Σαράντα διυλιστήρια σε Ρωσία, Ουκρανία και Περσικό Κόλπο εκτός λειτουργίας, γιατί ξεφεύγουν οι τιμές των καυσίμων
Οι πολεμικές συγκρούσεις πλήττουν κρίσιμες μονάδες παραγωγής, περιορίζοντας δραστικά την προσφορά ντίζελ. Η Ευρώπη βρίσκεται ιδιαίτερα εκτεθειμένη λόγω της πολυετούς συρρίκνωσης της δικής της διυλιστικής δυναμικότητας- Η Ελλάδα διαθέτει σημαντικό πλεονέκτημα, με τα δύο σύγχρονα διυλιστήρια της
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Οι συνεχιζόμενες επιθέσεις ουκρανικών drones σε ρωσικά διυλιστήρια, με πιο πρόσφατο το καίριο πλήγμα στο μεγαλύτερο διυλιστήριο της Μόσχας, σε συνδυασμό με τις καταστροφές ενεργειακών υποδομών στον Περσικό Κόλπο έχουν αφαιρέσει τεράστιες ποσότητες πετρελαϊκών προϊόντων από τη διεθνή αγορά.
Η εξέλιξη αυτή οδηγεί σε έντονες ανοδικές πιέσεις στις διεθνείς τιμές της βενζίνης και του ντίζελ, επηρεάζοντας άμεσα το κόστος για τους καταναλωτές παγκοσμίως. Η πραγματικότητα της αγοράς είναι σκληρή για τους καταναλωτές: η τιμή των καυσίμων δεν καθορίζεται πλέον αποκλειστικά από τις διακυμάνσεις του αργού πετρελαίου τύπου Brent, αλλά από την παγκόσμια ικανότητα διύλισης.
Το πλήγμα στα ρωσικά διυλιστήρια της Gazprom τον περασμένο Ιούλιο
Παγκόσμιο ντόμινο
Μέσα σε μια πενταετία, οι στρατιωτικές συγκρούσεις άλλαξαν ριζικά τη φύση της παγκόσμιας βιομηχανίας διύλισης, καθώς τα διυλιστήρια μετατράπηκαν σε στρατιωτικούς στόχους πρώτης γραμμής. Από το 2022 έως σήμερα, τουλάχιστον 40 μεγάλα διυλιστήρια σε ολόκληρο τον κόσμο έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές, έχουν καταστραφεί ολοσχερώς ή έχουν αναγκαστεί να αναστείλουν τη λειτουργία τους για μεγάλα χρονικά διαστήματα λόγω ζημιών από πολεμικά χτυπήματα.
Στη Ρωσία, η οποία ιστορικά αποτελούσε τον τρίτο μεγαλύτερο παραγωγό διυλισμένων προϊόντων στον κόσμο (μετά τις ΗΠΑ και την Κίνα) και κάλυπτε το 10% της παγκόσμιας προσφοράς ντίζελ, η κατάσταση είναι δραματική. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA), η ρωσική διύλιση υποχώρησε στα 3,8 εκατ. βαρέλια ημερησίως, καταγράφοντας πτώση 30% σε ετήσια βάση και αγγίζοντας το χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 20 ετών. Η εγχώρια παραγωγή βενζίνης έχει μειωθεί κατά 20%, ενώ η παραγωγή ντίζελ έχει σημειώσει βουτιά της τάξης του 30%.
Η συχνότητα των πληγμάτων είναι καταιγιστική: κατά το πρώτο 8μηνο του 2026, ένα ρωσικό διυλιστήριο δεχόταν επίθεση κατά μέσο όρο κάθε τρεις ημέρες. Από τα 32 μεγάλα διυλιστήρια της χώρας, τα 27 έχουν ήδη πληγεί, με το βεληνεκές των ουκρανικών drones να επεκτείνεται πλέον σε αποστάσεις άνω των 2.500 χιλιομέτρων, πλήττοντας ακόμη και γίγαντες της βιομηχανίας όπως το διυλιστήριο του Ομσκ στη Σιβηρία.
Αυτή η εκστρατεία αποτελεί την αντίστροφη όψη του νομίσματος που είδε πρώτη η Ουκρανία το 2022, όταν οι ρωσικές δυνάμεις κατέστρεψαν ολοσχερώς τη δική της βιομηχανία διύλισης. Το διυλιστήριο του Κρεμεντσούκ, η μεγαλύτερη και μοναδική τότε ενεργή μονάδα της Ουκρανίας, δέχθηκε δεκάδες πυραύλους και drones, με αποτέλεσμα να τεθεί οριστικά εκτός λειτουργίας και να απαιτείται η εκ βάθρων ανακατασκευή του. Την ίδια τύχη είχαν και οι εγκαταστάσεις στην Οδησσό και το Λισιτσάνσκ, εκμηδενίζοντας την εγχώρια παραγωγή της χώρας.
Ρωσικό πλήγμα σε ουκρανικό διυλιστήριο
Το μεσανατολικό μέτωπο
Την ίδια στιγμή, ένα δεύτερο και εξίσου καταστροφικό μέτωπο άνοιξε στη Μέση Ανατολή. Οι διαδοχικές συγκρούσεις στην περιοχή έπληξαν καίρια μερικά από τα μεγαλύτερα διυλιστικά κέντρα του πλανήτη. Στο Ισραήλ, οι εγκαταστάσεις της Bazan στον κόλπο της Χάιφα, οι οποίες κάλυπταν το 65% του ντίζελ και το 59% της βενζίνης της εγχώριας αγοράς, δέχθηκαν επανειλημμένα πλήγματα από ιρανικούς πυραύλους, προκαλώντας σοβαρές ζημιές στις μονάδες παραγωγής ενέργειας και αναγκάζοντας το συγκρότημα σε μερικό κλείσιμο. Η ανάφλεξη στον Περσικό Κόλπο επέφερε ακόμη μεγαλύτερα πλήγματα.
Στη Σαουδική Αραβία, το γιγαντιαίο διυλιστήριο Ρας Τανούρα, δυναμικότητας 550.000 βαρελιών ημερησίως, υποχρεώθηκε σε προσωρινή αναστολή λειτουργίας, ενώ το διυλιστήριο Samref της ExxonMobil επλήγη από drones των Χούθι. Στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το διυλιστήριο του Ρουβουάις υπέστη εκτεταμένες πυρκαγιές, ενώ στο Μπαχρέιν, το διυλιστήριο της Bapco στη Σίτρα κήρυξε κατάσταση ανωτέρας βίας, καθώς οι μονάδες υδρογονοκατεργασίας ντίζελ υπέστησαν σοβαρές καταστροφές. Ανάλογα πλήγματα δέχθηκαν οι ενεργειακές υποδομές στο Κουβέιτ (Μίνα αλ-Αχμάντι), στο Κατάρ (Ρας Λαφάν) και στο ιρακινό Κουρδιστάν.
Το πλήγμα στον αγωγό East-West της Σαουδικής Αραβίας
Σύμφωνα με τα στοιχεία του διεθνούς φορέα παρακολούθησης IIR, οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή έθεσαν εκτός λειτουργίας έως και 3,52 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως διυλιστικής ικανότητας, ποσοστό που αντιστοιχεί στο 3,5% της παγκόσμιας παραγωγής. Η συνολική διύλιση στην περιοχή υποχώρησε στα 7,3 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως έναντι 9,9 εκατομμυρίων πριν από την κρίση, με τον λογαριασμό της αποκατάστασης των υποδομών του Κόλπου να αγγίζει τα 25 δισ. δολάρια.
Ασφυξία στην Ευρώπη
Οταν η παγκόσμια αγορά χάνει ταυτόχρονα παραγωγή από τις δύο μεγαλύτερες πηγές έτοιμων προϊόντων, τη Ρωσία και τον Περσικό Κόλπο, η ισορροπία ανατρέπεται βίαια. Αν η κρίση περιόριζε μόνο την άντληση αργού πετρελαίου, οι χώρες-καταναλωτές θα μπορούσαν να στραφούν στα στρατηγικά τους αποθέματα ή σε εναλλακτικούς παραγωγούς. Ωστόσο, στην παρούσα φάση το πρόβλημα εντοπίζεται αποκλειστικά στο τελικό στάδιο της παραγωγικής αλυσίδας: στη μετατροπή του αργού πετρελαίου σε έτοιμο καύσιμο.
Οι συνδυασμένες εξαγωγές ντίζελ από τη Μέση Ανατολή και τη Ρωσία κατέγραψαν ιστορική βουτιά, σημειώνοντας πτώση 75% σε σχέση με τα προηγούμενα έτη. Αυτή η ακραία στενότητα προσφοράς είχε ως αποτέλεσμα τα περιθώρια διύλισης του ντίζελ (το λεγόμενο crack spread, δηλαδή η διαφορά τιμής μεταξύ του έτοιμου καυσίμου και του αργού πετρελαίου) να εκτιναχθούν πάνω από τα 100 δολάρια/βαρέλι στις αγορές του Ατλαντικού και της Βορειοδυτικής Ευρώπης.
Για την Ευρώπη, η οποία τις τελευταίες δεκαετίες ακολούθησε μια πολιτική σταδιακού κλεισίματος των παλιών και λιγότερο αποδοτικών διυλιστηρίων της, η εξάρτηση από τις εισαγωγές αποδείχθηκε αχίλλειος πτέρνα. Η μέση τιμή του ντίζελ στα 27 κράτη-μέλη της Ε.Ε. άγγιξε το ιστορικό υψηλό των 2,23 ευρώ/λίτρο, αντανακλώντας τη γεωπολιτική στενότητα και όχι την πραγματική τιμή του αργού πετρελαίου. Σύμφωνα με τη Eurostat, οι Ευρωπαίοι καταναλωτές είδαν τις τιμές των καυσίμων να αυξάνονται κατακόρυφα μέσα σε ελάχιστους μήνες, επιβαρύνοντας άμεσα το μεταφορικό κόστος και τροφοδοτώντας εκ νέου τις πληθωριστικές πιέσεις.
Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας προειδοποιεί ότι το διυλιστικό σύστημα των χωρών του ΟΟΣΑ λειτουργεί πλέον στα απόλυτα πρακτικά του όρια. Κατά την ενεργειακή κρίση του 2022, η Ευρώπη κατάφερε να αποφύγει τα χειρότερα χάρη σε ένα απροσδόκητο κύμα εξαγωγών έτοιμων καυσίμων από την Κίνα. Σήμερα, όμως, μια παρόμοια σανίδα σωτηρίας φαντάζει αβέβαιη. Οι εκτεταμένες καταστροφές υποδομών, σε συνδυασμό με τις προγραμματισμένες εποχικές συντηρήσεις των εναπομεινάντων διυλιστηρίων δεν αφήνουν περιθώρια εφεδρείας.
Οι κίνδυνοι για την ευρωπαϊκή και την ελληνική οικονομία είναι άμεσοι και πολυεπίπεδοι, καθώς το ντίζελ αποτελεί το αίμα της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η αύξηση της τιμής του μετακυλίεται αμέσως στο κόστος κάθε προϊόντος που μεταφέρεται, παράγεται ή κατασκευάζεται. Παράλληλα, με την έλευση του χειμώνα, η στενότητα στην παραγωγή θα επηρεάσει άμεσα την τιμή του πετρελαίου θέρμανσης, απειλώντας τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Εφόσον οι επιθέσεις επεκταθούν σε μεγάλα εξαγωγικά λιμάνια, η κρίση έλλειψης προϊόντων θα μετατραπεί σε καθολική κρίση προσφοράς πετρελαίου.
Η απειλή του Τραμπ
Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η κρίση έλλειψης έτοιμων πετρελαϊκών προϊόντων έχει δημιουργήσει μια διπλή, αντιφατική πραγματικότητα. Από τη μία πλευρά, η μέση τιμή του ντίζελ σημείωσε ιστορικό ρεκόρ, φτάνοντας τα 6,529 δολάρια το γαλόνι, ενώ τα προθεσμιακά συμβόλαια μελλοντικής παράδοσης για το ντίζελ στο χρηματιστήριο CME κατέγραψαν την υψηλότερη τιμή από το 1978.
Από την άλλη πλευρά, αυτή η στενότητα προσέφερε στα αμερικανικά διυλιστήρια τα υψηλότερα κέρδη της ιστορίας τους. Εταιρείες-κολοσσοί, όπως η Marathon Petroleum, η Valero και η Phillips 66, είδαν τα περιθώρια διύλισής τους να υπερδιπλασιάζονται, καταγράφοντας συνδυαστική κερδοφορία ύψους 12,6 δισ. δολαρίων μέσα σε ένα μόνο τρίμηνο. Οι ΗΠΑ μετατράπηκαν στον βασικό τροφοδότη του πλανήτη, εξάγοντας πάνω από 1,5 εκατομμύρια βαρέλια έτοιμου ντίζελ ημερησίως για να καλύψουν το κενό της Ευρώπης και της Λατινικής Αμερικής, εισπράττοντας περί τα 25 δισ. δολάρια σε διάστημα μόλις 90 ημερών.
Ωστόσο, αυτή η ροή προς την Ευρώπη κρέμεται πλέον από μια λεπτή πολιτική κλωστή. Υπό την έντονη πίεση των Ρεπουμπλικανών που εκπροσωπούν τις αγροτικές πολιτείες των ΗΠΑ, όπου οι αγρότες πλήττονται βάναυσα από το κόστος του ντίζελ, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο να «κλείσει την κάνουλα» των εξαγωγών.
Στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, ο Αμερικανός πρόεδρος άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο επιβολής απαγόρευσης ή αυστηρών περιορισμών στις εξαγωγές διυλισμένων προϊόντων, προκειμένου να πέσουν οι τιμές στην εσωτερική αγορά των ΗΠΑ.
Για την Ευρώπη, ο αποκλεισμός των αμερικανικών φορτίων έτοιμου ντίζελ θα σήμαινε μια νέα, ανεξέλεγκτη εκτίναξη των τιμών στα πρατήρια, ανεξάρτητα από τη χρηματιστηριακή τιμή του αργού πετρελαίου.
Ανάχωμα τα ελληνικά διυλιστήρια
Μέσα σε αυτό το ζοφερό διεθνές περιβάλλον, η Ελλάδα βρίσκεται σε μια εξαιρετικά ιδιόμορφη και προνομιακή θέση. Ενώ η Ευρώπη υποφέρει από τη χρόνια αποεπένδυση στις υποδομές διύλισης, η χώρα μας διαθέτει έναν από τους πιο σύγχρονους και αποδοτικούς κλάδους. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της βιομηχανίας, η Ελλάδα συγκαταλέγεται πλέον ανάμεσα στις μόλις τρεις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης που διατηρούν σταθερά πλεονασματική παραγωγή πετρελαϊκών προϊόντων.
Το κυριότερο, όμως, είναι ότι αυτό το πλεόνασμα εντοπίζεται ακριβώς στα καύσιμα που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη παγκόσμια έλλειψη: το ντίζελ κίνησης και τα αεροπορικά καύσιμα (κηροζίνη). Αυτή η δομική υπεροχή επέτρεψε στα δύο μεγάλα ελληνικά διυλιστικά σχήματα, τη Motor Oil και την HELLENiQ ENERGY, να μετατραπούν σε ισχυρές εξαγωγικές μηχανές και να καταγράψουν ιστορικές επιδόσεις κερδοφορίας, λειτουργώντας και ως εγγυητές της ενεργειακής επάρκειας της χώρας.
Η Motor Oil κατέγραψε ένα από τα καλύτερα εξάμηνα της ιστορίας της. Ο κύκλος εργασιών του ομίλου κατά το πρώτο μισό του 2026 διαμορφώθηκε στα 7,524 δισ. ευρώ, σημειώνοντας εντυπωσιακή αύξηση 42,89% σε σχέση με πέρυσι. Η άνοδος στηρίχθηκε κυρίως στην αύξηση του όγκου των πωλήσεων κατά 18,06%. Τα λειτουργικά κέρδη (EBITDA) του ομίλου εκτινάχθηκαν στο 1,047 δισ. ευρώ, σημειώνοντας άλμα 170%, ενώ τα καθαρά κέρδη έπειτα από φόρους υπερτετραπλασιάστηκαν, φτάνοντας τα 689,3 εκατ. ευρώ.
Η εντυπωσιακή οικονομική απόδοση οφείλεται στον υπερτριπλασιασμό του μέσου σταθμικού περιθωρίου κέρδους της εταιρείας, το οποίο διαμορφώθηκε στα 174,72 δολάρια ανά μετρικό τόνο, έναντι μόλις 54,61 δολαρίων το προηγούμενο έτος. Η διεύθυνση του ομίλου απέδωσε αυτή την κατακόρυφη ενίσχυση απευθείας στις γεωπολιτικές εντάσεις, τη διαταραχή της παγκόσμιας αλυσίδας εφοδιασμού και τον αποκλεισμό των θαλάσσιων οδών στον Περσικό Κόλπο.
Καθοριστικό ρόλο στην επίδοση αυτή έπαιξε η πλήρης επιχειρησιακή αποκατάσταση και λειτουργία του διυλιστηρίου των Αγίων Θεοδώρων στην Κόρινθο, το οποίο αποτελεί το μεγαλύτερο βιομηχανικό συγκρότημα της Ελλάδας με δυναμικότητα 255.000 βαρελιών ημερησίως. Η Motor Oil επεξεργάστηκε συνολικά 6,596 εκατ. τόνους πρώτων υλών, με την επεξεργασία αργού πετρελαίου να υπερδιπλασιάζεται. Η παραγωγική μηχανή της εταιρείας τέθηκε σε πλήρη ισχύ ακριβώς τη στιγμή που η διεθνής αγορά ήταν διατεθειμένη να πληρώσει ιστορικά υψηλά premium για κάθε διαθέσιμο τόνο έτοιμου καυσίμου.
Ο εξαγωγικός προσανατολισμός του ομίλου ενισχύθηκε περαιτέρω, με τις πωλήσεις εξωτερικού και τη ναυτιλία να καλύπτουν το 78,10% του συνολικού όγκου παραγωγής. Παράλληλα, ο όμιλος επέδειξε εξαιρετική ευελιξία στην προμήθεια πρώτων υλών σε μια περίοδο όπου τα Στενά του Ορμούζ παρέμεναν κλειστά: το 60% του αργού πετρελαίου προήλθε από το Ιράκ, το 26% από τη Λιβύη και το υπόλοιπο από τη Σαουδική Αραβία, το Καζακστάν και τη Βόρεια Θάλασσα.
Οι εξαγωγές
Ανάλογη, εξαιρετικά ισχυρή εικόνα παρουσιάζει και ο όμιλος HELLENiQ ENERGY, ο οποίος ελέγχει τα διυλιστήρια του Ασπρόπυργου, της Ελευσίνας και της Θεσσαλονίκης. Τα συγκρίσιμα λειτουργικά κέρδη (EBITDA) διαμορφώθηκαν στα 734 εκατ. ευρώ για το α’ εξάμηνο του 2026, καταγράφοντας άνοδο 83% σε σχέση με πέρυσι, ενώ τα συγκρίσιμα καθαρά κέρδη ανήλθαν στα 393 εκατ. ευρώ.
Η καρδιά της κερδοφορίας του ομίλου εντοπίζεται ξεκάθαρα στον τομέα της διύλισης και του εφοδιασμού. Το διεθνές περιθώριο διύλισης της HELLENiQ ENERGY αυξήθηκε στα 9,5 δολάρια το βαρέλι, σε μια περίοδο όπου η διεθνής τιμή του brent είχε σταθεροποιηθεί σε υψηλά επίπεδα.
Η παραγωγή των διυλιστηρίων του ομίλου ανήλθε σε 3,5 εκατομμύρια τόνους, με το 56% της συνολικής παραγωγής να επικεντρώνεται στο ντίζελ και τα αεροπορικά καύσιμα. Τα διυλιστήρια της HELLENiQ ENERGY κάλυπταν πάνω από το 60% των αναγκών της εσωτερικής ελληνικής αγοράς, διασφαλίζοντας την απρόσκοπτη τροφοδοσία των πρατηρίων, ενώ οι εξαγωγές της έφτασαν τους 1,7 εκατομμύρια τόνους.
Οι εξαγωγές ντίζελ και αεροπορικών καυσίμων σημείωσαν αύξηση 35%, κατευθυνόμενες σχεδόν εξ ολοκλήρου προς τις ελλειμματικές αγορές της υπόλοιπης Ευρώπης. Oπως επεσήμανε ο διευθύνων σύμβουλος του ομίλου, Ανδρέας Σιάμισιης, η τρέχουσα κρίση δεν είναι μια κρίση έλλειψης πετρελαίου, αλλά μια ξεκάθαρη κρίση έλλειψης διυλισμένων προϊόντων.
Η μειωμένη παραγωγή από διυλιστήρια της περιοχής της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, είτε λόγω των πολεμικών συγκρούσεων είτε λόγω της μακροχρόνιας έλλειψης επενδύσεων για τη διατήρηση της δυναμικότητάς τους, δημιούργησε ένα τεράστιο κενό προσφοράς. Τα ελληνικά διυλιστήρια, έχοντας υλοποιήσει έγκαιρα μεγάλα επενδυτικά προγράμματα εκσυγχρονισμού, κατάφεραν να εκμεταλλευτούν αυτήν τη συγκυρία διοχετεύοντας προϊόντα στο εξωτερικό με εξαιρετικά βελτιωμένα περιθώρια κέρδους.