Αρχαία Ελληνικά: γνώση ή βάσανο;
Πριν καταλήξουμε ότι ένα παιδί δεν μπορεί να μάθει Αρχαία Ελληνικά, χρειάζεται να εξετάσουμε πώς του δώσαμε την ευκαιρία να τα γνωρίσει
Αν ξεκινά απομνημονεύοντας γραμματικούς τύπους, χωρίς να καταλαβαίνει ακόμη μια απλή φράση, είναι εύλογο να δυσκολευτεί και να αποθαρρυνθεί. Όταν, όμως, η εκμάθηση μιας γλώσσας περιγράφεται ως ταλαιπωρία από την οποία οφείλουμε να απαλλάξουμε τους μαθητές, η συζήτηση κινδυνεύει να θεωρήσει δεδομένη την αποτυχία της διδασκαλίας και οριστική την αδυναμία των παιδιών.
«Πάντες ἄνθρωποι τοῦ εἰδέναι ὀρέγονται φύσει», γράφει ο Αριστοτέλης, επιβεβαιώνοντας ότι από τη φύση τους οι άνθρωποι θέλουν να μαθαίνουν. Η φυσική επιθυμία για γνώση είναι ευδιάκριτη στην παιδική ηλικία, στις αδιάκοπες ερωτήσεις, στην παρατήρηση, στην ευχαρίστηση της ανακάλυψης. Χρέος της διδασκαλίας είναι να καλλιεργεί αυτή την επιθυμία και να οργανώνει την προσπάθεια που απαιτεί η μάθηση, ώστε ο μαθητής να αντιλαμβάνεται τον σκοπό της.
Η ενεργός χρήση της αρχαίας μορφής της γλώσσας μας στο πλαίσιο του μαθήματος προσφέρει μια τέτοια δυνατότητα. Το παιδί ακούει μια κατανοητή φράση, τη συνδέει με μια εικόνα ή μια πράξη, απαντά σε ερωτήσεις και προχωρεί σταδιακά στην ανάγνωση σύντομων κειμένων. Η γραμματική εξηγεί πλέον εκφράσεις που έχει ήδη κατανοήσει, ενώ η επανάληψη συνδέεται με το νόημα και τη χρήση τους.
Οι πρακτικές αυτές έχουν μακρά παρουσία στην ευρωπαϊκή εκπαίδευση, ιδιαιτέρως στη διδασκαλία των Λατινικών, αλλά και των Ελληνικών, όπου οι διάλογοι, η προφορική άσκηση και η γραπτή έκφραση συνόδευαν τη μελέτη της γραμματικής. Η ιστορία της διδασκαλίας των κλασικών γλωσσών προσφέρει επομένως περισσότερες επιλογές από όσες συνήθως αναγνωρίζουμε. Η αξιοποίησή τους απαιτεί προσεκτική προσαρμογή, κατάλληλα εγχειρίδια και επιμόρφωση των εκπαιδευτικών.
Η μετάφραση παραμένει απαραίτητη για την ευρύτερη γνωριμία με την αρχαία γραμματεία. Η κατανόηση, ωστόσο, έστω μιας σύντομης φράσης από το πρωτότυπο προσφέρει στον μαθητή τη βεβαιότητα ότι μπορεί να πλησιάσει το κείμενο με τις δικές του γνώσεις. Αυτή η πρώτη κατάκτηση ενισχύει την αυτοπεποίθησή του και δικαιολογεί την περαιτέρω προσπάθεια.
Στη συζήτηση για το μέλλον του μαθήματος προτείνεται η συγκέντρωση της γλωσσικής διδασκαλίας σε κλασικά γυμνάσια και λύκεια, για όσους μαθητές την επιλέγουν. Η δημιουργία τέτοιων σχολείων θα μπορούσε να ενισχύσει την κλασική παιδεία, προϋποθέτει όμως συγκεκριμένη οργάνωση, στελέχωση, χρηματοδότηση και γεωγραφική κατανομή που να επιτρέπει πραγματική δυνατότητα φοίτησης.
Σήμερα δεν υπάρχει ένα οργανωμένο δίκτυο κλασικών σχολείων που θα μπορούσε να αναλάβει αυτή την αποστολή. Κλασικά λύκεια λειτούργησαν στην Ελλάδα και καταργήθηκαν ως ιδιαίτερος τύπος σχολείου με τη μεταρρύθμιση που καθιέρωσε το Ενιαίο Λύκειο στα τέλη της δεκαετίας του 1990.
Η κατάργηση ενός εκπαιδευτικού θεσμού συντελείται πολύ ταχύτερα από τη συγκρότησή του. Η χώρα μας γνωρίζει καλά αυτή την ασυμμετρία. Ο περιορισμός της διδασκαλίας στο υπάρχον σχολείο, με την προσδοκία μιας μελλοντικής δομής, θα άφηνε ακάλυπτες γενιές μαθητών. Η φοίτησή τους έχει συγκεκριμένη διάρκεια, την οποία καμία μεταγενέστερη μεταρρύθμιση δεν μπορεί να αναπληρώσει.
Λίγες ημέρες πριν από την 28η Οκτωβρίου, τα πρωτοσέλιδα του 1940 προσφέρουν μια εύγλωττη υπόμνηση της θέσης που κατείχε η αρχαία γραμματεία στη νεότερη ιστορία των Ελλήνων. Η «Βραδυνή» έγραφε «Ἴτε, παῖδες Ἑλλήνων» και το «Έθνος» «῾Υπὲρ βωμῶν καὶ ἑστιῶν». Μπροστά στην ιταλική εισβολή, ο Τύπος αναζητούσε στο ένδοξο παρελθόν λέξεις ικανές να εκφράσουν το αβέβαιο παρόν.
Το κάλεσμα από τους «Πέρσες» του Αισχύλου, μέσα στην αφήγηση της ναυμαχίας της Σαλαμίνας, επανερχόταν περισσότερους από είκοσι τρεις αιώνες αργότερα ως τίτλος εφημερίδας για να δώσει θάρρος στους Έλληνες. Η χρήση του προϋπέθετε μια παράδοση ανάγνωσης, διδασκαλίας και αναγνώρισης του αρχαίου λόγου, χάρη στην οποία οι λέξεις μπορούσαν να συγκινήσουν και να εκφράσουν μια νέα ιστορική δοκιμασία.
Αναρωτιέμαι εάν το σημερινό παιδί μπορεί να ακολουθήσει αυτή τη διαδρομή. Να καταλάβει τη φράση, να αναγνωρίσει τη θέση της στην τραγωδία και να εξετάσει την επανεμφάνισή της το 1940. Η γλωσσική κατανόηση να γίνει προϋπόθεση ιστορικής ερμηνείας, ενώ η ιστορία να εξηγήσει τη σημασία της συγκεκριμένης επιλογής. Τότε ο μαθητής θα έχει έναν σαφή λόγο να προσέξει τις λέξεις και να μελετήσει τη μορφή τους, καθώς το ενδιαφέρον του θα υπερβαίνει τις απαιτήσεις του βαθμού ακόμη ενός σχολικού μαθήματος και θα αφορά πλέον την ιστορία και τη γλώσσα που κληρονόμησε, τη σχέση του με τους ανθρώπους που τις διατήρησαν και τη δική του θέση στη συνέχειά τους.
Η δυνατότητα αυτή δικαιολογεί την αναζήτηση αποτελεσματικότερων τρόπων διδασκαλίας. Στην Ελληνική Αγωγή παρατηρούμε πόσο ενθαρρύνονται τα παιδιά όταν κατανοούν μια φράση και χρησιμοποιούν όσα έμαθαν. Η συστηματική εξέταση τέτοιων πρακτικών μπορεί να συμβάλει σε ένα μάθημα με σαφείς απαιτήσεις, διαδοχικά βήματα και αναγνωρίσιμη πρόοδο.
«Πάντες ἄνθρωποι τοῦ εἰδέναι ὀρέγονται φύσει», γράφει ο Αριστοτέλης, επιβεβαιώνοντας ότι από τη φύση τους οι άνθρωποι θέλουν να μαθαίνουν. Η φυσική επιθυμία για γνώση είναι ευδιάκριτη στην παιδική ηλικία, στις αδιάκοπες ερωτήσεις, στην παρατήρηση, στην ευχαρίστηση της ανακάλυψης. Χρέος της διδασκαλίας είναι να καλλιεργεί αυτή την επιθυμία και να οργανώνει την προσπάθεια που απαιτεί η μάθηση, ώστε ο μαθητής να αντιλαμβάνεται τον σκοπό της.
Η ενεργός χρήση της αρχαίας μορφής της γλώσσας μας στο πλαίσιο του μαθήματος προσφέρει μια τέτοια δυνατότητα. Το παιδί ακούει μια κατανοητή φράση, τη συνδέει με μια εικόνα ή μια πράξη, απαντά σε ερωτήσεις και προχωρεί σταδιακά στην ανάγνωση σύντομων κειμένων. Η γραμματική εξηγεί πλέον εκφράσεις που έχει ήδη κατανοήσει, ενώ η επανάληψη συνδέεται με το νόημα και τη χρήση τους.
Οι πρακτικές αυτές έχουν μακρά παρουσία στην ευρωπαϊκή εκπαίδευση, ιδιαιτέρως στη διδασκαλία των Λατινικών, αλλά και των Ελληνικών, όπου οι διάλογοι, η προφορική άσκηση και η γραπτή έκφραση συνόδευαν τη μελέτη της γραμματικής. Η ιστορία της διδασκαλίας των κλασικών γλωσσών προσφέρει επομένως περισσότερες επιλογές από όσες συνήθως αναγνωρίζουμε. Η αξιοποίησή τους απαιτεί προσεκτική προσαρμογή, κατάλληλα εγχειρίδια και επιμόρφωση των εκπαιδευτικών.
Η μετάφραση παραμένει απαραίτητη για την ευρύτερη γνωριμία με την αρχαία γραμματεία. Η κατανόηση, ωστόσο, έστω μιας σύντομης φράσης από το πρωτότυπο προσφέρει στον μαθητή τη βεβαιότητα ότι μπορεί να πλησιάσει το κείμενο με τις δικές του γνώσεις. Αυτή η πρώτη κατάκτηση ενισχύει την αυτοπεποίθησή του και δικαιολογεί την περαιτέρω προσπάθεια.
Στη συζήτηση για το μέλλον του μαθήματος προτείνεται η συγκέντρωση της γλωσσικής διδασκαλίας σε κλασικά γυμνάσια και λύκεια, για όσους μαθητές την επιλέγουν. Η δημιουργία τέτοιων σχολείων θα μπορούσε να ενισχύσει την κλασική παιδεία, προϋποθέτει όμως συγκεκριμένη οργάνωση, στελέχωση, χρηματοδότηση και γεωγραφική κατανομή που να επιτρέπει πραγματική δυνατότητα φοίτησης.
Σήμερα δεν υπάρχει ένα οργανωμένο δίκτυο κλασικών σχολείων που θα μπορούσε να αναλάβει αυτή την αποστολή. Κλασικά λύκεια λειτούργησαν στην Ελλάδα και καταργήθηκαν ως ιδιαίτερος τύπος σχολείου με τη μεταρρύθμιση που καθιέρωσε το Ενιαίο Λύκειο στα τέλη της δεκαετίας του 1990.
Η κατάργηση ενός εκπαιδευτικού θεσμού συντελείται πολύ ταχύτερα από τη συγκρότησή του. Η χώρα μας γνωρίζει καλά αυτή την ασυμμετρία. Ο περιορισμός της διδασκαλίας στο υπάρχον σχολείο, με την προσδοκία μιας μελλοντικής δομής, θα άφηνε ακάλυπτες γενιές μαθητών. Η φοίτησή τους έχει συγκεκριμένη διάρκεια, την οποία καμία μεταγενέστερη μεταρρύθμιση δεν μπορεί να αναπληρώσει.
Λίγες ημέρες πριν από την 28η Οκτωβρίου, τα πρωτοσέλιδα του 1940 προσφέρουν μια εύγλωττη υπόμνηση της θέσης που κατείχε η αρχαία γραμματεία στη νεότερη ιστορία των Ελλήνων. Η «Βραδυνή» έγραφε «Ἴτε, παῖδες Ἑλλήνων» και το «Έθνος» «῾Υπὲρ βωμῶν καὶ ἑστιῶν». Μπροστά στην ιταλική εισβολή, ο Τύπος αναζητούσε στο ένδοξο παρελθόν λέξεις ικανές να εκφράσουν το αβέβαιο παρόν.
Το κάλεσμα από τους «Πέρσες» του Αισχύλου, μέσα στην αφήγηση της ναυμαχίας της Σαλαμίνας, επανερχόταν περισσότερους από είκοσι τρεις αιώνες αργότερα ως τίτλος εφημερίδας για να δώσει θάρρος στους Έλληνες. Η χρήση του προϋπέθετε μια παράδοση ανάγνωσης, διδασκαλίας και αναγνώρισης του αρχαίου λόγου, χάρη στην οποία οι λέξεις μπορούσαν να συγκινήσουν και να εκφράσουν μια νέα ιστορική δοκιμασία.
Αναρωτιέμαι εάν το σημερινό παιδί μπορεί να ακολουθήσει αυτή τη διαδρομή. Να καταλάβει τη φράση, να αναγνωρίσει τη θέση της στην τραγωδία και να εξετάσει την επανεμφάνισή της το 1940. Η γλωσσική κατανόηση να γίνει προϋπόθεση ιστορικής ερμηνείας, ενώ η ιστορία να εξηγήσει τη σημασία της συγκεκριμένης επιλογής. Τότε ο μαθητής θα έχει έναν σαφή λόγο να προσέξει τις λέξεις και να μελετήσει τη μορφή τους, καθώς το ενδιαφέρον του θα υπερβαίνει τις απαιτήσεις του βαθμού ακόμη ενός σχολικού μαθήματος και θα αφορά πλέον την ιστορία και τη γλώσσα που κληρονόμησε, τη σχέση του με τους ανθρώπους που τις διατήρησαν και τη δική του θέση στη συνέχειά τους.
Η δυνατότητα αυτή δικαιολογεί την αναζήτηση αποτελεσματικότερων τρόπων διδασκαλίας. Στην Ελληνική Αγωγή παρατηρούμε πόσο ενθαρρύνονται τα παιδιά όταν κατανοούν μια φράση και χρησιμοποιούν όσα έμαθαν. Η συστηματική εξέταση τέτοιων πρακτικών μπορεί να συμβάλει σε ένα μάθημα με σαφείς απαιτήσεις, διαδοχικά βήματα και αναγνωρίσιμη πρόοδο.
Ως κληρονόμοι μιας τόσο σπουδαίας γλωσσικής και πνευματικής παράδοσης με περισσότερα από τρεις χιλιάδες χρόνια γραπτής ιστορίας, αναλαμβάνουμε και την ευθύνη της μετάδοσής της. Η ευθύνη αυτή κρίνεται στις εκπαιδευτικές αποφάσεις που εξασφαλίζουν στους νεότερους τη δυνατότητα να γνωρίζουν και να μελετούν τα κείμενά της.
Αν η εκμάθηση των Αρχαίων Ελληνικών απομακρυνθεί από το κοινό σχολείο χωρίς εξασφαλισμένη εναλλακτική, η γνώση της θα εξαρτάται περισσότερο από το εισόδημα, τον τόπο κατοικίας και τις επιλογές της οικογένειας. Ο περιορισμός που παρουσιάζεται ως πρόσκαιρη ανακούφιση των μαθητών μπορεί έτσι να καταλήξει σε μορφωτικό αποκλεισμό. Μια παιδεία που αναγνωρίζει τη δυσκολία ως επαρκή λόγο στέρησης της γνώσης, παραιτείται από την ευθύνη να τη διδάξει και μετατρέπει την κληρονομιά όλων σε προνόμιο ολίγων.
Αν η εκμάθηση των Αρχαίων Ελληνικών απομακρυνθεί από το κοινό σχολείο χωρίς εξασφαλισμένη εναλλακτική, η γνώση της θα εξαρτάται περισσότερο από το εισόδημα, τον τόπο κατοικίας και τις επιλογές της οικογένειας. Ο περιορισμός που παρουσιάζεται ως πρόσκαιρη ανακούφιση των μαθητών μπορεί έτσι να καταλήξει σε μορφωτικό αποκλεισμό. Μια παιδεία που αναγνωρίζει τη δυσκολία ως επαρκή λόγο στέρησης της γνώσης, παραιτείται από την ευθύνη να τη διδάξει και μετατρέπει την κληρονομιά όλων σε προνόμιο ολίγων.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ειδήσεις
Δημοφιλή
Σχολιασμένα