματική ατομική κατανάλωση ανά κάτοικο -ένας από τους καλύτερους δείκτες της υλικής ευημερίας των νοικοκυριών- βρισκόταν στην Ελλάδα στο 78% του ευρωπαϊκού μέσου όρου το 2015 και ανέβηκε στο 80% το 2025. Υπάρχει δηλαδή βελτίωση, αλλά είναι μικρή και η Ελλάδα εξακολουθεί να απέχει αισθητά από τον μέσο Ευρωπαίο καταναλωτή.
Αυτό είναι ίσως και το πιο σημαντικό στοιχείο για να μην μετατραπεί η θετική μακροοικονομική εικόνα σε εύκολη θριαμβολογία.
Οι μισθοί σε τρέχουσες τιμές έχουν ανακάμψει τα τελευταία χρόνια, η απασχόληση έχει αυξηθεί και η κατανάλωση έχει αντέξει, όμως ο πληθωρισμός εξακολουθεί να «τρώει» σημαντικό μέρος των αυξήσεων. Η ίδια η Κομισιόν εκτιμά ότι το ενεργειακό σοκ του 2026 πιέζει ξανά το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, ενώ η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε πληθωρισμό 3,8% τον Αύγουστο.
Άρα η μεγάλη αλλαγή δεν είναι ότι η Ελλάδα έγινε ξαφνικά Γερμανία. Δεν έγινε.
Η αλλαγή είναι ότι μία χώρα η οποία πριν από μία δεκαετία συζητούσε για Grexit, έκλεινε τις τράπεζές της και ζητούσε τρίτο πακέτο διάσωσης, βρίσκεται σήμερα σε θέση να συμμετέχει από διαφορετική αφετηρία στη συζήτηση για το πώς η ίδια η Ευρώπη —και ακόμη και η Γερμανία— θα ξαναβρεί ανάπτυξη και ανταγωνιστικότητα.
Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη διαφορά ανάμεσα στις δύο εποχές.
Τότε η συζήτηση γινόταν για το αν θα μείνει η Ελλάδα όρθια.
Σήμερα γίνεται για το πόσο γρήγορα μπορεί να καλύψει την απόσταση που εξακολουθεί να τη χωρίζει από την υπόλοιπη Ευρώπη.
Η διαδρομή δεν τελείωσε. Η ακρίβεια παραμένει, οι πραγματικοί μισθοί χρειάζονται ακόμη μεγάλη ενίσχυση και η αγοραστική δύναμη πρέπει να συγκλίνει ουσιαστικά με την Ευρώπη. Όμως, μετά από όσα πέρασαν τα ελληνικά νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις μέσα σε δεκαπέντε χρόνια κρίσεων, η μεταβολή των βασικών οικονομικών δεδομένων είναι πλέον δύσκολο να αγνοηθεί.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ειδήσεις
Δημοφιλή
Σχολιασμένα