Νέα δέσμη εγγράφων που αφορά τον διορισμό του
Πίτερ Μάντελσον στη θέση του πρέσβη της Βρετανίας στις Ηνωμένες Πολιτείες αναμένεται να δοθεί σήμερα στη δημοσιότητα, σε μια υπόθεση που εξακολουθεί να πιέζει πολιτικά την κυβέρνηση του
Κιρ Στάρμερ.
Σύμφωνα με κυβερνητικό εκπρόσωπο, η δημοσιοποίηση εντάσσεται σε μια διαδικασία «άνευ προηγουμένου κυβερνητικής διαφάνειας». Το υλικό θα περιλαμβάνει τρεις τόμους, συνολικής έκτασης άνω των 1.000 σελίδων. Περισσότερες από 160 σελίδες θα αφορούν γραπτά μηνύματα και συνομιλίες του λόρδου Μάντελσον μέσω WhatsApp.
Ο Μάντελσον αποπέμφθηκε από τη θέση του πρέσβη τον Σεπτέμβριο του 2025, μετά από νέες αποκαλύψεις για την έκταση των σχέσεών του με τον
Τζέφρι Έπσταϊν, τον εκλιπόντα καταδικασμένο σεξουαλικό παραβάτη. Η υπόθεση προκάλεσε πολιτική θύελλα στο Λονδίνο, καθώς ήρθαν στο φως ερωτήματα για το πώς εγκρίθηκε ο διορισμός του σε μία από τις πλέον ευαίσθητες διπλωματικές θέσεις της χώρας.
Τον Φεβρουάριο, οι βουλευτές ψήφισαν υπέρ της υποχρεωτικής δημοσιοποίησης όλων των εγγράφων που σχετίζονται με τον διορισμό του, μέσω της διαδικασίας του λεγόμενου «humble address» - ενός κοινοβουλευτικού μηχανισμού που μπορεί να αναγκάσει την κυβέρνηση να παραδώσει συγκεκριμένα έγγραφα.
Η πρώτη δέσμη εγγράφων, που δημοσιοποιήθηκε τον Μάρτιο, έδειξε ότι ο Κιρ Στάρμερ είχε ενημερωθεί πως η σχέση του Μάντελσον με τον Έπσταϊν συνιστούσε «γενικό κίνδυνο για τη φήμη» της κυβέρνησης. Παρά την προειδοποίηση, στις 20 Δεκεμβρίου 2024 ο Βρετανός πρωθυπουργός ανακοίνωσε τον διορισμό του Μάντελσον στην Ουάσιγκτον, δηλώνοντας ότι θα έφερνε στη θέση «ασυναγώνιστη εμπειρία».
Στη συνέχεια ξεκίνησε η διαδικασία ελέγχου ασφαλείας από ειδική υπηρεσία του Cabinet Office. Η υπηρεσία εισηγήθηκε να μη χορηγηθεί στον Μάντελσον η ανώτερη διαβάθμιση ασφαλείας, γνωστή ως Developed Vetting. Ωστόσο, αξιωματούχοι του Foreign Office ενέκριναν τελικά την πρόσβασή του και ο διορισμός προχώρησε.
Η υπόθεση έχει ήδη προκαλέσει σοβαρές πολιτικές συνέπειες. Στις 11 Σεπτεμβρίου 2025 ο Μάντελσον αποπέμφθηκε από τη θέση του. Την 1η Φεβρουαρίου 2026 παραιτήθηκε από το Εργατικό Κόμμα και αποχώρησε από τη Βουλή των Λόρδων. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 4 Φεβρουαρίου, οι βουλευτές ενέκριναν τη δημοσιοποίηση των εγγράφων.
Στις 8 Φεβρουαρίου, ο Μόργκαν ΜακΣουίνι παραιτήθηκε από τη θέση του προσωπάρχη του Στάρμερ, όταν αποκαλύφθηκε ότι είχε εισηγηθεί στον πρωθυπουργό τον διορισμό του Μάντελσον. Στις 23 Φεβρουαρίου, ο ίδιος ο Μάντελσον συνελήφθη ως ύποπτος για παράβαση καθήκοντος, αφέθηκε ελεύθερος και παραμένει υπό ποινική έρευνα. Ο πρώην πρέσβης έχει επανειλημμένα διαμηνύσει ότι δεν θεωρεί πως διέπραξε ποινικό αδίκημα, ότι δεν ενήργησε για προσωπικό όφελος και ότι συνεργάζεται με την αστυνομία.
Στις 11 Μαρτίου δημοσιοποιήθηκε η πρώτη παρτίδα των φακέλων, επιβεβαιώνοντας ότι ο Στάρμερ είχε προειδοποιηθεί για τον κίνδυνο που συνδεόταν με τον διορισμό. Στις 16 Απριλίου, η Ντάουνινγκ Στριτ επιβεβαίωσε ότι ο Μάντελσον είχε αποτύχει στη διαδικασία ελέγχου ασφαλείας, υποστηρίζοντας όμως ότι ο πρωθυπουργός δεν είχε ενημερωθεί. Ο πρώην επικεφαλής του Foreign Office, Όλι Ρόμπινς, αποπέμφθηκε.
Λίγες ημέρες αργότερα, στις 20 Απριλίου, ο Στάρμερ δήλωσε στη Βουλή ότι, αν γνώριζε πως ο Μάντελσον είχε αποτύχει στον έλεγχο ασφαλείας, δεν θα είχε προχωρήσει στον διορισμό. Στις 28 Απριλίου, ο ΜακΣουίνι παραδέχθηκε ότι έκανε «σοβαρό λάθος» εισηγούμενος τον Μάντελσον για τη θέση του πρέσβη στην Ουάσιγκτον.
Η πρώτη δέσμη εγγράφων είχε ήδη αποκαλύψει κρίσιμες λεπτομέρειες για το παρασκήνιο. Ο σύμβουλος εθνικής ασφαλείας του πρωθυπουργού, Τζόναθαν Πάουελ, φέρεται να χαρακτήρισε τον διορισμό «παράξενα βιαστικό» σε αναγνωριστική συνομιλία. Τα έγγραφα άφηναν επίσης να εννοηθεί ότι ο Μάντελσον είχε ζητήσει αποζημίωση ύψους 547.201 λιρών μετά την αποπομπή του, αν και ο ίδιος φέρεται να αμφισβητεί αυτή την εκδοχή και να επιμένει ότι είχε καταστήσει σαφές πως δεν σκόπευε να προσφύγει σε εργατικό δικαστήριο. Το βρετανικό υπουργείο Οικονομικών ενέκρινε τελικά πληρωμή 75.000 λιρών.
Το σημερινό δεύτερο πακέτο εγγράφων αναμένεται να φωτίσει περισσότερο το πολιτικό και διοικητικό παρασκήνιο της υπόθεσης. Το ερώτημα που παραμένει είναι ποιος γνώριζε τι, σε ποιο στάδιο της διαδικασίας και γιατί ένας διορισμός που είχε χαρακτηριστεί εξαρχής ευαίσθητος προχώρησε παρά τις προειδοποιήσεις.
Ο Στάρμερ είχε αρχικά επιμείνει ότι δεν θα δημοσιοποιούσε έγγραφα που θα μπορούσαν να βλάψουν την εθνική ασφάλεια ή τις διπλωματικές σχέσεις της Βρετανίας. Η γραμμή αυτή όμως υποχώρησε, όταν ανώτερα στελέχη των Εργατικών, μεταξύ των οποίων και η πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Άντζελα Ρέινερ, κάλεσαν τους υπουργούς να αλλάξουν στάση.
Τελικά, η κυβέρνηση συμφώνησε να εμπλέξει στη διαδικασία τη διακομματική Επιτροπή Πληροφοριών και Ασφαλείας. Τα ευαίσθητα έγγραφα παραπέμφθηκαν στην επιτροπή, η οποία αποφασίζει τι μπορεί να δοθεί στη δημοσιότητα και τι πρέπει να παραμείνει απόρρητο.
Για την κυβέρνηση Στάρμερ, η υπόθεση Μάντελσον δεν είναι πλέον μόνο ζήτημα ενός αποτυχημένου διορισμού. Είναι υπόθεση θεσμικής αξιοπιστίας, πολιτικής κρίσης και ελέγχου της ίδιας της διαδικασίας λήψης αποφάσεων στην καρδιά του βρετανικού κράτους.