Η Υγεία, σήμερα και στο μέλλον
Τι χρειαζόμαστε στην Υγεία; Τι μας κάνει να αισθανόμαστε ασφαλείς;
Να αισθανόμαστε ασφάλεια για να φέρουμε παιδιά στο κόσμο, ασφάλεια ότι όσο μεγαλώνουμε θα μπορούμε να προλάβουμε και να αντιμετωπίσουμε αρρώστιες και ατυχήματα; Και τι κάνει γιατρούς και νοσηλευτές, τεχνολόγους, φυσιοθεραπευτές και κάθε επαγγελματία υγείας να διαλέγει αυτό το δρόμο; ‘Ένα δρόμο προσφοράς που έχει μεγάλες ηθικές ανταμοιβές αλλά και σκληρά ωράρια, πίεση, ευθύνη και συχνά προσωπικό κόστος;
Ερευνητές του Χάρβαρντ και του δικτύου QuEST τρέχουν εδώ και χρόνια μια μεγάλη έρευνα για το πως αισθάνονται οι πολίτες για το Σύστημα Υγείας της χώρας τους: αν πιστεύουν ότι θα έχουν υπηρεσίες υγείας ποιότητας όταν τις χρειαστούν, αν πιστεύουν ότι μπορούν να ανταπεξέλθουν οικονομικά σε κάτι απρόβλεπτο, αν θεωρούν ότι το Σύστημα βελτιώνεται ή χειροτερεύει. Οι απαντήσεις ποικίλουν πολύ. Συχνά, σε φτωχότερες χώρες όπως το Λάος ή η Ινδία, που ξοδεύουν μικρό ποσοστό του ΑΕΠ τους στην Υγεία, οι πολίτες βαθμολογούν καλύτερα τις υπηρεσίες υγείας και τη πορεία τους από χώρες που ξοδεύουν πολλαπλάσια ποσοστά του ΑΕΠ τους όπως οι ΗΠΑ. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι φτωχότερες χώρες έχουν κατ’ ανάγκη καλύτερα συστήματα υγείας. Σημαίνει όμως ότι η εμπιστοσύνη, η πρόσβαση, η αίσθηση δικαιοσύνης και η προσδοκία των πολιτών παίζουν τεράστιο ρόλο.
Τι είναι λοιπόν ένα καλό σύστημα Υγείας;
Είναι ένα Συστήμα Υγείας που προσφέρει σταθερά καλές υπηρεσίες, που οι πολίτες το εμπιστεύονται, που αλλάζει και προσαρμόζεται στις νέες ανάγκες του πληθυσμού, στα νέα δεδομένα του περιβάλλοντος, της τεχνολογίας και των φαρμάκων και που παράλληλα προσελκύει και παρέχει καλό εργασιακό περιβάλλον και ικανοποίηση στους ανθρώπους που παρέχουν υπηρεσίες υγείας. Γιατί κάθε σύστημα χρειάζεται καλή και ορθολογική οργάνωση, μακροχρόνιο προγραμματισμό και πάνω από όλα, ανθρώπους που θα αντιμετωπίσουν με γνώση, ανθρωπιά, συνεργατικότητα και χαμόγελο κάθε ασθενή ή και υγιή που χρειάζεται συμβουλή, έλεγχο ή θεραπεία.
Σε παγκόσμιο επίπεδο και κυρίως στις προηγμένες χώρες, υπάρχει κρίση στα συστήματα υγείας: Υπήρξε burnout με τη πανδημία COVID με αποτέλεσμα να φύγουν χιλιάδες νοσηλευτές και γιατροί. Οι νεότερες γενιές, έχοντας διαφορετική αντίληψη για την ισορροπία ανάμεσα στην εργασία και την προσωπική ζωή, δυσκολεύονται να αποδεχτούν τα εξαντλητικά ωράρια, τις νυχτερινές βάρδιες και τις συνεχείς εφημερίες. Πολλοί στρέφονται σε άλλα επαγγέλματα ή σε μορφές ιατρικής εργασίας μακριά από το νοσοκομείο.
Και από την άλλη, ζούμε περισσότερο, σε ένα πιο επιβαρυμένο περιβάλλον, με νέες ανάγκες υγείας: Περισσότεροι άνθρωποι ζουν με άνοια, σακχαρώδη διαβήτη, καρδιολογικά , αναπνευστικά και νευρολογικά νοσήματα, καρκίνο, σπάνια νοσήματα και πολυνοσηρότητα. Ως παράδειγμα, η Ευρώπη έχει σήμερα περίπου 150.000 κλίνες για ασθενείς με άνοια και οι προβλέψεις δείχνουν ότι θα χρειαστούν 500.000 κλίνες ως το 2050. Η έλλειψη προσωπικού θα είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα.
Πως προσελκύουμε λοιπόν επαγγελματίες υγείας και πως οργανώνουμε τη κατανομή; Στην ιατρική, σήμερα υπάρχουν πολλοί υποψήφιοι αλλά και αρκετοί φοιτητές στα Πανεπιστήμια μας. Υπάρχουν όμως ειδικότητες υπερκορεσμένες και ειδικότητες με ελάχιστους γιατρούς. Στη χώρα μας πχ για την ειδικότητα της Δερματολογίας, ο χρόνος αναμονής για έναρξη ειδικότητας αγγίζει τα 10 χρόνια ενώ την ίδια στιγμή, δεν έχουμε αρκετούς ακτινολόγους, παθολογοανατόμους ή κυτταρολόγους έτσι ώστε η διάγνωση μετά από μια βιοψία για πιθανό καρκίνο να χρειάζεται χρονικό διάστημα περισσότερο και από μήνα. Στο μέλλον μπορεί να υπάρχει αδυναμία.
Σε άλλες χώρες, οι θέσεις για την ειδικότητα ανοίγουν κάθε χρόνο, αποφασίζονται κεντρικά, με βάση τις ανάγκες του πληθυσμού στα επόμενα χρόνια καθώς και τις δυνατότητες των εκπαιδευτικών κέντρων σε κάθε περιφέρεια. Και η είσοδος σε αυτές είναι ανταγωνιστική, όπως είναι και η είσοδος στις ανώτατες σχολές μας. Στην Αγγλία πχ, πέρυσι άνοιξαν 104 θέσεις πνευμονολογίας και έβαλαν υποψηφιότητα 413 νέοι ιατροί. Οι 104 νέοι ειδικευόμενοι που επιλέγηκαν, επιλέγηκαν με βάση τους βαθμούς τους, τις αξιολογήσεις της δίχρονης υποχρεωτικής κλινικής πρακτικής μετά το πτυχίο, εξετάσεις και συνέντευξη. Άρα περίπου 1 στους 4 ξεκίνησε την ειδικότητα που επιθυμούσε. Οι υπόλοιποι στράφηκαν σε άλλες, λιγότερο κορεσμένες ειδικότητες. Αυτός ο προγραμματισμός φαίνεται ίσως ελιτιστικός αλλά είναι αναγκαίος. Επιτρέπει στους πολίτες να βρίσκουν τους ειδικούς που χρειάζονται και παράλληλα επιτρέπει στους γιατρούς ένα πιο ισορροπημένο και λειτουργικό περιβάλλον εργασίας.
Με τους νοσηλευτές, τα προβλήματα είναι ακόμα μεγαλύτερα: δύσκολα κυλιόμενα ωράρια, πίεση και αμοιβές που δεν είναι ελκυστικές. Έτσι υπάρχει έλλειψη - που είναι διεθνής.
Χρειαζόμαστε, λοιπόν, μακροχρόνιο σχεδιασμό αλλά και μια θεώρηση και εκπαίδευση που ξεκινάει ήδη από το σχολείο, το σπίτι και φυσικά το Πανεπιστήμιο. Που όχι μόνο παρέχει γνώση αλλά διδάσκει και σέβεται τη κοινωνική προσφορά. Που επιβραβεύει ηθικά αλλά και αμείβει σωστά όσους παρέχουν υπηρεσίες υγείας και στήριξη στους ανθρώπους γύρω μας.
Η Υγεία του μέλλοντος δεν θα κριθεί μόνο από τα μηχανήματα, την τεχνητή νοημοσύνη, τα νέα φάρμακα ή τις μεγάλες νοσοκομειακές μονάδες. Θα κριθεί κυρίως από το αν θα έχουμε οργανωμένα συστήματα, σωστές προτεραιότητες και επαρκείς ανθρώπους στην πρώτη γραμμή.
Γιατί, τελικά, ένα καλό σύστημα Υγείας είναι εκείνο που ο πολίτης εμπιστεύεται πριν αρρωστήσει, που τον στηρίζει όταν αρρωστήσει και που σέβεται τους ανθρώπους που καλούνται να τον θεραπεύσουν.
Ερευνητές του Χάρβαρντ και του δικτύου QuEST τρέχουν εδώ και χρόνια μια μεγάλη έρευνα για το πως αισθάνονται οι πολίτες για το Σύστημα Υγείας της χώρας τους: αν πιστεύουν ότι θα έχουν υπηρεσίες υγείας ποιότητας όταν τις χρειαστούν, αν πιστεύουν ότι μπορούν να ανταπεξέλθουν οικονομικά σε κάτι απρόβλεπτο, αν θεωρούν ότι το Σύστημα βελτιώνεται ή χειροτερεύει. Οι απαντήσεις ποικίλουν πολύ. Συχνά, σε φτωχότερες χώρες όπως το Λάος ή η Ινδία, που ξοδεύουν μικρό ποσοστό του ΑΕΠ τους στην Υγεία, οι πολίτες βαθμολογούν καλύτερα τις υπηρεσίες υγείας και τη πορεία τους από χώρες που ξοδεύουν πολλαπλάσια ποσοστά του ΑΕΠ τους όπως οι ΗΠΑ. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι φτωχότερες χώρες έχουν κατ’ ανάγκη καλύτερα συστήματα υγείας. Σημαίνει όμως ότι η εμπιστοσύνη, η πρόσβαση, η αίσθηση δικαιοσύνης και η προσδοκία των πολιτών παίζουν τεράστιο ρόλο.
Τι είναι λοιπόν ένα καλό σύστημα Υγείας;
Είναι ένα Συστήμα Υγείας που προσφέρει σταθερά καλές υπηρεσίες, που οι πολίτες το εμπιστεύονται, που αλλάζει και προσαρμόζεται στις νέες ανάγκες του πληθυσμού, στα νέα δεδομένα του περιβάλλοντος, της τεχνολογίας και των φαρμάκων και που παράλληλα προσελκύει και παρέχει καλό εργασιακό περιβάλλον και ικανοποίηση στους ανθρώπους που παρέχουν υπηρεσίες υγείας. Γιατί κάθε σύστημα χρειάζεται καλή και ορθολογική οργάνωση, μακροχρόνιο προγραμματισμό και πάνω από όλα, ανθρώπους που θα αντιμετωπίσουν με γνώση, ανθρωπιά, συνεργατικότητα και χαμόγελο κάθε ασθενή ή και υγιή που χρειάζεται συμβουλή, έλεγχο ή θεραπεία.
Σε παγκόσμιο επίπεδο και κυρίως στις προηγμένες χώρες, υπάρχει κρίση στα συστήματα υγείας: Υπήρξε burnout με τη πανδημία COVID με αποτέλεσμα να φύγουν χιλιάδες νοσηλευτές και γιατροί. Οι νεότερες γενιές, έχοντας διαφορετική αντίληψη για την ισορροπία ανάμεσα στην εργασία και την προσωπική ζωή, δυσκολεύονται να αποδεχτούν τα εξαντλητικά ωράρια, τις νυχτερινές βάρδιες και τις συνεχείς εφημερίες. Πολλοί στρέφονται σε άλλα επαγγέλματα ή σε μορφές ιατρικής εργασίας μακριά από το νοσοκομείο.
Και από την άλλη, ζούμε περισσότερο, σε ένα πιο επιβαρυμένο περιβάλλον, με νέες ανάγκες υγείας: Περισσότεροι άνθρωποι ζουν με άνοια, σακχαρώδη διαβήτη, καρδιολογικά , αναπνευστικά και νευρολογικά νοσήματα, καρκίνο, σπάνια νοσήματα και πολυνοσηρότητα. Ως παράδειγμα, η Ευρώπη έχει σήμερα περίπου 150.000 κλίνες για ασθενείς με άνοια και οι προβλέψεις δείχνουν ότι θα χρειαστούν 500.000 κλίνες ως το 2050. Η έλλειψη προσωπικού θα είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα.
Πως προσελκύουμε λοιπόν επαγγελματίες υγείας και πως οργανώνουμε τη κατανομή; Στην ιατρική, σήμερα υπάρχουν πολλοί υποψήφιοι αλλά και αρκετοί φοιτητές στα Πανεπιστήμια μας. Υπάρχουν όμως ειδικότητες υπερκορεσμένες και ειδικότητες με ελάχιστους γιατρούς. Στη χώρα μας πχ για την ειδικότητα της Δερματολογίας, ο χρόνος αναμονής για έναρξη ειδικότητας αγγίζει τα 10 χρόνια ενώ την ίδια στιγμή, δεν έχουμε αρκετούς ακτινολόγους, παθολογοανατόμους ή κυτταρολόγους έτσι ώστε η διάγνωση μετά από μια βιοψία για πιθανό καρκίνο να χρειάζεται χρονικό διάστημα περισσότερο και από μήνα. Στο μέλλον μπορεί να υπάρχει αδυναμία.
Σε άλλες χώρες, οι θέσεις για την ειδικότητα ανοίγουν κάθε χρόνο, αποφασίζονται κεντρικά, με βάση τις ανάγκες του πληθυσμού στα επόμενα χρόνια καθώς και τις δυνατότητες των εκπαιδευτικών κέντρων σε κάθε περιφέρεια. Και η είσοδος σε αυτές είναι ανταγωνιστική, όπως είναι και η είσοδος στις ανώτατες σχολές μας. Στην Αγγλία πχ, πέρυσι άνοιξαν 104 θέσεις πνευμονολογίας και έβαλαν υποψηφιότητα 413 νέοι ιατροί. Οι 104 νέοι ειδικευόμενοι που επιλέγηκαν, επιλέγηκαν με βάση τους βαθμούς τους, τις αξιολογήσεις της δίχρονης υποχρεωτικής κλινικής πρακτικής μετά το πτυχίο, εξετάσεις και συνέντευξη. Άρα περίπου 1 στους 4 ξεκίνησε την ειδικότητα που επιθυμούσε. Οι υπόλοιποι στράφηκαν σε άλλες, λιγότερο κορεσμένες ειδικότητες. Αυτός ο προγραμματισμός φαίνεται ίσως ελιτιστικός αλλά είναι αναγκαίος. Επιτρέπει στους πολίτες να βρίσκουν τους ειδικούς που χρειάζονται και παράλληλα επιτρέπει στους γιατρούς ένα πιο ισορροπημένο και λειτουργικό περιβάλλον εργασίας.
Με τους νοσηλευτές, τα προβλήματα είναι ακόμα μεγαλύτερα: δύσκολα κυλιόμενα ωράρια, πίεση και αμοιβές που δεν είναι ελκυστικές. Έτσι υπάρχει έλλειψη - που είναι διεθνής.
Χρειαζόμαστε, λοιπόν, μακροχρόνιο σχεδιασμό αλλά και μια θεώρηση και εκπαίδευση που ξεκινάει ήδη από το σχολείο, το σπίτι και φυσικά το Πανεπιστήμιο. Που όχι μόνο παρέχει γνώση αλλά διδάσκει και σέβεται τη κοινωνική προσφορά. Που επιβραβεύει ηθικά αλλά και αμείβει σωστά όσους παρέχουν υπηρεσίες υγείας και στήριξη στους ανθρώπους γύρω μας.
Η Υγεία του μέλλοντος δεν θα κριθεί μόνο από τα μηχανήματα, την τεχνητή νοημοσύνη, τα νέα φάρμακα ή τις μεγάλες νοσοκομειακές μονάδες. Θα κριθεί κυρίως από το αν θα έχουμε οργανωμένα συστήματα, σωστές προτεραιότητες και επαρκείς ανθρώπους στην πρώτη γραμμή.
Γιατί, τελικά, ένα καλό σύστημα Υγείας είναι εκείνο που ο πολίτης εμπιστεύεται πριν αρρωστήσει, που τον στηρίζει όταν αρρωστήσει και που σέβεται τους ανθρώπους που καλούνται να τον θεραπεύσουν.
* Η Μίνα Γκάγκα είναι καθηγήτρια πνευμονολογίας και έχει διατελέσει αναπληρωτής Υπουργός Υγείας
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ειδήσεις
Δημοφιλή
Σχολιασμένα