Κορωνοϊός

tziovaras_grigoris

Ζητείται… φαντασία στην εμβολιαστική εκστρατεία

Γρηγόρης Τζιοβάρας

Η περιφερειακή ενότητα Θεσπρωτίας παρουσιάζει εδώ και αρκετές μέρες σχεδόν μηδενικά νέα κρούσματα μολύνσεων από κορωνοϊό, παρότι βρίσκεται σε ένα κομβικό γεωγραφικό σημείο με δύο πύλες εισόδου από το εξωτερικό: τη χερσαία από την Αλβανία, που άνοιξε εκ νέου πρόσφατα, έπειτα από αρκετούς μήνες που παρέμεινε κλειστή, και τη θαλάσσια από το λιμάνι της Ηγουμενίτσας που δέχεται καθημερινά πληθώρα επιβατών και οχημάτων τόσο από την Ιταλία όσο και από την Κέρκυρα.

Στο προφανές ίσως ερώτημα γιατί δεν εκτινάχθηκαν τα κρούσματα μετά τα πρόσφατα ανοίγματα της οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας, η απάντηση πιθανότατα βρίσκεται στα στοιχεία που αφορούν την πορεία του εμβολιαστικού προγράμματος. Όποιος ρίξει μια ματιά στους πίνακες που δημοσιεύονται από την Εθνική Εκστρατεία Εμβολιασμού βρίσκει ότι η Θεσπρωτία είναι στην κορυφή των περιοχών με τα υψηλότερα ποσοστά εμβολιασμών και βεβαίως είναι πολύ πάνω από το μέσο όρο της ελληνικής επικρατείας.

Με έναν πληθυσμό, ο οποίος είναι από τους πλέον γηρασμένους πανελλαδικά και στην τελευταία απογραφή έφθανε στους 43.587 κατοίκους, είχαν γίνει μέχρι προχθές συνολικά 42.854 εμβολιασμοί. Εξ αυτών οι 18.961 ήταν πλήρεις, δηλαδή με τις δύο δόσεις, που σημαίνει ότι έχει καλυφθεί εμβολιαστικά σχεδόν το 44% του πληθυσμού. Ενώ μία τουλάχιστον δόση έχουν λάβει 25.103 Θεσπρωτοί, που σημαίνει ότι πήγε στα εμβολιαστικά κέντρα της περιοχής ποσοστό που αντιστοιχεί στο 58% του πληθυσμού του συγκεκριμένου νομού. 

Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης οι επιδόσεις που καταγράφονται στις όμορες περιφερειακές ενότητες είναι πολύ κατώτερες: στην απέναντι Κέρκυρα, η οποία περιμένει να ζήσει από τον τουρισμό, οι εμβολιασμένοι με μία δόση μόλις περνούν το 50%, στην κοντινή Πρέβεζα είναι κάτω από 44%, στα Ιωάννινα μόλις πέρασαν το 42%, ενώ ουραγός είναι η Άρτα, όπου εκείνοι οι οποίοι έχουν κάνει μια εμβολιαστική δόση μόλις και μετά βίας φθάνουν στο 35%, καθώς σε έναν πληθυσμό 67.877 ατόμων που έχει ο νομός έχουν προσέλθει στα εμβολιαστικά κέντρα μόλις 23.702 Αρτινοί.

Μιλώντας ευρύτερα κανείς, δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει ότι με βάση τον αριθμό των διαθέσιμων εμβολίων, το ελληνικό εμβολιαστικό πρόγραμμα δεν έχει πάει άσχημα μέχρι στιγμής. Αν και, επί του συνόλου του πληθυσμού, το ποσοστό όσων έχουν εμβολιαστεί με τουλάχιστον μια δόση είναι κοντά στο 44%, αποτελεί παρήγορο γεγονός ότι στους μεγαλύτερης ηλικίας συμπολίτες μας, δηλαδή στους πάνω από 60 ετών, που κατά τεκμήριο αντιμετωπίζουν μεγαλύτερους κινδύνους αν πληγούν από τον ιό, έχουν μέχρι στιγμής εμβολιαστεί σχεδόν τρεις στους τέσσερις.

Καθώς, όμως, τα διαθέσιμα εμβόλιμα αυξάνονται, όλα δείχνουν ότι ο ρυθμός προσέλευσης στα εμβολιαστικά κέντρα δεν είναι αντίστοιχος. Αν δεν υποχωρεί, σίγουρα δεν επιταχύνεται όσο απαιτείται για να επιτευχθεί το πολυπόθητο τείχος ανοσίας. Το φαινόμενο, για να είμαστε ειλικρινείς, δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό. Σχεδόν σε όλες τις χώρες, από το Ισραήλ έως τις ΗΠΑ και από την Πορτογαλία έως το Ηνωμένο Βασίλειο, υπάρχει ένας σκληρός πυρήνας συνανθρώπων μας οι οποίοι, αν δεν αρνούνται, οπωσδήποτε διστάζουν να εμβολιαστούν. 

Κακά τα ψέματα, όμως, μέχρι στιγμής, καμία χώρα δεν έχει βρει τη χρυσή συνταγή που να μπορεί να κάμψει αυτό τον πυρήνα των αρνητών ή διστακτικών ο οποίος, με βάση τα νεότερα δεδομένα από τις αλλεπάλληλες μεταλλάξεις του φονικού ιού, εμποδίζει την προοπτική να αποφύγουμε μια νέα έξαρση της πανδημίας. Όσο και αν από πολλές πλευρές εκπέμπεται το μήνυμα ότι η αύξηση του ποσοστιαίου επιπέδου των εμβολιασμών είναι η μόνη λύση για να μην ξαναζήσουμε τους περιορισμούς των lockdown, η αλήθεια είναι ότι οι εμβολιαστικές καμπάνιες που έχουν εκδηλωθεί δεν βρίσκουν ανταπόκριση σε ένα διόλου ευκαταφρόνητο μέρος παγκόσμιου κοινού. 

Ο ιός καραδοκεί και ουδείς μπορεί να προδικάσει τι θα συμβεί όταν στο πυκνοκατοικημένο βόρειο ημισφαίριο του πλανήτη το καλοκαίρι θα δώσει αναπόδραστα και πάλι τη σκυτάλη στο φθινόπωρο και στον χειμώνα. Με δεδομένη και τη χαλαρότητα που αναμφίβολα δημιουργείται από μέτρα όπως η απελευθέρωση του ωραρίου και η άρση της  υποχρεωτικότητας της μάσκας σε ανοιχτούς χώρους, δεν χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός στη λοιμωξιολογία για να αντιληφθεί τους πιθανούς κινδύνους που μας περιμένουν αν το ποσοστό της εμβολιαστικής κάλυψης δεν προσεγγίσει το 80 με 90% του συνόλου των πληθυσμού.

Προς το παρόν, όχι μόνον εμείς στην Ελλάδα, αλλά και χώρες οι οποίες άρχισαν πριν από μας τους μαζικούς εμβολιασμούς δείχνουν να προσκρούουν στο τείχος που έχουν ορθώσει οι ουκ ολίγοι αμετάπειστοι στις εκκλήσεις των επιστημόνων και των κάθε λογής θιασωτών της κοινής λογικής ότι η αύξηση των εμβολιασμών μειώνει τόσο τη λοίμωξη όσο τη βαριά νόσηση από τον ιό, τις διασωληνώσεις καθώς επίσης και τους θανάτους.

Επειδή, όμως, για πολλούς και διάφορους λόγους, που έχουν να κάνουν και με την… υπερπληροφόρηση της εποχής στην οποία ζούμε, δεν πρόκειται να εκλείψουν τα… πνεύματα αντιλογίας, οι ανά την υφήλιο πολυποίκιλες αρχές που είναι επιφορτισμένες με τον αγώνα για την ανάσχεση τη πανδημίας πρέπει να εξαντλήσουν όλα τα αποθέματα φαντασίας που διαθέτουν για να κάνουν αποδοτικές τις επικοινωνιακές καμπάνιες για τη μεγαλύτερη δυνατή συμμετοχή στα εμβολιαστικά προγράμματα. 

Ζητείται φαντασία, λοιπόν!
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

Ρoή Ειδήσεων

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα