Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Μελανσόν
Η δεκαετία του 70 παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες με το σήμερα
Τότε εκδηλώθηκε η πρώτη ενεργειακή κρίση. Στη Μέση Ανατολή ξέσπασε ο πόλεμος του Γιομ Κιπούρ ο οποίος οδήγησε στις συμφωνίες του Καμπ Ντέιβιντ. Στις χώρες της Δύσης η κοινωνική δυσαρέσκεια ήταν έκδηλη. Παντού σχεδόν είχαν ξεσπάσει μεγάλες φοιτητικές και συνδικαλιστικές κινητοποιήσεις με έντονο τον απόηχο του Μάη του 68. Ήταν και η δεκαετία της τρομοκρατίας τόσο από την άκρα αριστερά όσο και από την άκρα δεξιά. Στην πολιτική ήταν η δεκαετία της απαρχής της κρίσης του μεταπολεμικού κοινωνικού μοντέλου, του κράτους πρόνοιας και του Κεϋνσιανισμού. Ο μονεταρισμός, η πρώιμη εκδοχή του νεοφιλελευθερισμού, ήταν η ανερχόμενη ιδεολογία των οικονομικών ελίτ. Ακολούθησαν η Θάτσερ στην Αγγλία και ο Ρήγκαν στις ΗΠΑ. Στις τρεις χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου πάλι, την Ελλάδα, την Ισπανία και την Πορτογαλία, η οικονομική κρίση βοήθησε να πέσουν τα δικτατορικά καθεστώτα.
Η χώρα η οποία δοκιμάστηκε περισσότερο ίσως από κάθε άλλη ήταν η Ιταλία. Οι μεγάλες απεργίες, συχνά με καταλήψεις εργοστασίων, και οι επεισοδιακές φοιτητικές κινητοποιήσεις ήταν στην ημερήσια διάταξη. Η τρομοκρατία φασιστική και ακροαριστερή είχε σαν συνέπεια εκατοντάδες θύματα. Οι τυφλές βόμβες από ακροδεξιές ομάδες και οι δολοφονίες από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες συγκλόνιζαν την κοινωνία. Όχι τυχαία εκείνη η περίοδος έχει μείνει γνωστή ως τα «μολυβένια χρόνια». Δοκιμάζονταν οι αντοχές της ίδιας της Ιταλικής Δημοκρατίας στις συνθήκες μάλιστα του ψυχρού πολέμου. Η παραστρατιωτική επιχείρηση «Gladio» οργανωμένη από τη CIA και τις ιταλικές μυστικές υπηρεσίες αλλά και φασιστικά σχέδια για πραξικόπημα, ήταν το αποκορύφωμα.
Μπροστά σε αυτή την κατάσταση το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα αποτέλεσε υπόδειγμα υπευθυνότητας. Ήταν το μεγαλύτερο κομμουνιστικό κόμμα στην Ευρώπη και δεύτερη πολιτική δύναμη στην Ιταλία, δεν επιχείρησε όμως να εκμεταλλευτεί την αναταραχή. Αντιθέτως υπό την ηγεσία του Ενρίκο Μπερλινγκουέρ επιδίωξε τη συνεννόηση με τους Χριστιανοδημοκράτες σε μια προσπάθεια καταλλαγής και προστασίας του δημοκρατικού πολιτεύματος. Η πολιτική αυτή έμεινε γνωστή ως «ιστορικός συμβιβασμός». Θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια ακόμα πράξη χειραφέτησης από την τότε ΕΣΣΔ αλλά και αποδοχής της φιλελεύθερης αστικής δημοκρατίας. Η πολιτική αυτή κατέρρευσε μετά την δολοφονία του Άλντο Μόρο από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες. ‘Ήταν ο χριστιανοδημοκράτης ηγέτης ο οποίος βρισκόταν πιο κοντά σε αυτή τη λογική. Παρά την αποτυχία ο Μπερλινγκουέρ παραμένει ως σήμερα ένας από τους δημοφιλείς ιταλούς πολιτικούς.
Στην Ελλάδα αυτή η πολιτική δεν είχε ποτέ ιδιαίτερη πέραση. Εξαίρεση αποτελούσε το ΚΚΕ εσωτερικού και η ανανεωτική αριστερά η οποία είχε προωθήσει τον δικό της ιστορικό συμβιβασμό. Την πολιτική της αντιδικτατορικής ενότητας, της συνεννόησης δηλαδή όλων των πολιτικών δυνάμεων για την αποκατάσταση και την προστασία της Δημοκρατίας. Δεν είχε κανένα αποτέλεσμα και στην πορεία η ανανεωτική αριστερά ουσιαστικά εξαερώθηκε. Ψήγματα παρέμειναν στον Συνασπισμό όπου όμως σχεδόν από την αρχή και κυρίως υπό την ηγεσία του Νίκου Κωνσταντόπουλου, επικράτησαν τα πιο ριζοσπαστικά στοιχεία. Στην πραγματικότητα αυτή η παράδοση της συναίνεσης χάθηκε. Από τα στελέχη τα οποία την υποστήριζαν κάποια προσχώρησαν στο ΠΑΣΟΚ επί Σημίτη. Άλλα παρέμειναν ως μειοψηφία στο Συνασπισμό και αργότερα στον Σύριζα χωρίς ουσιαστική πολιτική επιρροή ιδίως μετά τον Θάνατο του Μιχάλη Παπαγιαννάκη.
Οι συνέπειες φάνηκαν όταν ήρθαν τα δικά μας μολυβένια χρόνια, η περίοδος της οικονομικής κρίσης δηλαδή. Όταν η δημοκρατία δοκιμαζόταν στις πλατείες των αγανακτισμένων. Με τη βοήθεια και του Αντώνη Σαμαρά η αριστερά όχι μόνο δεν επιδίωξε μια ευρύτερη κοινωνική συμφωνία αλλά αντιθέτως λειτούργησε εμπρηστικά και επιχείρησε με τον πιο χυδαίο τρόπο να εκμεταλλευτεί τη δυσαρέσκεια. Μπορεί να παραμένει ως αναπάντητο ερώτημα πώς θα είχαν εξελιχθεί τα πράγματα στη χώρα αν στη ΝΔ ήταν η Ντόρα Μπακογιάννη και στον Σύριζα ο Λεωνίδας Κύρκος ή ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης.
Όπως και να έχει η πολιτική Τσίπρα αποδείχθηκε εκλογικά αποδοτική. Ο Σύριζα αναδείχθηκε πρώτο κόμμα και σχημάτισε κυβέρνηση. Ήταν μια Πύρρειος νίκη. Μια νίκη τις επιπτώσεις της οποίας βλέπουμε σήμερα. Καταρχήν για την ίδια την αριστερά και την αξιοπιστία της. Έχει εγκλωβιστεί σε μια πολιτική στείρας αντιπαράθεσης. Ακόμα χειρότερα όμως επηρέασε αρνητικά συνολικά το πολιτικό σύστημα. Βοήθησε να επικρατήσει μια αντισυστημική κουλτούρα σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας η οποία με τη σειρά της διαχέεται και επηρεάζει όλα σχεδόν τα κόμματα, το δημόσιο διάλογο και τα μέσα ενημέρωσης. Η περίπτωση του ΠΑΣΟΚ το οποίο δολιχοδρομεί και αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην υπευθυνότητα και στην αδιαλλαξία είναι χαρακτηριστική.
Τα δικά μας μολυβένια χρόνια έχουν φυσικά περάσει. Έχουμε συνηθίσει να λέμε ότι επιστρέψαμε στην κανονικότητα. Με δύο ωστόσο κρίσιμες υποσημειώσεις. Η πρώτη ότι ο πολιτικός διχασμός παραμένει αμείωτος έστω και αν οι βίαιες εκδηλώσεις έχουν λίγο πολύ εκλείψει. Η δεύτερη ότι η επιστροφή σε δημοσιονομική ισορροπία ανέδειξε τα διαρθρωτικά προβλήματα της χώρας: διαφθορά, δημογραφικό, χαμηλή παραγωγικότητα, μεγάλη εξάρτηση από τις εισαγωγές, ανισότητα. Προβλήματα τα οποία μεγεθύνονται από την ενεργειακή κρίση και την ακρίβεια αλλά και από τους γεωπολιτικούς κινδύνους, την άνοδο της ευρωφοβικής ακροδεξιάς στην Ευρώπη, τους τοπικούς ανταγωνισμούς και τον πόλεμο. Παρόλες τις ελληνικές ιδιαιτερότητες πολλά από αυτά τα προβλήματα είτε είναι κοινά με άλλες ευρωπαϊκές χώρες είτε εξαρτώνται για τη λύση τους από τις διεθνείς εξελίξεις.
Με αυτή έννοια οι συνθήκες είναι πιο δύσκολες από ότι πριν από μια δεκαετία. Τότε με όλα τα λάθη και τις επώδυνες δεσμεύσεις των Μνημονίων ο δρόμος ήταν σαφής. Δεδομένη, εφόσον τηρούνταν οι όροι ήταν και η προστασία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σήμερα επικρατεί αβεβαιότητα. Σε περίπτωση ατυχήματος, οικονομικού ή άλλου, κανείς δεν μπορεί να προβλέψει ποια θα είναι η ανταπόκριση των εταίρων μας. Η ανάγκη με άλλα λόγια για ένα εθνικό πλαίσιο συνεννόησης παραμένει το ίδιο ή και περισσότερο ισχυρή από τότε. Και το πραγματικό ερώτημα είναι αν θα επαναλάβουμε το λάθος του διχασμού ή αν υπάρχει ελπίδα να επικρατήσει μια διαφορετική λογική. Πρόκειται προφανώς για ρητορικό ερώτημα. Κάθε τέτοια σκέψη θεωρείται σήμερα ότι αποτελεί προδοσία. Ο Μελανσόν μας εμπνέει και μας δονεί. Το να φύγει η δεξιά αποτελεί τη λυδία λίθο του προοδευτισμού. Μόνο όμως χάρη σε μια ασύγγνωστη υποτίμηση των κινδύνων που έχουμε μπροστά μας. Αλλά και επειδή έχουμε ξεχάσει την άλλη προοδευτική παράδοση η οποία προτάσσει την υπευθυνότητα και την υπεροχή του εθνικού συμφέροντος έναντι των κομματικών επιδιώξεων. Οι οποίες έτσι κι αλλιώς είναι συζητήσιμο πώς υπηρετούνται καλύτερα. Το ότι τα κόμματα της αντιπολίτευσης έχουν εκχωρήσει κατ αποκλειστικότητα στον Μητσοτάκη και στη ΝΔ το επιχείρημα της σταθερότητας δεν είναι καθόλου τυχαίο.
Η χώρα η οποία δοκιμάστηκε περισσότερο ίσως από κάθε άλλη ήταν η Ιταλία. Οι μεγάλες απεργίες, συχνά με καταλήψεις εργοστασίων, και οι επεισοδιακές φοιτητικές κινητοποιήσεις ήταν στην ημερήσια διάταξη. Η τρομοκρατία φασιστική και ακροαριστερή είχε σαν συνέπεια εκατοντάδες θύματα. Οι τυφλές βόμβες από ακροδεξιές ομάδες και οι δολοφονίες από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες συγκλόνιζαν την κοινωνία. Όχι τυχαία εκείνη η περίοδος έχει μείνει γνωστή ως τα «μολυβένια χρόνια». Δοκιμάζονταν οι αντοχές της ίδιας της Ιταλικής Δημοκρατίας στις συνθήκες μάλιστα του ψυχρού πολέμου. Η παραστρατιωτική επιχείρηση «Gladio» οργανωμένη από τη CIA και τις ιταλικές μυστικές υπηρεσίες αλλά και φασιστικά σχέδια για πραξικόπημα, ήταν το αποκορύφωμα.
Μπροστά σε αυτή την κατάσταση το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα αποτέλεσε υπόδειγμα υπευθυνότητας. Ήταν το μεγαλύτερο κομμουνιστικό κόμμα στην Ευρώπη και δεύτερη πολιτική δύναμη στην Ιταλία, δεν επιχείρησε όμως να εκμεταλλευτεί την αναταραχή. Αντιθέτως υπό την ηγεσία του Ενρίκο Μπερλινγκουέρ επιδίωξε τη συνεννόηση με τους Χριστιανοδημοκράτες σε μια προσπάθεια καταλλαγής και προστασίας του δημοκρατικού πολιτεύματος. Η πολιτική αυτή έμεινε γνωστή ως «ιστορικός συμβιβασμός». Θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια ακόμα πράξη χειραφέτησης από την τότε ΕΣΣΔ αλλά και αποδοχής της φιλελεύθερης αστικής δημοκρατίας. Η πολιτική αυτή κατέρρευσε μετά την δολοφονία του Άλντο Μόρο από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες. ‘Ήταν ο χριστιανοδημοκράτης ηγέτης ο οποίος βρισκόταν πιο κοντά σε αυτή τη λογική. Παρά την αποτυχία ο Μπερλινγκουέρ παραμένει ως σήμερα ένας από τους δημοφιλείς ιταλούς πολιτικούς.
Στην Ελλάδα αυτή η πολιτική δεν είχε ποτέ ιδιαίτερη πέραση. Εξαίρεση αποτελούσε το ΚΚΕ εσωτερικού και η ανανεωτική αριστερά η οποία είχε προωθήσει τον δικό της ιστορικό συμβιβασμό. Την πολιτική της αντιδικτατορικής ενότητας, της συνεννόησης δηλαδή όλων των πολιτικών δυνάμεων για την αποκατάσταση και την προστασία της Δημοκρατίας. Δεν είχε κανένα αποτέλεσμα και στην πορεία η ανανεωτική αριστερά ουσιαστικά εξαερώθηκε. Ψήγματα παρέμειναν στον Συνασπισμό όπου όμως σχεδόν από την αρχή και κυρίως υπό την ηγεσία του Νίκου Κωνσταντόπουλου, επικράτησαν τα πιο ριζοσπαστικά στοιχεία. Στην πραγματικότητα αυτή η παράδοση της συναίνεσης χάθηκε. Από τα στελέχη τα οποία την υποστήριζαν κάποια προσχώρησαν στο ΠΑΣΟΚ επί Σημίτη. Άλλα παρέμειναν ως μειοψηφία στο Συνασπισμό και αργότερα στον Σύριζα χωρίς ουσιαστική πολιτική επιρροή ιδίως μετά τον Θάνατο του Μιχάλη Παπαγιαννάκη.
Οι συνέπειες φάνηκαν όταν ήρθαν τα δικά μας μολυβένια χρόνια, η περίοδος της οικονομικής κρίσης δηλαδή. Όταν η δημοκρατία δοκιμαζόταν στις πλατείες των αγανακτισμένων. Με τη βοήθεια και του Αντώνη Σαμαρά η αριστερά όχι μόνο δεν επιδίωξε μια ευρύτερη κοινωνική συμφωνία αλλά αντιθέτως λειτούργησε εμπρηστικά και επιχείρησε με τον πιο χυδαίο τρόπο να εκμεταλλευτεί τη δυσαρέσκεια. Μπορεί να παραμένει ως αναπάντητο ερώτημα πώς θα είχαν εξελιχθεί τα πράγματα στη χώρα αν στη ΝΔ ήταν η Ντόρα Μπακογιάννη και στον Σύριζα ο Λεωνίδας Κύρκος ή ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης.
Όπως και να έχει η πολιτική Τσίπρα αποδείχθηκε εκλογικά αποδοτική. Ο Σύριζα αναδείχθηκε πρώτο κόμμα και σχημάτισε κυβέρνηση. Ήταν μια Πύρρειος νίκη. Μια νίκη τις επιπτώσεις της οποίας βλέπουμε σήμερα. Καταρχήν για την ίδια την αριστερά και την αξιοπιστία της. Έχει εγκλωβιστεί σε μια πολιτική στείρας αντιπαράθεσης. Ακόμα χειρότερα όμως επηρέασε αρνητικά συνολικά το πολιτικό σύστημα. Βοήθησε να επικρατήσει μια αντισυστημική κουλτούρα σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας η οποία με τη σειρά της διαχέεται και επηρεάζει όλα σχεδόν τα κόμματα, το δημόσιο διάλογο και τα μέσα ενημέρωσης. Η περίπτωση του ΠΑΣΟΚ το οποίο δολιχοδρομεί και αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην υπευθυνότητα και στην αδιαλλαξία είναι χαρακτηριστική.
Τα δικά μας μολυβένια χρόνια έχουν φυσικά περάσει. Έχουμε συνηθίσει να λέμε ότι επιστρέψαμε στην κανονικότητα. Με δύο ωστόσο κρίσιμες υποσημειώσεις. Η πρώτη ότι ο πολιτικός διχασμός παραμένει αμείωτος έστω και αν οι βίαιες εκδηλώσεις έχουν λίγο πολύ εκλείψει. Η δεύτερη ότι η επιστροφή σε δημοσιονομική ισορροπία ανέδειξε τα διαρθρωτικά προβλήματα της χώρας: διαφθορά, δημογραφικό, χαμηλή παραγωγικότητα, μεγάλη εξάρτηση από τις εισαγωγές, ανισότητα. Προβλήματα τα οποία μεγεθύνονται από την ενεργειακή κρίση και την ακρίβεια αλλά και από τους γεωπολιτικούς κινδύνους, την άνοδο της ευρωφοβικής ακροδεξιάς στην Ευρώπη, τους τοπικούς ανταγωνισμούς και τον πόλεμο. Παρόλες τις ελληνικές ιδιαιτερότητες πολλά από αυτά τα προβλήματα είτε είναι κοινά με άλλες ευρωπαϊκές χώρες είτε εξαρτώνται για τη λύση τους από τις διεθνείς εξελίξεις.
Με αυτή έννοια οι συνθήκες είναι πιο δύσκολες από ότι πριν από μια δεκαετία. Τότε με όλα τα λάθη και τις επώδυνες δεσμεύσεις των Μνημονίων ο δρόμος ήταν σαφής. Δεδομένη, εφόσον τηρούνταν οι όροι ήταν και η προστασία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σήμερα επικρατεί αβεβαιότητα. Σε περίπτωση ατυχήματος, οικονομικού ή άλλου, κανείς δεν μπορεί να προβλέψει ποια θα είναι η ανταπόκριση των εταίρων μας. Η ανάγκη με άλλα λόγια για ένα εθνικό πλαίσιο συνεννόησης παραμένει το ίδιο ή και περισσότερο ισχυρή από τότε. Και το πραγματικό ερώτημα είναι αν θα επαναλάβουμε το λάθος του διχασμού ή αν υπάρχει ελπίδα να επικρατήσει μια διαφορετική λογική. Πρόκειται προφανώς για ρητορικό ερώτημα. Κάθε τέτοια σκέψη θεωρείται σήμερα ότι αποτελεί προδοσία. Ο Μελανσόν μας εμπνέει και μας δονεί. Το να φύγει η δεξιά αποτελεί τη λυδία λίθο του προοδευτισμού. Μόνο όμως χάρη σε μια ασύγγνωστη υποτίμηση των κινδύνων που έχουμε μπροστά μας. Αλλά και επειδή έχουμε ξεχάσει την άλλη προοδευτική παράδοση η οποία προτάσσει την υπευθυνότητα και την υπεροχή του εθνικού συμφέροντος έναντι των κομματικών επιδιώξεων. Οι οποίες έτσι κι αλλιώς είναι συζητήσιμο πώς υπηρετούνται καλύτερα. Το ότι τα κόμματα της αντιπολίτευσης έχουν εκχωρήσει κατ αποκλειστικότητα στον Μητσοτάκη και στη ΝΔ το επιχείρημα της σταθερότητας δεν είναι καθόλου τυχαίο.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ειδήσεις
Δημοφιλή
Σχολιασμένα