Τα Αρχαία Ελληνικά ως οδηγός παιδείας
Ευγενία Μανωλίδου

Ευγενία Μανωλίδου

Τα Αρχαία Ελληνικά ως οδηγός παιδείας

Δύο μαθήματα Ομήρου, δύο ξένοι καθηγητές και μια σκέψη για όσα χάνουμε όταν μετατρέπουμε τη γλώσσα μας σε ιδεολογική αντιπαράθεση

Μέσα σε μία εβδομάδα έζησα δύο από τις πιο συγκινητικές στιγμές της εκπαιδευτικής μου διαδρομής. Η πρώτη ήταν στην Ακαδημία Vivarium Novum, όπου ο Μεξικανός καθηγητής Gerardo Guzmán δίδαξε ένα μέρος της Πατρόκλειας ραψωδίας της Ιλιάδος. Το μάθημα διήρκεσε μιάμιση ώρα και έγινε ολόκληρο στα Αρχαία Ελληνικά, όπως και όλα τα μαθήματα γλώσσας, λογοτεχνίας και φιλοσοφίας στη συγκεκριμένη Ακαδημία. Από τους παρόντες, οι μόνες Ελληνίδες ήμασταν εγώ και η συνεργάτιδά μου από την Ελληνική Αγωγή. Όλοι οι άλλοι ήταν νέοι άνθρωποι, φοιτητές και σπουδαστές από άλλες χώρες, παιδιά που είχαν διανύσει μια τεράστια απόσταση για να φτάσουν σε αυτό που εμείς έχουμε τόσο κοντά μας: την ελληνική γλώσσα στην ιστορική της συνέχεια. Ο τρόπος με τον οποίο γινόταν η ανάγνωση, η εξήγηση κάθε λέξης, η είσοδος σε κάθε σκηνή, ήταν συγκλονιστικός. Η Ιλιάδα διδάχθηκε ως κορυφαίο έργο τέχνης: με δέος απέναντι στην παλαιότητά του, αλλά και με τη συγκίνηση που προκαλεί κάθε μεγάλο λογοτεχνικό έργο όταν το πλησιάζεις από το πρωτότυπο, από τον ίδιο τον ρυθμό του ποιητή και την ίδια του τη φωνή.

Λίγες μέρες αργότερα, παρακολούθησα διαδικτυακά ένα μάθημα της Ιλιάδος από το Ancient Language Institute. Ο καθηγητής Vlad Chiurlea, με καταγωγή από τη Ρουμανία, δίδαξε στίχους από τη Γ΄ ραψωδία, χρησιμοποιώντας παράλληλα την ελληνική παράφραση του Μιχαήλ Ψελλού. Ο παραλληλισμός του ομηρικού λόγου με ένα βυζαντινό κείμενο του 11ου αιώνα άνοιξε μπροστά στα μάτια μου ένα θαυμαστό τοπίο. Είδα την ίδια γλώσσα να διασχίζει τους αιώνες, να αλλάζει ρυθμούς, μορφές και εκφραστικές ανάγκες, και συγχρόνως να διατηρεί μια αναγνωρίσιμη εσωτερική συγγένεια και με προφανή τη διαδοχική συνέχεια μιας γλώσσας με σπάνια πνευματική αντοχή. Μιας γλώσσας που μεταπλάθεται, αφομοιώνει, ανανεώνεται και επιβιώνει, σαν ζωντανός μηχανισμός σκέψης μέσα στον χρόνο, σαν ένας σύγχρονος αλγόριθμος.

Και πάλι ήμουν η μόνη Ελληνίδα στην τάξη.

Αυτό το γεγονός δεν το αναφέρω με πικρία, αλλά με θαυμασμό, ευγνωμοσύνη και με κάποια εσωτερική ανησυχία. Δύο νεότατοι καθηγητές, από δύο διαφορετικές χώρες, είχαν αφιερώσει χρόνια επίπονης μελέτης στη γλώσσα μας ώστε να μπορούν να διδάσκουν την Ιλιάδα από το πρωτότυπο, στα Αρχαία Ελληνικά, με ακρίβεια, ενθουσιασμό και αγάπη. Δεν είχαν το προνόμιο που έχουμε εμείς, οι φυσικοί ομιλητές της νέας ελληνικής. Δεν μεγάλωσαν ακούγοντας λέξεις, ρίζες, δομές και εκφράσεις που διασώζουν μέσα τους παλαιότερες μορφές της γλώσσας. Και όμως, πλησίασαν αυτόν τον κόσμο με επιμονή και σεβασμό, ενώ εμείς συχνά στεκόμαστε αμήχανοι απέναντί του.

Η αμηχανία αυτή έχει ιστορία. Δεν προέρχεται μόνο από την αυστηρή διδασκαλία ή από την κόπωση που προκαλεί ένα δύσκολο σχολικό μάθημα. Στην Ελλάδα η σχέση μας με τη γλώσσα έγινε πολύ νωρίς σχέση ιδεολογική. Η επιλογή λέξεων, η μορφή του γραπτού λόγου, η στάση απέναντι στην αρχαία, τη μεσαιωνική ή τη δημώδη ελληνική φορτίστηκαν από την πολιτική.
Πριν ακόμη συγκροτηθεί το νέο ελληνικό κράτος, στα χρόνια του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, είχε ήδη ξεκινήσει έντονη συζήτηση για το ποια μορφή ελληνικής μπορούσε να υπηρετήσει την παιδεία, τη σκέψη και τον δημόσιο βίο. Τρία βασικά ρεύματα επικράτησαν: οι αρχαϊστές, οι υποστηρικτές ενός συμβιβασμού ανάμεσα στην αρχαία και τη νεότερη μορφή της γλώσσας και οι υπέρμαχοι της δημώδους.

Η σύγκρουση αυτή πέρασε στην εκπαίδευση, στη διοίκηση, στη λογοτεχνία, στην Εκκλησία, στην καθημερινή ζωή και πήρε ακόμη και δραματικές διαστάσεις. Το 1901, τα «Ευαγγελικά», με αφορμή τη μετάφραση του Ευαγγελίου στη δημοτική, οδήγησαν σε αιματηρές συμπλοκές στους δρόμους της Αθήνας. Δύο χρόνια αργότερα, τα «Ορεστειακά», με αφορμή την παράσταση της Ορέστειας σε νεοελληνική απόδοση, φανέρωσαν ότι η αντιπαράθεση δεν είχε να κάνει μόνο με την πίστη, αλλά και με τον τρόπο με τον οποίο οι Νεοέλληνες προσλάμβαναν την αρχαία τους κληρονομιά. Έτσι, η ελληνική γλώσσα, αντί να λειτουργήσει ως κοινός τόπος παιδείας, έγινε πεδίο ιδεολογικής δοκιμασίας. Το κατεξοχήν μέσο συνεννόησης, πνευματικής άσκησης και διεθνούς θαυμασμού, έγινε πεδίο διχασμού.

Αυτή η μακρά ιστορία άφησε ίχνη βαθύτερα από όσο νομίζουμε. Η λόγια χρήση της ελληνικής ταυτίστηκε συχνά με συντήρηση, επιτήδευση, αυταρχισμό ή κοινωνική πόζα. Η αρχαΐζουσα λέξη έγινε, σε ένα μέρος της συλλογικής μας φαντασίας, στοιχείο γραφικότητας. Ο παλιός ελληνικός κινηματογράφος αξιοποίησε συχνά αυτό το στερεότυπο: ο σχολαστικός καθηγητής που μιλά με στόμφο, ο άνθρωπος της καθημερινότητας που προσπαθεί να προσθέσει στο λόγο του κύρος κολλώντας αρχαίες καταλήξεις στις λέξεις, η γλώσσα ως αστείο, ως μάσκα, ως κοινωνική παρεξήγηση. Όλα αυτά είχαν χιούμορ. Είχαν όμως και συνέπειες.
Σιγά σιγά, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας έμαθε να αντιμετωπίζει την παλαιότερη μορφή της ελληνικής γλώσσας σαν κάτι ξένο προς τη ζωή του. Στο σχολείο, η απόσταση μεγάλωσε. Τα Αρχαία Ελληνικά έγιναν για πολλά παιδιά ένα μάθημα αποκρυπτογράφησης, ένα πεδίο γραμματικών τύπων χωρίς πνοή, ένα σύστημα που ζητούσε σωστές απαντήσεις για καλούς βαθμούς, χωρίς να προσφέρει την απόλαυση της κατανόησης. Η διδασκαλία συχνά απομάκρυνε τα παιδιά από το κείμενο αντί να τα οδηγήσει προς αυτό. Και η κοινωνία, κουρασμένη από παλιές αντιπαραθέσεις, υιοθέτησε με ευκολία την ιδέα ότι όλα αυτά «απλώς δεν χρειάζονται».

Κλείσιμο
Εκεί βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, το μεγάλο μας λάθος. Όταν απομακρυνόμαστε από την αρχαία και τη βυζαντινή ελληνική, δεν χάνουμε μόνο την πρόσβαση σε παλαιά κείμενα. Χάνουμε και ένα τμήμα της επαφής μας με τη νέα ελληνική. Χάνουμε το βάθος λέξεων που χρησιμοποιούμε καθημερινά, τη δυνατότητα να στεκόμαστε μπροστά σε επιγραφές, μνημεία και κείμενα και να νιώθουμε ότι μας αφορούν. Χάνουμε την αίσθηση ότι τα μουσεία, αυτοί οι ναοί των Μουσών, δεν είναι μέρος μιας βαρετής εκπαιδευτικής εκδρομής, αλλά χώροι μνήμης, λόγου και νοήματος. Χάνουμε, επίσης, την επαφή με μια λογοτεχνία που διατρέχει αιώνες Ελληνισμού: από τον Όμηρο έως τους Πατέρες της Εκκλησίας, από τη βυζαντινή λόγια παράδοση έως το δημοτικό τραγούδι, τη νεότερη γραμματεία και την ποίηση.

Κυρίως όμως, χάνουμε την εσωτερική γαλήνη που προσφέρει η απόλαυση της ανάγνωσης των αρχαίων κειμένων. Όποιος έχει διαβάσει έστω και λίγους στίχους του Ομήρου από το πρωτότυπο, με σωστή καθοδήγηση, γνωρίζει ότι δεν πρόκειται για άσκηση αρχαιολατρίας, αλλά για μια σπάνια μορφή πνευματικής συγκέντρωσης. Η λέξη αναδεικνύει την εικόνα, οι μορφές ζωντανεύουν στο ελληνικό τοπίο, ο ρυθμός του στίχου δίνει στον λόγο κίνηση, ένταση και συγκίνηση. Το αρχαίο κείμενο, απαράμιλλα σχετικό και διαχρονικό, φανερώνει τα δικά μας προβλήματα, τις δικές μας ανησυχίες, τα δικά μας διλήμματα.

Φυσικά δεν μπορεί να ζητηθεί πρόωρα από ένα παιδί του Γυμνασίου να αναμετρηθεί με όλο το βάθος του Ομήρου. Μπορεί όμως να αρχίσει να ακούει τη γλώσσα, να αναγνωρίζει εικόνες, να συνδέει λέξεις με πράξεις, να συμμετέχει σε μικρούς διαλόγους, να πλησιάζει σταδιακά το κείμενο χωρίς φόβο.

Γι’ αυτό έχει τόσο μεγάλη αξία η βιωματική μέθοδος, αλλά και τα ενδιάμεσα κείμενα, οι παραφράσεις, οι γλωσσικές γέφυρες που οδηγούν τον μαθητή από το οικείο προς το απαιτητικότερο. Το παράδειγμα του Ψελλού είναι εδώ ιδιαίτερα χαρακτηριστικό: ένας βυζαντινός λόγιος του 11ου αιώνα προσεγγίζει τον Όμηρο μέσα από ελληνική παράφραση, δείχνοντας ότι η πρόσβαση στο αρχαίο κείμενο μπορεί να περάσει μέσα από μια άλλη μορφή της ίδιας γλώσσας. Όταν η αρχαία ελληνική διδάσκεται μόνο ως κατάλογος κανόνων, μένει μακριά από τον μαθητή. Όταν όμως συνδέεται με φωνή, κίνηση, εικόνα, διάλογο, επανάληψη, θεατρικότητα, αφήγηση και νόημα, τότε ο μαθητής αρχίζει να νιώθει, να αγαπά και να θαυμάζει. Δεν χρειάζεται να απλοποιήσουμε το αντικείμενο μέχρι να το ευτελίσουμε. Χρειάζεται να ανοίξουμε δρόμους πρόσβασης. Να περάσουμε από τη μηχανική μετάφραση στη νοηματική κατανόηση, από τον φόβο του λάθους στη χαρά της συμμετοχής, από το κείμενο ως άσκηση στο κείμενο ως απόλαυση.

Αυτό βλέπω ολοένα και περισσότερο στο εξωτερικό. Νέοι καθηγητές, ξένα ιδρύματα, θερινές ακαδημίες, διαδικτυακά προγράμματα, ομάδες φοιτητών και ερευνητών αναζητούν τρόπους να διδάξουν τα ελληνικά και τα λατινικά βιωματικά, ως γλώσσες που ακούγονται, διαβάζονται, χρησιμοποιούνται. Αυτό που στην Ελλάδα αντιμετωπίζεται συχνά με καχυποψία, αλλού κερδίζει έδαφος ως σοβαρή παιδαγωγική πρόταση.

Και εδώ γεννιέται ένα παράδοξο. Όταν ένας Έλληνας μιλά για την αξία της ελληνικής γλώσσας, κινδυνεύει εύκολα να χαρακτηριστεί παλαιομοδίτης, γραφικός, υπερβολικός ή ακόμη και ιδεολογικά ύποπτος. Όταν την ίδια συγκίνηση την εκφράζει ένας ξένος καθηγητής, ή ακόμη και ένα παγκόσμιο μουσικό συγκρότημα που τιμά επί σκηνής ελληνικά μουσικά μοτίβα μπροστά σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους, τότε ξαφνικά η αναφορά γίνεται είδηση. Οι Metallica στο ΟΑΚΑ, με μια απλή αναφορά στον Πυθαγόρα και στην ελληνική μουσική παράδοση, έγιναν αφορμή για ενθουσιασμό και υπερηφάνεια, για βίντεο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, για τίτλους ειδήσεων και για χιλιάδες σχόλια θαυμασμού.

Μήπως ήρθε η ώρα να απαλλάξουμε τη γλώσσα από τα παλιά της βάρη;

Η ελληνική γλώσσα δεν ανήκει σε κόμμα, παράταξη, ιδεολογική χρήση ή νοσταλγική φαντασίωση. Ανήκει σε όσους τη μελετούν, τη μιλούν, τη γράφουν, τη διδάσκουν, τη μεταφράζουν, τη σέβονται. Είναι ελληνική και συγχρόνως οικουμενική, γιατί πάνω της στηρίχθηκαν μεγάλα κεφάλαια της ευρωπαϊκής σκέψης, της φιλοσοφίας, της επιστήμης, της θεολογίας, της λογοτεχνίας και της τέχνης.

Το ζητούμενο δεν είναι να επιστρέψουμε σε παλαιές γλωσσικές διαμάχες. Το ζητούμενο είναι να βγούμε από αυτές. Να διδάξουμε στα παιδιά ότι η νέα ελληνική δεν κινδυνεύει από την επαφή της με την αρχαία. Αντιθέτως, φωτίζεται μέσα από αυτήν. Να τους δείξουμε ότι η αρχαία ελληνική δεν είναι νεκρή επειδή δεν είναι μητρική γλώσσα κανενός με τη σύγχρονη έννοια. Είναι παρούσα στα κείμενα, στις λέξεις, στις έννοιες, στα μνημεία, στις επιγραφές, στη σκέψη, στην ίδια τη διαστρωμάτωση της γλώσσας μας.

Και ότι μαθαίνοντάς την, δεν επιστρέφουμε σε ένα ξεχασμένο παρελθόν. Αντιθέτως, προσθέτουμε έναν ακόμη χρυσό κρίκο στη μακραίωνη συνέχεια μιας γλώσσας που εξακολουθεί να μας σκέφτεται, να μας συμβουλεύει, να μας συνοδεύει και να μας οδηγεί.

Η Ευγενία Μανωλίδου είναι μουσικός και διευθύντρια της Σχολής Αρχαίων Ελληνικών «Ελληνική Αγωγή.»
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Δείτε Επίσης