Η εκλογική συντριβή στη
Σαξονία-Άνχαλτ δεν ήταν απλώς μια ακόμη ήττα για τον
Φρίντριχ Μερτς. Με την
Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) να καταγράφει νέο ιστορικό υψηλό και τη Χριστιανοδημοκρατική Ένωση (CDU) να χάνει περισσότερο από το μισό της δύναμής της, η γερμανική κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με τη σοβαρότερη πολιτική κρίση από την ανάληψη της καγκελαρίας από τον Μερτς.
Και το πρόβλημα για τον καγκελάριο, σύμφωνα με ανάλυση του Politico, είναι ότι το AfD δεν δείχνει διατεθειμένο να αφήσει την ευκαιρία να χαθεί. Αντίθετα, επιχειρεί ήδη να αξιοποιήσει το αποτέλεσμα για να διευρύνει το ρήγμα στο συντηρητικό στρατόπεδο και να αμφισβητήσει ευθέως την πολιτική κυριαρχία του Μερτς.
Ο ίδιος ο καγκελάριος αναγνώρισε τη βαρύτητα του αποτελέσματος, χαρακτηρίζοντάς το μία από τις
χειρότερες εκλογικές ήττες της CDU εδώ και χρόνια ή ακόμη και δεκαετίες. Την ίδια στιγμή, όμως, δεν παρουσίασε κάποια σαφή πολιτική στρατηγική για την αντιστροφή της κατάστασης, πέρα από την παραδοχή ότι ο ίδιος πρέπει να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει τους ψηφοφόρους.
«Είμαστε όλοι βαθιά σοκαρισμένοι», δήλωσε ο Μερτς, προσθέτοντας ότι «φυσικά θα πρέπει να υπάρξουν συνέπειες». Το τι ακριβώς θα σημαίνουν αυτές οι συνέπειες παραμένει το μεγάλο ερώτημα.
Το AfD βλέπει ευκαιρία για το «τελειωτικό χτύπημα»
Το AfD επιχειρεί να μετατρέψει τη νίκη της στη Σαξονία-Άνχαλτ σε πολύ μεγαλύτερο πλήγμα για τον Μερτς. Το κόμμα της
Αλίς Βάιντελ απευθύνει ήδη ανοιχτό κάλεσμα σε συντηρητικούς βουλευτές του κρατιδίου να εγκαταλείψουν τη CDU και να ενταχθούν στις τάξεις του.
Στόχος δεν είναι μόνο να εξασφαλίσει τις τρεις επιπλέον έδρες που χρειάζεται για να μπορέσει να κυβερνήσει μόνη της, αλλά και να προκαλέσει ρήγμα στους συντηρητικούς, αμφισβητώντας παράλληλα την ηγεσία του Μερτς.
Η Βάιντελ υποστήριξε ότι ο συντηρητικός χώρος δεν μπορεί πλέον να κερδίσει ομοσπονδιακές εκλογές και δήλωσε ότι στόχος της AfD είναι να διευρύνει ακόμη περισσότερο το χάσμα με τη CDU μέσα στο συντομότερο δυνατό διάστημα.
Το αποτέλεσμα είναι ιδιαίτερα δυσάρεστο για τον Μερτς και σε προσωπικό επίπεδο. Μόλις 9% των ψηφοφόρων στη Σαξονία-Άνχαλτ δήλωσαν ικανοποιημένοι από την απόδοσή του ως καγκελάριου, σύμφωνα με δημοσκόπηση εξόδου για τη γερμανική δημόσια τηλεόραση.
Ο ίδιος παραδέχθηκε ότι η προσωπική του εικόνα αποτέλεσε σημαντικό ζήτημα στην προεκλογική εκστρατεία. «Πρέπει να προσπαθήσουμε — και εγώ ο ίδιος — να συνδεθούμε βαθύτερα με τους ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένου ολόκληρου του φάσματος των συναισθημάτων τους», ανέφερε.
Στο τραπέζι ακόμη και «αλλαγή καγκελαρίου»
Η χαμηλή δημοτικότητα του Μερτς και η δυναμική της AfD έχουν ήδη τροφοδοτήσει συζητήσεις στους κόλπους των συντηρητικών για το ενδεχόμενο ενός
Kanzlertausch, δηλαδή μιας «ανταλλαγής καγκελαρίου», προκειμένου η CDU να ανακτήσει πολιτικό έδαφος.
Προς το παρόν, ο Μερτς απορρίπτει ένα τέτοιο ενδεχόμενο και επιμένει ότι θα παραμείνει στην καγκελαρία και θα συνεχίσει την οικονομική μεταρρύθμιση που θεωρεί απαραίτητη για την ανάκαμψη της Γερμανίας. Ωστόσο, η πίεση αναμένεται να ενταθεί τις επόμενες εβδομάδες. Στις 20 Σεπτεμβρίου διεξάγονται εκλογές σε δύο ακόμη κρατίδια, με τη CDU να αντιμετωπίζει σοβαρό κίνδυνο ήττας.
Στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, η AfD προηγείται ήδη των άλλων κομμάτων, ενώ στο Βερολίνο, όπου σήμερα κυβερνά η CDU, οι συντηρητικοί κινδυνεύουν να χάσουν την εξουσία από συμμαχία κομμάτων της Αριστεράς.
Με τέσσερις ακόμη περιφερειακές εκλογές να ακολουθούν το επόμενο έτος, το CDU βρίσκεται μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα: να συνεχίσει την αντιπαράθεση με την ανερχόμενη AfD υπό έναν εξαιρετικά αντιδημοφιλή καγκελάριο ή να επιχειρήσει μια βαθύτερη αλλαγή πορείας.
Η «απαγορευμένη» συνεργασία που γίνεται όπλο του AfD
Στην καρδιά του προβλήματος βρίσκεται το λεγόμενο «τείχος προστασίας» (firewall) που αποκλείει τη συνεργασία των παραδοσιακών κομμάτων με το AfD. Η CDU εξακολουθεί να αρνείται συνεργασία με το ακροδεξιό κόμμα. Όμως ακριβώς αυτή η επιλογή προσφέρει στο AfD ένα ισχυρό πολιτικό όπλο.
Στη Σαξονία-Άνχαλτ, το CDU, προκειμένου να αποκλείσει το AfD από την κυβέρνηση, θα πρέπει θεωρητικά να συνεργαστεί με όλα τα υπόλοιπα κόμματα που εκπροσωπούνται στο τοπικό κοινοβούλιο — συμπεριλαμβανομένων δυνάμεων της Αριστεράς.
Το AfD επιχειρεί να αξιοποιήσει αυτή την αντίφαση. Από τη μία πλευρά κατηγορεί τη CDU ότι αγνοεί τη βούληση των ψηφοφόρων που στρέφονται προς την Ακροδεξιά. Από την άλλη, παρουσιάζει τους συντηρητικούς ως «αριστερούς μεταμφιεσμένους» επειδή προτιμούν συνεργασίες με κόμματα της Αριστεράς αντί για την AfD.
Έτσι, το κόμμα μπορεί να πιέζει ταυτόχρονα από δύο κατευθύνσεις: να εμφανίζεται ως η αυθεντική έκφραση της συντηρητικής ψήφου και να ενισχύει τις εσωτερικές διαφωνίες στη CDU για το εάν το «τείχος» απέναντί της πρέπει να παραμείνει.
Μετανάστευση, ενέργεια και οικονομία στο στόχαστρο
Το AfD επιτίθεται στον Μερτς σε μια σειρά από μέτωπα, από τη μετανάστευση μέχρι την οικονομία και την ενεργειακή πολιτική. Κατηγορεί την κυβέρνηση για την κατάσταση της γερμανικής βιομηχανίας, συνδέοντας τα προβλήματα ανταγωνιστικότητας με τις ενεργειακές επιλογές του Βερολίνου. Παράλληλα, τάσσεται υπέρ της επιστροφής σε φθηνότερες ενεργειακές ροές από τη Ρωσία.
Η επίθεση βρίσκει έδαφος σε μια κοινωνία που εξακολουθεί να ανησυχεί για το κόστος ζωής, την οικονομική στασιμότητα και την ασφάλεια. Ο Μερτς, από την πλευρά του, αναγνωρίζει ότι δεν έχει καταφέρει να πείσει ένα σημαντικό κομμάτι των ψηφοφόρων.
«Πολλοί άνθρωποι δεν με ακολουθούν στον τρόπο με τον οποίο σκέφτομαι και αξιολογώ τα πράγματα», παραδέχθηκε. «Αυτό είναι δική μου ευθύνη και την αποδέχομαι. Θα προσπαθήσω να κάνω τα πράγματα διαφορετικά — να τα κάνω καλύτερα — τις επόμενες εβδομάδες και μήνες».
Το ερώτημα, πλέον, είναι εάν το CDU θα του δώσει τον χρόνο που χρειάζεται για να το επιχειρήσει.