Η Άγκυρα δεν πρέπει να ορίζει τον δικό μας παλμό
Η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται με καρμπόν
Έχει όμως την ενοχλητική συνήθεια να αφήνει μοτίβα. Και στις ελληνοτουρκικές σχέσεις ένα από αυτά αξίζει να το κοιτάζουμε πάντοτε με προσοχή: οι περίοδοι εσωτερικής αδυναμίας, αβεβαιότητας ή πολιτικής μετάβασης στην Ελλάδα έχουν αρκετές φορές συμπέσει με στιγμές μεγάλης έντασης.
Αυτό ασφαλώς δεν σημαίνει ένα απλοϊκό «χωρίς αυτοδυναμία ή με πολιτική αστάθεια θα κάνουν ντου οι Τούρκοι».
Η πολιτική σταθερότητα δεν είναι συνώνυμο ούτε ενός κόμματος ούτε μιας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Μια κυβέρνηση συνεργασίας μπορεί να είναι απολύτως σταθερή και μια αυτοδύναμη κυβέρνηση μπορεί να είναι πολιτικά αποδυναμωμένη. Σημαίνει κάτι βαθύτερο: λειτουργικούς θεσμούς, καθαρή γραμμή, συνέχεια στην εξωτερική πολιτική και μια χώρα που στις κρίσιμες στιγμές γνωρίζει πού πατά και πού θέλει να πάει.
Και εδώ αρχίζουν και οι δικές μας ευθύνες.
Γιατί η Τουρκία δεν χρειάζεται πάντοτε να δημιουργεί μια κρίση για να επηρεάζει την ελληνική συζήτηση. Αρκεί πολλές φορές μία δήλωση, ένας χάρτης, μια NAVTEX, μια αναφορά στην αποστρατιωτικοποίηση. Και ξαφνικά ολόκληρος ο δημόσιος διάλογος στην Αθήνα περιστρέφεται γύρω από την Άγκυρα.
Η κυβέρνηση καλείται να αποδείξει ότι «απάντησε». Η αντιπολίτευση ότι «δεν υποχώρησε». Τα τηλεοπτικά πάνελ ψάχνουν νικητές και ηττημένους πριν καν υπάρξει γεγονός. Και κάπως έτσι καλλιεργείται αυτό ακριβώς που πρέπει περισσότερο να αποφεύγουμε: μια κοινωνία σε διαρκή τουρκοκεντρική εγρήγορση, σαν κάθε πρωί να πρέπει πρώτα να κοιτάξουμε τι είπε η Άγκυρα για να αποφασίσουμε πώς αισθανόμαστε στην Αθήνα.
Τα «ήρεμα νερά», λοιπόν, ποτέ δεν σήμαιναν ότι εξαφανίστηκαν οι διαφορές. Σήμαιναν ότι δύο χώρες με σοβαρές διαφωνίες κατάφεραν για ένα διάστημα να τις διαχειρίζονται χωρίς κάθε εβδομάδα να φτάνουν στα όρια της κρίσης. Και αυτό από μόνο του έχει αξία.
Παράλληλα, η Ελλάδα τα τελευταία επτά χρόνια δημιούργησε ένα κεφάλαιο που θα ήταν εγκληματικό να σπαταληθεί: συμφωνίες οριοθέτησης με Ιταλία και Αίγυπτο το 2020, επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 μίλια στο Ιόνιο, στρατηγική αμυντική συμφωνία με τη Γαλλία, εμβάθυνση της αμυντικής συνεργασίας με τις ΗΠΑ, Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός και Εθνικά Θαλάσσια Πάρκα.
Όλα αυτά δεν αποτελούν ιδιοκτησία μιας κυβέρνησης. Αποτελούν κεφάλαιο της χώρας.
Και αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο κυβέρνηση, αντιπολίτευση και κοινωνία πρέπει κάποτε να συναντηθούν. Η κριτική στην εξωτερική πολιτική είναι αναγκαία. Η κυβέρνηση οφείλει να ελέγχεται και να εξηγεί τις επιλογές της. Η αντιπολίτευση οφείλει να προτείνει διαφορετικές όπου διαφωνεί.
Αλλά κάθε τουρκική κίνηση δεν μπορεί να μετατρέπεται αυτομάτως σε ελληνική εσωτερική κρίση.
Η σοβαρότητα της Τουρκίας ως γείτονα δεν αυξομειώνεται ανάλογα με το αν τα νερά είναι ήρεμα. Το ίδιο σταθεροί πρέπει να ισχύει και για εμάς.
Αυτό ασφαλώς δεν σημαίνει ένα απλοϊκό «χωρίς αυτοδυναμία ή με πολιτική αστάθεια θα κάνουν ντου οι Τούρκοι».
Η πολιτική σταθερότητα δεν είναι συνώνυμο ούτε ενός κόμματος ούτε μιας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Μια κυβέρνηση συνεργασίας μπορεί να είναι απολύτως σταθερή και μια αυτοδύναμη κυβέρνηση μπορεί να είναι πολιτικά αποδυναμωμένη. Σημαίνει κάτι βαθύτερο: λειτουργικούς θεσμούς, καθαρή γραμμή, συνέχεια στην εξωτερική πολιτική και μια χώρα που στις κρίσιμες στιγμές γνωρίζει πού πατά και πού θέλει να πάει.
Και εδώ αρχίζουν και οι δικές μας ευθύνες.
Γιατί η Τουρκία δεν χρειάζεται πάντοτε να δημιουργεί μια κρίση για να επηρεάζει την ελληνική συζήτηση. Αρκεί πολλές φορές μία δήλωση, ένας χάρτης, μια NAVTEX, μια αναφορά στην αποστρατιωτικοποίηση. Και ξαφνικά ολόκληρος ο δημόσιος διάλογος στην Αθήνα περιστρέφεται γύρω από την Άγκυρα.
Η κυβέρνηση καλείται να αποδείξει ότι «απάντησε». Η αντιπολίτευση ότι «δεν υποχώρησε». Τα τηλεοπτικά πάνελ ψάχνουν νικητές και ηττημένους πριν καν υπάρξει γεγονός. Και κάπως έτσι καλλιεργείται αυτό ακριβώς που πρέπει περισσότερο να αποφεύγουμε: μια κοινωνία σε διαρκή τουρκοκεντρική εγρήγορση, σαν κάθε πρωί να πρέπει πρώτα να κοιτάξουμε τι είπε η Άγκυρα για να αποφασίσουμε πώς αισθανόμαστε στην Αθήνα.
Τα «ήρεμα νερά», λοιπόν, ποτέ δεν σήμαιναν ότι εξαφανίστηκαν οι διαφορές. Σήμαιναν ότι δύο χώρες με σοβαρές διαφωνίες κατάφεραν για ένα διάστημα να τις διαχειρίζονται χωρίς κάθε εβδομάδα να φτάνουν στα όρια της κρίσης. Και αυτό από μόνο του έχει αξία.
Παράλληλα, η Ελλάδα τα τελευταία επτά χρόνια δημιούργησε ένα κεφάλαιο που θα ήταν εγκληματικό να σπαταληθεί: συμφωνίες οριοθέτησης με Ιταλία και Αίγυπτο το 2020, επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 μίλια στο Ιόνιο, στρατηγική αμυντική συμφωνία με τη Γαλλία, εμβάθυνση της αμυντικής συνεργασίας με τις ΗΠΑ, Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός και Εθνικά Θαλάσσια Πάρκα.
Όλα αυτά δεν αποτελούν ιδιοκτησία μιας κυβέρνησης. Αποτελούν κεφάλαιο της χώρας.
Και αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο κυβέρνηση, αντιπολίτευση και κοινωνία πρέπει κάποτε να συναντηθούν. Η κριτική στην εξωτερική πολιτική είναι αναγκαία. Η κυβέρνηση οφείλει να ελέγχεται και να εξηγεί τις επιλογές της. Η αντιπολίτευση οφείλει να προτείνει διαφορετικές όπου διαφωνεί.
Αλλά κάθε τουρκική κίνηση δεν μπορεί να μετατρέπεται αυτομάτως σε ελληνική εσωτερική κρίση.
Η σοβαρότητα της Τουρκίας ως γείτονα δεν αυξομειώνεται ανάλογα με το αν τα νερά είναι ήρεμα. Το ίδιο σταθεροί πρέπει να ισχύει και για εμάς.
Γιατί απέναντι σε μια χώρα που σχεδιάζει σε βάθος χρόνου, ίσως το χειρότερο που μπορούμε να κάνουμε εμείς, είναι να αρχίζουμε κάθε λίγα χρόνια πάλι από την αρχή.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ειδήσεις
Δημοφιλή
Σχολιασμένα