Το μεγάλο παζάρι μετά την κάλπη που έβγαλε Νετανιάχου και... αδιέξοδο
Στο κυνήγι συμμάχων και εδρών ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, που είναι και πάλι πρώτος αλλά αποδυναμωμένος και δεν μπορεί να συγκροτήσει κυβέρνηση - Η αποτυχία του Αϊζενκοτ, η άνοιξη των αραβικών κομμάτων, το αγκάθι των υπερορθόδοξων και στο βάθος δεύτερες εκλογές
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Πρώτος στην κάλπη, αλλά χωρίς κοινοβουλευτική πλειοψηφία αναδείχθηκε ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου στο Ισραήλ, σε μια αναμέτρηση που αντί να ξεκαθαρίσει το πολιτικό τοπίο δημιούργησε έναν νέο, ιδιαίτερα περίπλοκο συσχετισμό δυνάμεων. Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός απέδειξε ότι εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρά πολιτικά ερείσματα, παρά τις αναταράξεις των τελευταίων ετών, όμως η δυνατότητά του να παραμείνει στην εξουσία εξαρτάται πλέον από τις συμμαχίες που θα καταφέρει να διαμορφώσει.
Η εικόνα της ψήφου είναι χαρακτηριστική του αδιεξόδου: το Λικούντ εξασφάλισε 27 έδρες στην Κνεσέτ, ενώ συνολικά τα κόμματα που στηρίζουν τον Νετανιάχου συγκεντρώνουν 53 από τις 120 έδρες του κοινοβουλίου. Απέχουν οκτώ έδρες από το όριο των 61 που εξασφαλίζει αυτοδύναμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Από την άλλη πλευρά, το αντιπολιτευτικό μπλοκ με κεντρικό πρόσωπο τον πρώην αρχηγό του Γενικού Επιτελείου των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων, Γκάντι Αϊζενκοτ, περιορίστηκε στις 48 έδρες. Η εκλογική επίδοσή του δεν ήταν αρκετή για να ανατρέψει τον Νετανιάχου, παρά τις δημοσκοπήσεις που είχαν δημιουργήσει αντίθετες προσδοκίες.
Ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα αναδείχθηκε ένας τρίτος πόλος, τον οποίο κανείς δεν μπορεί πλέον να αγνοήσει, αλλά οι περισσότεροι δεν μπορούν να τον αποδεχτούν ως συνομιλητή, πόσο μάλλον ως κυβερνητικό εταίρο: πρόκειται για τα αραβικά κόμματα, που συγκέντρωσαν συνολικά 19 έδρες, πετυχαίνοντας την καλύτερη κοινοβουλευτική επίδοσή τους.
Στις εκλογές ψήφισαν 5.716.665 πολίτες, με τη συμμετοχή να φτάνει στο 77,9%, το υψηλότερο ποσοστό των τελευταίων δεκαετιών. Η μαζική προσέλευση αποτυπώνει το ενδιαφέρον αλλά και την έντονη πόλωση της ισραηλινής κοινωνίας, στην πρώτη βουλευτική αναμέτρηση μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου του 2023 και τον πόλεμο που ακολούθησε.
Ο συνασπισμός που στηρίζει τον Νετανιάχου διέθετε 68 έδρες στην απερχόμενη Κνεσέτ και πλέον περιορίζεται στις 53. Συνεπώς, παρότι ο πρωθυπουργός διατήρησε την πρωτιά, έχασε τη δυνατότητα να στηρίζεται αποκλειστικά στους παραδοσιακούς κυβερνητικούς του εταίρους.
Από εκεί ξεκινούν και οι πέντε διαφορετικές διαδρομές που θα μπορούσαν να οδηγήσουν είτε σε σχηματισμό κυβέρνησης είτε σε νέες εκλογές.
Τα σενάρια
1/ Κυβέρνηση εθνικής ενότητας
Το Ισραήλ εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπο με τις συνέπειες των στρατιωτικών επιχειρήσεων στη Μέση Ανατολή, τη σύγκρουση με το Ιράν και την ανάγκη διαχείρισης κρίσιμων ζητημάτων εξωτερικής πολιτικής και άμυνας. Υπό αυτές τις συνθήκες, ένα ευρύ κυβερνητικό σχήμα θα μπορούσε να εμφανιστεί ως λύση σταθερότητας, περιορίζοντας την πιθανότητα νέας εκλογικής αναμέτρησης. Για να αποκτήσει όμως ουσιαστική πολιτική βαρύτητα, θα έπρεπε να περιλαμβάνει σημαντικό τμήμα της σημερινής αντιπολίτευσης και, κυρίως, τον Αϊζενκοτ.
Κλείσιμο
Ο πρώην αρχηγός των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων είναι το πρόσωπο που εμφανίστηκε προεκλογικά ως ο βασικός διεκδικητής της πρωθυπουργίας απέναντι στον Νετανιάχου. Η συμμετοχή του σε μια κυβέρνηση υπό τον σημερινό πρωθυπουργό θα αποτελούσε σοβαρή υπαναχώρηση από τη βασική πολιτική του υπόσχεση. Ο Αϊζενκοτ έχει ήδη αποκλείσει δημοσίως το ενδεχόμενο να συνεργαστεί με τον Νετανιάχου, ακόμη και στο πλαίσιο μιας συμφωνίας εναλλαγής στην πρωθυπουργία.
Ανάλογες δεσμεύσεις έχουν διατυπώσει και οι σύμμαχοί του, Ναφτάλι Μπένετ, Αβίγκντορ Λίμπερμαν και Γιαΐρ Γκολάν, καθιστώντας πολιτικά εξαιρετικά δύσκολη τη συγκρότηση ενός ευρέος κυβερνητικού σχήματος με τον Νετανιάχου στην ηγεσία.
Υπάρχουν, πάντως, επιμέρους ιδεολογικές συγκλίσεις ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα, κυρίως σε ζητήματα εθνικής ασφάλειας, εξωτερικής πολιτικής και στρατηγικής απέναντι στο Ιράν. Αυτό σημαίνει ότι μια κυβέρνηση ενότητας δεν είναι αριθμητικά αδύνατη. Είναι όμως πολιτικά πολύ δύσκολη, ιδιαίτερα αν περιλαμβάνει και τα ακροδεξιά κόμματα του υφιστάμενου συνασπισμού.
Ενα ακόμη ερώτημα αφορά τη συμμετοχή των υπερορθόδοξων κομμάτων. Η παρουσία τους θα μπορούσε να αποτελέσει εμπόδιο στις αντιπολιτευτικές δυνάμεις που ζητούν αλλαγές στο καθεστώς απαλλαγής των υπερορθόδοξων ανδρών από την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία. Αντίστοιχα, η απομάκρυνσή τους από την κυβέρνηση θα δημιουργούσε νέες ισορροπίες και πιθανότατα αντιδράσεις στο στρατόπεδο του Νετανιάχου.
2/ Αναζητώντας οκτώ έδρες
Πιο κοντά στις παραδοσιακές πρακτικές της ισραηλινής πολιτικής βρίσκεται η προσπάθεια του Νετανιάχου να διευρύνει τον υπάρχοντα συνασπισμό του αποσπώντας τη στήριξη ενός κόμματος της αντιπολίτευσης. Τα βλέμματα στρέφονται κυρίως προς τα δεξιότερα κόμματα της αντιπολίτευσης, με τα οποία ο Νετανιάχου διαθέτει ορισμένες κοινές πολιτικές αναφορές.
Ενας πιθανός συνομιλητής είναι ο Ναφτάλι Μπένετ, πρώην πρωθυπουργός και επικεφαλής του Μπεγιαχάντ, που διαθέτει 12 έδρες. Μια συνεργασία με το κόμμα του θα έδινε στον Νετανιάχου άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Αλλος είναι ο Αβίγκντορ Λίμπερμαν, ο οποίος με τις επτά έδρες του βρίσκεται αριθμητικά πολύ κοντά σε αυτό που χρειάζεται ο πρωθυπουργός, χωρίς όμως να αρκεί μόνος του για να φτάσει τις 61.
Και οι δύο πολιτικοί προέρχονται από τον ευρύτερο δεξιό χώρο και υιοθετούν σκληρές θέσεις σε ζητήματα ασφάλειας, ωστόσο οι προσωπικές σχέσεις τους με τον Νετανιάχου έχουν δοκιμαστεί από μακροχρόνιες πολιτικές αντιπαραθέσεις.
Ο Μπένετ έχει δηλώσει ότι δεν προτίθεται να συμμετάσχει σε κυβέρνηση υπό την ηγεσία του, ενώ ο Λίμπερμαν έχει αποκλείσει κατηγορηματικά οποιαδήποτε τέτοια συνεργασία.
Υπάρχει και ένα δεύτερο, πιο σύνθετο εμπόδιο: ο Λίμπερμαν βρίσκεται σε διαρκή αντιπαράθεση με τα υπερορθόδοξα κόμματα, κυρίως για την υποχρεωτική στράτευση.
Επομένως, ακόμη κι αν αποφάσιζε να εξετάσει μια συνεργασία με τον Νετανιάχου, θα έπρεπε να συμφωνήσει στη συνύπαρξή του με πολιτικές δυνάμεις που βρίσκονται σε ευθεία αντίθεση με βασικές θέσεις του.Από την πλευρά του, ο Νετανιάχου θα μπορούσε θεωρητικά να προσπαθήσει να προσελκύσει μεμονωμένους βουλευτές ή να διαπραγματευτεί μια διαφορετική σύνθεση κυβερνητικού συνασπισμού. Μια τέτοια επιχείρηση, ωστόσο, θα απαιτούσε συγκεκριμένες συμφωνίες και πιθανότατα σημαντικές πολιτικές παραχωρήσεις.
Ο πρώην αρχηγός του Γενικού Επιτελείου των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων, Γκάντι Αϊζενκοτ, με τη σημαία του Ισραήλ. Το κόμμα του περιορίστηκε στις 48 έδρες και η εκλογική επίδοσή του δεν ήταν αρκετή για να ανατρέψει τον Νετανιάχου.
3/ Κυβέρνηση Αϊζενκοτ με τη στήριξη των Αράβων
Το αντιπολιτευτικό μπλοκ διαθέτει 48 έδρες, τα δύο αραβικά κόμματα συγκεντρώνουν 19, μαζί φτάνουν στις 67 έδρες, έξι περισσότερες από την απαιτούμενη απόλυτη πλειοψηφία.
Θεωρητικά, λοιπόν, υπάρχει δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης χωρίς τον Νετανιάχου, υπό την ηγεσία του Αϊζενκοτ και με τη συνεργασία ή την υποστήριξη αραβικών παρατάξεων, όμως τόσο ο ίδιος όσο και οι Μπένετ και Λίμπερμαν έχουν διατυπώσει σοβαρές αντιρρήσεις απέναντι στην προοπτική συνεργασίας με τα αραβικά κόμματα.
Ιδιαίτερα ο Λίμπερμαν έχει υποστηρίξει ότι η επόμενη κυβέρνηση θα πρέπει να συγκροτηθεί αποκλειστικά από σιωνιστικές πολιτικές δυνάμεις. Ο Μπένετ έχει επίσης αποκλείσει τη συνεργασία με τα κόμματα αυτά στην παρούσα συγκυρία. Ο Αϊζενκοτ έχει θέσει προϋποθέσεις για τους πιθανούς κυβερνητικούς του εταίρους, οι οποίες καθιστούν δύσκολη μια συμφωνία με τις αραβικές παρατάξεις.
4/ Κυβέρνηση μειοψηφίας με αραβική στήριξη
Μια διαφορετική εκδοχή της προηγούμενης πρότασης θα ήταν ο σχηματισμός κυβέρνησης μειοψηφίας, με πρωθυπουργό τον Αϊζενκοτ και κοινοβουλευτική υποστήριξη από αραβικά κόμματα που δεν θα συμμετείχαν στο υπουργικό συμβούλιο. Η λύση αυτή θα επιχειρούσε να παρακάμψει τις αντιρρήσεις απέναντι στη συνύπαρξη με τα αραβικά κόμματα σε ένα ενιαίο κυβερνητικό σχήμα.
Το Ραάμ του Μανσούρ Αμπάς θεωρείται πιθανότερος συνομιλητής, καθώς διαθέτει προηγούμενη εμπειρία συμμετοχής σε κυβερνητικό συνασπισμό, αλλά και οι «σκληροί» της Κοινής Λίστας έχουν επίσης εκφράσει προθυμία να εξετάσουν μορφές πολιτικής συνεργασίας που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην απομάκρυνση του Νετανιάχου. Η εξωτερική στήριξη θα μπορούσε να αφορά την ψήφο εμπιστοσύνης, την ψήφιση του προϋπολογισμού ή συγκεκριμένες κρίσιμες κοινοβουλευτικές διαδικασίες.
Υπάρχει όμως μια ουσιαστική λεπτομέρεια στο ισραηλινό κοινοβουλευτικό σύστημα: για την αρχική ψήφο εμπιστοσύνης δεν απαιτούνται κατ’ ανάγκην 61 θετικές ψήφοι, αλλά πλειοψηφία μεταξύ εκείνων που ψηφίζουν. Αυτό σημαίνει ότι μια κυβέρνηση μειοψηφίας θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να εγκριθεί ακόμη και χωρίς να διαθέτει απόλυτη πλειοψηφία των 120 βουλευτών. Ωστόσο, μια τέτοια κυβέρνηση θα μπορούσε να αποδειχθεί θνησιγενής, καθώς θα αντιμετώπιζε προβλήματα σε κάθε ψηφοφορία στην Κνεσέτ.
Επιπλέον, οι αντιρρήσεις του Λίμπερμαν παραμένουν καθοριστικές, αφού χωρίς τις επτά έδρες του οι υπόλοιπες δυνάμεις της αντιπολίτευσης και τα αραβικά κόμματα συγκεντρώνουν συνολικά 60 έδρες, μία λιγότερη από την απόλυτη πλειοψηφία.
Σε κάθε περίπτωση, το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της εκλογικής αναμέτρησης είναι η ενίσχυση της αραβικής πολιτικής εκπροσώπησης, καθώς οι 19 έδρες που εξασφάλισαν η Κοινή Λίστα και το Ραάμ αποτελούν ιστορικό υψηλό για τους Αραβες του Ισραήλ. Στην απερχόμενη βουλή τα αραβικά κόμματα διέθεταν συνολικά 10 έδρες.
Η νέα εκλογική επίδοσή τους σχεδόν διπλασιάζει την κοινοβουλευτική τους δύναμη. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με τη μεγάλη κινητοποίηση των Αράβων πολιτών του Ισραήλ, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν περίπου το 1/5 του πληθυσμού της χώρας. Η συμμετοχή τους αποκτά ιδιαίτερο πολιτικό βάρος σε μια περίοδο κατά την οποία οι σχέσεις ανάμεσα σε Αραβες Ισραηλινούς πολίτες και την κυβέρνηση του Τελ Αβίβ έχουν επηρεαστεί από τον πόλεμο στη Γάζα, τις περιφερειακές συγκρούσεις και τις εσωτερικές πολιτικές αντιπαραθέσεις. Η ψήφος τους δεν μπορεί, ωστόσο, να ερμηνευτεί αποκλειστικά με βάση τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Η εγκληματικότητα στις αραβικές κοινότητες, οι κοινωνικές ανισότητες, η οικονομική ανάπτυξη και η πρόσβαση σε δημόσιες υπηρεσίες αποτελούν επίσης σημαντικούς παράγοντες πολιτικής κινητοποίησης.
Για τα αραβικά κόμματα, η νέα κοινοβουλευτική τους δύναμη προσφέρει τη δυνατότητα μεγαλύτερης παρέμβασης στη διαμόρφωση της κυβερνητικής πολιτικής. Για τα υπόλοιπα κόμματα αυτό δημιουργεί ένα δύσκολο δίλημμα: θα συνεχίσουν να αποκλείουν την κοινοβουλευτική συνεργασία με πολιτικές δυνάμεις που εκπροσωπούν σημαντικό τμήμα των πολιτών ή θα χρειαστεί να επανεξετάσουν τις μέχρι σήμερα θέσεις τους;
5/ Νέες εκλογές
Μια νέα εκλογική αναμέτρηση μετά από αποτυχία των διαβουλεύσεων για σχηματισμό κυβέρνησης δεν θα ήταν πρωτόγνωρη εξέλιξη για το Ισραήλ. Αλλωστε, η χώρα έζησε μια παρατεταμένη περίοδο πολιτικής αστάθειας με πέντε βουλευτικές εκλογές σε λιγότερο από τέσσερα χρόνια, από το 2019 έως το 2022. Η σημερινή κατάσταση θυμίζει ορισμένες από τις δυσκολίες εκείνης της εποχής, όταν κανένα από τα αντίπαλα στρατόπεδα δεν μπορούσε να συγκροτήσει εύκολα σταθερή πλειοψηφία. Μια νέα προσφυγή στις κάλπες, ωστόσο, θα έχει σημαντικό πολιτικό κόστος.
Οι ψηφοφόροι μόλις συμμετείχαν μαζικά σε μια εκλογική αναμέτρηση που θεωρήθηκε ιδιαίτερα κρίσιμη για το μέλλον της χώρας. Η αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης θα μπορούσε να ενισχύσει την απογοήτευση απέναντι στο πολιτικό σύστημα. Παράλληλα, η παρατεταμένη παραμονή υπηρεσιακής κυβέρνησης θα δημιουργούσε πρόσθετες δυσκολίες στη λήψη αποφάσεων για την οικονομία, την ασφάλεια και τις διεθνείς σχέσεις του Ισραήλ. Υπάρχει όμως και ένας παράγοντας που λειτουργεί υπέρ του Νετανιάχου: όσο δεν σχηματίζεται νέα κυβέρνηση, ο ίδιος παραμένει πρωθυπουργός.
Επομένως, ακόμη κι αν δεν καταφέρει να συγκεντρώσει την πλειοψηφία, θα συνεχίσει να ασκεί τα πρωθυπουργικά καθήκοντα τόσο κατά τη διάρκεια των διαβουλεύσεων όσο και στην επόμενη προεκλογική περίοδο.
Οι αγορές μας έχουν αλλάξει σημαντικά τα τελευταία χρόνια και το Πλαίσιο ακολουθεί αυτή την εξέλιξη, προσφέροντας διαφορετικούς τρόπους πληρωμής που προσαρμόζονται στις ανάγκες κάθε αγοράς.
Δουλειά, οικογένεια, υποχρεώσεις, μάς κάνουν συχνά να μεταθέτουμε τη φροντίδα του εαυτού μας. Η νέα καμπάνια της Εθνικής Ασφαλιστικής μάς θυμίζει γιατί αξίζει να εστιάσουμε ξανά σε εμάς και την υγεία μας