Μία από τις πιο σοκαριστικές υποθέσεις στην ιστορία της ελληνικής εγκληματολογίας παραμένει εκείνη του Θεόφιλου Σεχίδη, ο οποίος καταδικάστηκε για τη δολοφονία πέντε μελών της οικογένειάς του στη Θάσο το 1996. Το πολύνεκρο έγκλημα προκάλεσε αποτροπιασμό σε ολόκληρη τη χώρα, ενώ ο ίδιος πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του στη φυλακή, όπου πέθανε το 2019 από παθολογικά αίτια.
Το καλοκαίρι του 1996, η μικρή κοινωνία της Θάσου βρέθηκε στο επίκεντρο της δημοσιότητας όταν αποκαλύφθηκε ότι ο τότε 24χρονος φοιτητής Νομικής είχε σκοτώσει τον θείο, τον πατέρα, τη μητέρα, την αδελφή και τη γιαγιά του. Η υπόθεση προκάλεσε ακόμη μεγαλύτερο σοκ όταν έγινε γνωστό ότι είχε τεμαχίσει τα θύματά του, ενώ είχε διατηρήσει τους εγκεφάλους τους στο ψυγείο του σπιτιού του. Τότε ήταν που πολλοί ξεκίνησαν να τον αποκαλούν και Έλληνα χάνιμπαλ. Όσοι τον συναντούσαν εκείνο το διάστημα δεν μπορούσαν να φανταστούν τι είχε συμβεί, καθώς κυκλοφορούσε χωρίς να δείχνει την παραμικρή ανησυχία. Η εξαφάνιση των μελών της οικογένειας και η ανησυχία συγγενών ήταν εκείνα που κινητοποίησαν τις Αρχές.
Ο Θεόφιλος Σεχίδης άφησε την τελευταία του πνοή τον Φεβρουάριο του 2019. Σύμφωνα με πληροφορίες της εποχής, ο θάνατός του οφειλόταν σε παθολογικά αίτια. Αναφερόταν μάλιστα ότι τα τελευταία χρόνια αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, είχε αυξήσει σημαντικά το βάρος του και δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί πλήρως.
Το χρονικό του πενταπλού φονικού
Η αποκάλυψη του εγκλήματος έγινε στις 8 Αυγούστου 1996, όταν οι Αρχές συνέλαβαν τον νεαρό φοιτητή ως βασικό ύποπτο για τη δολοφονία και τον τεμαχισμό πέντε συγγενικών του προσώπων. Ο ίδιος υποστήριξε ότι τα μέλη της οικογένειάς του συνωμοτούσαν εναντίον του και σχεδίαζαν να τον σκοτώσουν.
Οι φόνοι είχαν διαπραχθεί στις 19 και 20 Μαΐου του ίδιου έτους. Παρά τα όσα είχαν προηγηθεί, ο Σεχίδης συνέχισε να κινείται κανονικά στη Θάσο επί εβδομάδες, χωρίς να κινήσει υποψίες. Πρώτο θύμα ήταν ο θείος του, ενώ ακολούθησαν ο πατέρας, η μητέρα, η αδελφή και η γιαγιά του. Σύμφωνα με τη δικογραφία και τις καταθέσεις του ίδιου, αρκετά από τα θύματα αποκεφαλίστηκαν μετά τη δολοφονία τους.
Κλείσιμο
Στις 21 Μαΐου προχώρησε στον τεμαχισμό των πτωμάτων με αλυσοπρίονο. Τα ανθρώπινα μέλη τοποθετήθηκαν σε σακούλες απορριμμάτων και μεταφέρθηκαν στη χωματερή της Καβάλας σε διαδοχικά δρομολόγια. Παράλληλα, αφαίρεσε τους εγκεφάλους των θυμάτων του, τους οποίους κράτησε στο ψυγείο, υποστηρίζοντας ότι το έκανε «για μελέτη».
Η αποκάλυψη και η ομολογία
Η υπόθεση άρχισε να ξετυλίγεται όταν η σύζυγος του θείου του, που ζούσε στο Βέλγιο, δήλωσε στις Αρχές την εξαφάνιση των συγγενών της. Όπως είχε αναφέρει, κάθε φορά που τηλεφωνούσε στο σπίτι της οικογένειας απαντούσε μόνο ο Θεόφιλος Σεχίδης, δίνοντας διαφορετικές εξηγήσεις για την απουσία των υπολοίπων.
Αρχικά ο ίδιος προσποιήθηκε ότι αγνοούσε τα πάντα και συμμετείχε ακόμη και στις έρευνες για τον εντοπισμό των συγγενών του. Όταν όμως συνελήφθη στη Θεσσαλονίκη και ξεκίνησε η ανάκρισή του, ομολόγησε το πενταπλό φονικό. «Ήθελαν να με σκοτώσουν αλλά πρόλαβα να τους σκοτώσω εγώ. Ήταν άρρωστοι» είχε δηλώσει χαρακτηριστικά.
Στην απολογία του υποστήριξε ότι ενήργησε σε κατάσταση άμυνας και ότι αποτελούσε θύμα οικογενειακής συνωμοσίας. Περιέγραψε αναλυτικά τη δική του εκδοχή για τα γεγονότα, ισχυριζόμενος ότι οι συγγενείς του επιχείρησαν να τον βλάψουν και ότι εκείνος αντέδρασε για να προστατευθεί.
Στις 20 Ιουνίου 1997 το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Δράμας τον έκρινε ένοχο και του επέβαλε ποινή πέντε φορές ισόβιας κάθειρξης. Από τότε κρατήθηκε στο ψυχιατρείο των φυλακών Κορυδαλλού. Το 2016 υπέβαλε αίτηση αποφυλάκισης, η οποία απορρίφθηκε από το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο. Τρία χρόνια αργότερα, στις 11 Φεβρουαρίου 2019, πέθανε μέσα στη φυλακή.
Για 17η χρονιά το Stelios Philanthropic Foundation και ο ιδρυτής του, Sir Στέλιος Χατζηιωάννου, επιβραβεύουν νέους επιχειρηματίες με καινοτόμες και δυναμικές επιχειρήσεις.