Η Ν.Δ. αλλάζει αρχηγούς, η Κεντροαριστερά αλλάζει κόμματα
Μπήκαμε για τα καλά σε προεκλογική τροχιά και η Νέα Δημοκρατία, ύστερα από δύο συνεχόμενες εκλογικές νίκες, παραμένει ο σταθερός φορέας της ελληνικής Κεντροδεξιάς και θεωρείται εκ νέου ο βασικός διεκδικητής της εξουσίας
Στην απέναντι πλευρά, η Κεντροαριστερά διεκδικεί απλώς τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αν και άλλαξε δύο φορές εκφραστή από το ΠΑΣΟΚ στον ΣΥΡΙΖΑ και τώρα με την επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα βρίσκεται μπροστά σε μια τρίτη μεγάλη αναδιάταξη με την ΕΛΑΣ.
Το ερώτημα είναι γιατί ένα κόμμα επιβιώνει μισό αιώνα, ενώ ο ιδεολογικός και πολιτικός του αντίπαλος αναγκάζεται να αλλάζει συνεχώς όνομα, μορφή και φορέα. Η Νέα Δημοκρατία άντεξε, αν και έκανε πολλά και επώδυνα λάθη. Δεν ήταν όλοι οι αρχηγοί της αδιαμφισβήτητοι ή επιτυχημένοι. Αντεξε όμως επειδή κατάφερε να μετατραπεί από κόμμα σε παράταξη. Από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή μέχρι τον Κυριάκο Μητσοτάκη μεσολάβησαν εντελώς διαφορετικές πολιτικές φυσιογνωμίες. Αλλοι πιο φιλελεύθεροι ή πιο λαϊκοί, πιο πατριωτικοί ή τεχνοκράτες. Ωστόσο ποτέ δεν τέθηκε σε αμφισβήτηση ότι η Νέα Δημοκρατία αποτελούσε το φυσικό πολιτικό σπίτι της ελληνικής Κεντροδεξιάς. Οι ηγέτες άλλαζαν, η παράταξη παρέμενε.
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η ιστορία της ελληνικής Κεντροαριστεράς είναι πολύ πιο σύνθετη και αξίζει να αντιμετωπιστεί με δικαιοσύνη. Το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου δεν υπήρξε ένα συνηθισμένο κόμμα. Δημιούργησε μια νέα κοινωνική πλειοψηφία, ενσωμάτωσε κοινωνικές ομάδες που μέχρι τότε αισθάνονταν πολιτικά αποκλεισμένες, προχώρησε σε βαθιές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και διαμόρφωσε μια νέα σχέση του κράτους με την κοινωνία. Αργότερα, η περίοδος του Κώστα Σημίτη απέδειξε ότι η ελληνική Κεντροαριστερά μπορούσε να συνδυάσει τον κοινωνικό προσανατολισμό με τον εκσυγχρονισμό της χώρας. Το μεγάλο λάθος έγινε το 2009. Το ΠΑΣΟΚ επέστρεψε στην εξουσία με μια εξαιρετικά ισχυρή λαϊκή εντολή, αλλά η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου κατέρρευσε μέσα σε λίγους μήνες. Η σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ και σε ένα μεγάλο μέρος της κοινωνικής του βάσης διαρρήχθηκε και ο δρόμος άνοιξε για την εκρηκτική άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ. Για περίπου δέκα χρόνια ο βασικός εκφραστής της Κεντροαριστεράς δεν ήταν πλέον το ΠΑΣΟΚ, αλλά ο Αλέξης Τσίπρας και τώρα η ΕΛΑΣ, το νέο κόμμα του Τσίπρα.
Η διαφορά αυτή έχει βαθύτερες πολιτικές και κοινωνικές ρίζες. Η ελληνική Κεντροδεξιά συγκεντρώνει διαχρονικά πολίτες με διαφορετικές κοινωνικές αφετηρίες αλλά με κοινή προτεραιότητα τη σταθερότητα. Επιχειρηματίες και μικρομεσαίοι, αγρότες και ελεύθεροι επαγγελματίες, δημόσιοι υπάλληλοι και εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα, άνθρωποι της περιφέρειας και των μεγάλων αστικών κέντρων μπορεί να διαφωνούν για επιμέρους πολιτικές, όμως σπάνια αμφισβητούν την ανάγκη ύπαρξης ενός ενιαίου φορέα της Κεντροδεξιάς. Αντίθετα, ο προοδευτικός χώρος φιλοξενεί σοσιαλδημοκράτες, αριστερούς, ριζοσπάστες, οικολόγους, μεταρρυθμιστές, κρατιστές και προοδευτικούς γενικώς. Πρόκειται για ένα πολύ ευρύτερο ιδεολογικό φάσμα, που δύσκολα παραμένει ενωμένο όταν η εξουσία χάνεται. Ισως γι’ αυτό στην ελληνική Κεντροδεξιά οι ήττες καταλήγουν σε νέο αρχηγό, ενώ στην ελληνική Κεντροαριστερά καταλήγουν σε διασπάσεις και... ιδρύσεις νέων κομμάτων.
Και από τη Νέα Δημοκρατία αποχώρησαν ισχυρές προσωπικότητες, δημιούργησαν νέους σχηματισμούς και διεκδίκησαν αυτόνομη πορεία. Καμία όμως δεν κατάφερε να αντικαταστήσει τη Νέα Δημοκρατία ως τον κεντρικό φορέα της παράταξης. Στον αντίποδα, κάθε μεγάλη κρίση στον προοδευτικό χώρο συνοδευόταν από την αναζήτηση νέου εκφραστή, νέου σχήματος ή νέας πολιτικής ταυτότητας. Είναι σαν ο ένας χώρος να θεωρεί ότι οι κρίσεις ξεπερνιούνται με εσωτερικές αλλαγές, ενώ ο άλλος πιστεύει ότι απαιτείται κάθε φορά μια νέα αρχή. Το αποτέλεσμα είναι ότι η Νέα Δημοκρατία έχει αποκτήσει εκείνο το χαρακτηριστικό που διαθέτουν τα μεγάλα ευρωπαϊκά κόμματα εξουσίας. Επιβιώνει ακόμη κι όταν χάνει, ενώ ο αντίπαλός της αλλάζει μορφή επειδή έχασε.
Αυτό ασφαλώς δεν σημαίνει ότι η Νέα Δημοκρατία έχει εξασφαλισμένη την πολιτική συνέχεια, ούτε ότι η Κεντροαριστερά είναι καταδικασμένη να παραμένει κατακερματισμένη. Η δημοκρατία δεν λειτουργεί με μόνιμα συμβόλαια εξουσίας. Οι πολίτες κρίνουν, τιμωρούν και επιβραβεύουν. Ομως, καθώς πλησιάζουμε στις επόμενες εθνικές εκλογές, το μεγάλο πολιτικό ερώτημα δεν είναι αν η κυβέρνηση θα αντέξει τη φθορά της εξουσίας. Είναι και αν απέναντί της θα διαμορφωθεί ένας ενιαίος, αξιόπιστος και κυβερνητικός αντίπαλος. Αν τελικά ο Αλέξης Τσίπρας θα καταφέρει να διεκδικήσει την εξουσία, όπως είπε προχθές, ή θα περιοριστεί στην αξιωματική αντιπολίτευση. Η επιτυχία ή η αποτυχία αυτού του εγχειρήματος θα κρίνει όχι μόνο το μέλλον της Κεντροαριστεράς, αλλά και τη μορφή του ελληνικού πολιτικού συστήματος για τα επόμενα χρόνια. Μέχρι τότε η μεγάλη διαφορά παραμένει εμφανής. Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να εισέρχεται σε κάθε εκλογική αναμέτρηση διεκδικώντας την εξουσία, ενώ ο απέναντι χώρος να αναζητεί τον φορέα που θα μπορέσει πρώτα να ενώσει τις δυνάμεις του και ύστερα να πείσει την κοινωνία ότι μπορεί να κυβερνήσει ξανά.
Το ερώτημα είναι γιατί ένα κόμμα επιβιώνει μισό αιώνα, ενώ ο ιδεολογικός και πολιτικός του αντίπαλος αναγκάζεται να αλλάζει συνεχώς όνομα, μορφή και φορέα. Η Νέα Δημοκρατία άντεξε, αν και έκανε πολλά και επώδυνα λάθη. Δεν ήταν όλοι οι αρχηγοί της αδιαμφισβήτητοι ή επιτυχημένοι. Αντεξε όμως επειδή κατάφερε να μετατραπεί από κόμμα σε παράταξη. Από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή μέχρι τον Κυριάκο Μητσοτάκη μεσολάβησαν εντελώς διαφορετικές πολιτικές φυσιογνωμίες. Αλλοι πιο φιλελεύθεροι ή πιο λαϊκοί, πιο πατριωτικοί ή τεχνοκράτες. Ωστόσο ποτέ δεν τέθηκε σε αμφισβήτηση ότι η Νέα Δημοκρατία αποτελούσε το φυσικό πολιτικό σπίτι της ελληνικής Κεντροδεξιάς. Οι ηγέτες άλλαζαν, η παράταξη παρέμενε.
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η ιστορία της ελληνικής Κεντροαριστεράς είναι πολύ πιο σύνθετη και αξίζει να αντιμετωπιστεί με δικαιοσύνη. Το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου δεν υπήρξε ένα συνηθισμένο κόμμα. Δημιούργησε μια νέα κοινωνική πλειοψηφία, ενσωμάτωσε κοινωνικές ομάδες που μέχρι τότε αισθάνονταν πολιτικά αποκλεισμένες, προχώρησε σε βαθιές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και διαμόρφωσε μια νέα σχέση του κράτους με την κοινωνία. Αργότερα, η περίοδος του Κώστα Σημίτη απέδειξε ότι η ελληνική Κεντροαριστερά μπορούσε να συνδυάσει τον κοινωνικό προσανατολισμό με τον εκσυγχρονισμό της χώρας. Το μεγάλο λάθος έγινε το 2009. Το ΠΑΣΟΚ επέστρεψε στην εξουσία με μια εξαιρετικά ισχυρή λαϊκή εντολή, αλλά η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου κατέρρευσε μέσα σε λίγους μήνες. Η σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ και σε ένα μεγάλο μέρος της κοινωνικής του βάσης διαρρήχθηκε και ο δρόμος άνοιξε για την εκρηκτική άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ. Για περίπου δέκα χρόνια ο βασικός εκφραστής της Κεντροαριστεράς δεν ήταν πλέον το ΠΑΣΟΚ, αλλά ο Αλέξης Τσίπρας και τώρα η ΕΛΑΣ, το νέο κόμμα του Τσίπρα.
Η διαφορά αυτή έχει βαθύτερες πολιτικές και κοινωνικές ρίζες. Η ελληνική Κεντροδεξιά συγκεντρώνει διαχρονικά πολίτες με διαφορετικές κοινωνικές αφετηρίες αλλά με κοινή προτεραιότητα τη σταθερότητα. Επιχειρηματίες και μικρομεσαίοι, αγρότες και ελεύθεροι επαγγελματίες, δημόσιοι υπάλληλοι και εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα, άνθρωποι της περιφέρειας και των μεγάλων αστικών κέντρων μπορεί να διαφωνούν για επιμέρους πολιτικές, όμως σπάνια αμφισβητούν την ανάγκη ύπαρξης ενός ενιαίου φορέα της Κεντροδεξιάς. Αντίθετα, ο προοδευτικός χώρος φιλοξενεί σοσιαλδημοκράτες, αριστερούς, ριζοσπάστες, οικολόγους, μεταρρυθμιστές, κρατιστές και προοδευτικούς γενικώς. Πρόκειται για ένα πολύ ευρύτερο ιδεολογικό φάσμα, που δύσκολα παραμένει ενωμένο όταν η εξουσία χάνεται. Ισως γι’ αυτό στην ελληνική Κεντροδεξιά οι ήττες καταλήγουν σε νέο αρχηγό, ενώ στην ελληνική Κεντροαριστερά καταλήγουν σε διασπάσεις και... ιδρύσεις νέων κομμάτων.
Και από τη Νέα Δημοκρατία αποχώρησαν ισχυρές προσωπικότητες, δημιούργησαν νέους σχηματισμούς και διεκδίκησαν αυτόνομη πορεία. Καμία όμως δεν κατάφερε να αντικαταστήσει τη Νέα Δημοκρατία ως τον κεντρικό φορέα της παράταξης. Στον αντίποδα, κάθε μεγάλη κρίση στον προοδευτικό χώρο συνοδευόταν από την αναζήτηση νέου εκφραστή, νέου σχήματος ή νέας πολιτικής ταυτότητας. Είναι σαν ο ένας χώρος να θεωρεί ότι οι κρίσεις ξεπερνιούνται με εσωτερικές αλλαγές, ενώ ο άλλος πιστεύει ότι απαιτείται κάθε φορά μια νέα αρχή. Το αποτέλεσμα είναι ότι η Νέα Δημοκρατία έχει αποκτήσει εκείνο το χαρακτηριστικό που διαθέτουν τα μεγάλα ευρωπαϊκά κόμματα εξουσίας. Επιβιώνει ακόμη κι όταν χάνει, ενώ ο αντίπαλός της αλλάζει μορφή επειδή έχασε.
Αυτό ασφαλώς δεν σημαίνει ότι η Νέα Δημοκρατία έχει εξασφαλισμένη την πολιτική συνέχεια, ούτε ότι η Κεντροαριστερά είναι καταδικασμένη να παραμένει κατακερματισμένη. Η δημοκρατία δεν λειτουργεί με μόνιμα συμβόλαια εξουσίας. Οι πολίτες κρίνουν, τιμωρούν και επιβραβεύουν. Ομως, καθώς πλησιάζουμε στις επόμενες εθνικές εκλογές, το μεγάλο πολιτικό ερώτημα δεν είναι αν η κυβέρνηση θα αντέξει τη φθορά της εξουσίας. Είναι και αν απέναντί της θα διαμορφωθεί ένας ενιαίος, αξιόπιστος και κυβερνητικός αντίπαλος. Αν τελικά ο Αλέξης Τσίπρας θα καταφέρει να διεκδικήσει την εξουσία, όπως είπε προχθές, ή θα περιοριστεί στην αξιωματική αντιπολίτευση. Η επιτυχία ή η αποτυχία αυτού του εγχειρήματος θα κρίνει όχι μόνο το μέλλον της Κεντροαριστεράς, αλλά και τη μορφή του ελληνικού πολιτικού συστήματος για τα επόμενα χρόνια. Μέχρι τότε η μεγάλη διαφορά παραμένει εμφανής. Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να εισέρχεται σε κάθε εκλογική αναμέτρηση διεκδικώντας την εξουσία, ενώ ο απέναντι χώρος να αναζητεί τον φορέα που θα μπορέσει πρώτα να ενώσει τις δυνάμεις του και ύστερα να πείσει την κοινωνία ότι μπορεί να κυβερνήσει ξανά.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ειδήσεις
Δημοφιλή
Σχολιασμένα