Οι άτακτοι Ρωμαίοι και οι τιμωροί των Βρυξελλών
Διάρκεια θα έχει απ’ ό,τι φαίνεται η αντιπαράθεση ανάμεσα στη Ρώμη και τις Βρυξέλλες για τον ιταλικό προϋπολογισμό, ένα θέμα που ξεφεύγει πλέον από το στενό οικονομικό πλαίσιο και εξελίσσεται σε κυρίαρχο ζήτημα δημοκρατίας για την Ευρώπη.
Η ιταλική οικονομία έχει μπει καιρό τώρα στο στόχαστρο, κυρίως εξαιτίας του υπερβολικού χρέους, το δεύτερο μεγαλύτερο στην Ε.Ε. σε ποσοστό ΑΕΠ μετά την Ελλάδα, υπερβολικά υψηλό όμως σε απόλυτα ποσά και απαγορευτικό για προγράμματα διάσωσης. Η Κομισιόν ζητά τη λήψη μέτρων για τη μείωσή του και η Ρώμη δεν το αρνείται. Υπάρχει, ωστόσο, ένα κεφαλαιώδες ζήτημα σχετικά με τη μείωση του ελλείμματος στον υπό κατάρτιση Προϋπολογισμό.
Η Επιτροπή ζητά τον δραστικό περιορισμό του που όμως οδηγεί αναπόφευκτα σε συρρίκνωση του ΑΕΠ και μαθηματικά στην αύξηση του ποσοστού του χρέους σε σχέση με αυτό, όπως αποδείχθηκε και με τα προγράμματα λιτότητας που εφαρμόστηκαν στην Ελλάδα. Από την άλλη, η κυβέρνηση που προέκυψε στην Ιταλία το περασμένο καλοκαίρι, με την ετερόκλιτη σύγκλιση του λαϊκιστικού Κινήματος των Πέντε Αστέρων και της ακροδεξιάς Λέγκας, διακατέχεται από μια «αλλεργία» στη λιτότητα και έχει χαράξει ένα δικό της σχέδιο, το οποίο υπερασπίζεται.
Η αποκαλούμενη και ως «αντισυστημική» ιταλική κυβέρνηση έχει θέσει ως ταβάνι για το έλλειμμα το 2,4% του ΑΕΠ, με στόχο να κρατήσει σταθερή ή και να αυξήσει την εσωτερική ζήτηση, διατηρώντας σε τροχιά ανάπτυξης την πραγματική οικονομία της χώρας. Αυτή η απόφαση, όμως, έρχεται σε αντίθεση με δεσμεύσεις προηγούμενων κυβερνήσεων της Ρώμης και η Κομισιόν εκλαμβάνει, λίγο έως πολύ, τις νέες θέσεις ως ανταρσία.
Ποιον ωφελεί όμως αυτή η δραματοποίηση της αντιπαράθεσης ανάμεσα στην Ιταλία και την Ε.Ε., ιδιαίτερα μετά την επίσημη απόρριψη του ιταλικού προϋπολογισμού που ανοίγει τον δρόμο για την επιβολή κυρώσεων στη Ρώμη; Κανέναν, σύμφωνα με τον Ιταλό υπουργό Οικονομικών.
Η συνεχιζόμενη αντιπαράθεση αυξάνει το κόστος δανεισμού για την Ιταλία, αλλά οι Ιταλοί πιστεύουν ότι οι αγορές θα πειστούν τελικά από την αξιοπιστία της οικονομίας τους. Εχουν αντέξει ήδη, άλλωστε, σε δύο αρνητικές αξιολογήσεις διεθνών οίκων. Από την άλλη, γνωρίζοντας ότι ούτε η Κομισιόν επιθυμεί μεγαλύτερη αύξηση του κόστους δανεισμού, δείχνουν ότι θα επιμείνουν μέχρι τέλους. Θεωρούν, εξάλλου, ότι κρατούν στα χέρια τους τον πύρο της βάρκας που λέγεται Ευρωζώνη, αφού, σε μια επιδείνωση της κατάστασης, κανένας δεν φαίνεται πρόθυμος να αναλάβει το κολοσσιαίων διαστάσεων επιχείρημα μιας ενδεχόμενης διαδικασίας διάσωσής τους.
Η Επιτροπή, από την πλευρά της, δεν δέχεται αμφισβητήσεις των κοινών ευρωπαϊκών κανόνων και έχει ήδη ανοίξει το κεφάλαιο των κυρώσεων. Εδώ ακριβώς όμως, είναι που η κρίση Ρώμης - Βρυξελλών ξεφεύγει από το στενό οικονομικό πλαίσιο και γίνεται ζήτημα ισχύος, δηλαδή πολιτικό. Βάζει, εκ των πραγμάτων, θέμα ευλυγισίας και ελευθερίας κινήσεων των εθνικών κυβερνήσεων έναντι των κανόνων των Βρυξελλών, οι οποίοι έχουν παραβιαστεί και εξακολουθούν να παραβιάζονται από κράτη-μέλη. Πολύ περισσότερο, που σε απόλυτα ποσοστά η πρόβλεψη των Ιταλών για έλλειμμα 2,4% είναι μικρότερη του 3% που απαιτεί το Σύμφωνο Σταθερότητας.
Συνεκτιμώντας τα παραπάνω, ανεξάρτητοι παρατηρητές προβλέπουν ήδη ότι καμία από τις δύο πλευρές δεν θα επιτρέψει να φτάσει το θέμα στην επιβολή των κυρώσεων. Πρόκειται, άλλωστε, για χρονοβόρα διαδικασία που απαιτεί τη συναίνεση των κρατών-μελών. Ο βασικότερος παράγοντας, ωστόσο, είναι ότι η Ευρώπη μπαίνει σε χρονιά εκλογών και μάλιστα την ώρα που αυξάνονται πανευρωπαϊκά οι φυγόκεντρες εθνικιστικές και λαϊκιστικές τάσεις. Ετσι, αυτό που φαίνεται το πιθανότερο σενάριο είναι η… ανακωχή: μια προθεσμία δηλαδή στην Ιταλία προκειμένου να κάνει τις απαραίτητες διορθώσεις τουλάχιστον μέχρι τις ευρωεκλογές.
*Διεθνολόγος, πολιτικός αναλυτής
Η Επιτροπή ζητά τον δραστικό περιορισμό του που όμως οδηγεί αναπόφευκτα σε συρρίκνωση του ΑΕΠ και μαθηματικά στην αύξηση του ποσοστού του χρέους σε σχέση με αυτό, όπως αποδείχθηκε και με τα προγράμματα λιτότητας που εφαρμόστηκαν στην Ελλάδα. Από την άλλη, η κυβέρνηση που προέκυψε στην Ιταλία το περασμένο καλοκαίρι, με την ετερόκλιτη σύγκλιση του λαϊκιστικού Κινήματος των Πέντε Αστέρων και της ακροδεξιάς Λέγκας, διακατέχεται από μια «αλλεργία» στη λιτότητα και έχει χαράξει ένα δικό της σχέδιο, το οποίο υπερασπίζεται.
Η αποκαλούμενη και ως «αντισυστημική» ιταλική κυβέρνηση έχει θέσει ως ταβάνι για το έλλειμμα το 2,4% του ΑΕΠ, με στόχο να κρατήσει σταθερή ή και να αυξήσει την εσωτερική ζήτηση, διατηρώντας σε τροχιά ανάπτυξης την πραγματική οικονομία της χώρας. Αυτή η απόφαση, όμως, έρχεται σε αντίθεση με δεσμεύσεις προηγούμενων κυβερνήσεων της Ρώμης και η Κομισιόν εκλαμβάνει, λίγο έως πολύ, τις νέες θέσεις ως ανταρσία.
Ποιον ωφελεί όμως αυτή η δραματοποίηση της αντιπαράθεσης ανάμεσα στην Ιταλία και την Ε.Ε., ιδιαίτερα μετά την επίσημη απόρριψη του ιταλικού προϋπολογισμού που ανοίγει τον δρόμο για την επιβολή κυρώσεων στη Ρώμη; Κανέναν, σύμφωνα με τον Ιταλό υπουργό Οικονομικών.
Η συνεχιζόμενη αντιπαράθεση αυξάνει το κόστος δανεισμού για την Ιταλία, αλλά οι Ιταλοί πιστεύουν ότι οι αγορές θα πειστούν τελικά από την αξιοπιστία της οικονομίας τους. Εχουν αντέξει ήδη, άλλωστε, σε δύο αρνητικές αξιολογήσεις διεθνών οίκων. Από την άλλη, γνωρίζοντας ότι ούτε η Κομισιόν επιθυμεί μεγαλύτερη αύξηση του κόστους δανεισμού, δείχνουν ότι θα επιμείνουν μέχρι τέλους. Θεωρούν, εξάλλου, ότι κρατούν στα χέρια τους τον πύρο της βάρκας που λέγεται Ευρωζώνη, αφού, σε μια επιδείνωση της κατάστασης, κανένας δεν φαίνεται πρόθυμος να αναλάβει το κολοσσιαίων διαστάσεων επιχείρημα μιας ενδεχόμενης διαδικασίας διάσωσής τους.
Η Επιτροπή, από την πλευρά της, δεν δέχεται αμφισβητήσεις των κοινών ευρωπαϊκών κανόνων και έχει ήδη ανοίξει το κεφάλαιο των κυρώσεων. Εδώ ακριβώς όμως, είναι που η κρίση Ρώμης - Βρυξελλών ξεφεύγει από το στενό οικονομικό πλαίσιο και γίνεται ζήτημα ισχύος, δηλαδή πολιτικό. Βάζει, εκ των πραγμάτων, θέμα ευλυγισίας και ελευθερίας κινήσεων των εθνικών κυβερνήσεων έναντι των κανόνων των Βρυξελλών, οι οποίοι έχουν παραβιαστεί και εξακολουθούν να παραβιάζονται από κράτη-μέλη. Πολύ περισσότερο, που σε απόλυτα ποσοστά η πρόβλεψη των Ιταλών για έλλειμμα 2,4% είναι μικρότερη του 3% που απαιτεί το Σύμφωνο Σταθερότητας.
Συνεκτιμώντας τα παραπάνω, ανεξάρτητοι παρατηρητές προβλέπουν ήδη ότι καμία από τις δύο πλευρές δεν θα επιτρέψει να φτάσει το θέμα στην επιβολή των κυρώσεων. Πρόκειται, άλλωστε, για χρονοβόρα διαδικασία που απαιτεί τη συναίνεση των κρατών-μελών. Ο βασικότερος παράγοντας, ωστόσο, είναι ότι η Ευρώπη μπαίνει σε χρονιά εκλογών και μάλιστα την ώρα που αυξάνονται πανευρωπαϊκά οι φυγόκεντρες εθνικιστικές και λαϊκιστικές τάσεις. Ετσι, αυτό που φαίνεται το πιθανότερο σενάριο είναι η… ανακωχή: μια προθεσμία δηλαδή στην Ιταλία προκειμένου να κάνει τις απαραίτητες διορθώσεις τουλάχιστον μέχρι τις ευρωεκλογές.
*Διεθνολόγος, πολιτικός αναλυτής
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ειδήσεις
Δημοφιλή
Σχολιασμένα