Στις 16 Μαΐου 1651, ένα από τα πιο σκοτεινά περιστατικά στην ιστορία του
Οικουμενικού Πατριαρχείου εκτυλίχθηκε στην
Κωνσταντινούπολη, όταν οι γενίτσαροι συνέλαβαν και στραγγάλισαν τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Παρθένιο Β’, πετώντας στη συνέχεια τη σορό του στη θάλασσα.
Σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά αργότερα, ο
Σουλτάνος υποψιαζόταν ότι ο Πατριάρχης διατηρούσε
μυστικές επαφές με τους
Ρώσους και ότι υπήρχαν κινήσεις που θεωρούνταν επικίνδυνες για την
Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Ο Παρθένιος Β’ καταγόταν από τα
Ιωάννινα της
Ηπείρου. Αρχικά υπηρέτησε ως ιερομόναχος και στη συνέχεια έγινε
Μητροπολίτης Ιωαννίνων. Με τη στήριξη του πνευματικού του πατέρα, Παρθενίου Α’, ανέλαβε τη Μητρόπολη Αδριανουπόλεως την περίοδο 1639-1644.
Ζώντας κυρίως στην Κωνσταντινούπολη και συμμετέχοντας στην Ενδημούσα Σύνοδο, συνδέθηκε με τους υποστηρικτές του Λούκαρι και ιδιαίτερα με τον Θεόφιλο Κορυδαλέα. Στις 8 Σεπτεμβρίου 1644 εξελέγη Πατριάρχης με τη στήριξη των φιλολουκαρικών κύκλων.
Το 1645, έπειτα από παρότρυνση του Ολλανδού πρεσβευτή Κορνέλις Haga, αποφάσισε να διανείμει στην Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη αντίτυπα της μετάφρασης Κολλιπολίτη. Η απόφαση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από τη φιλοπαπική παράταξη, με επικεφαλής τον Μελέτιο Συρίγο.
Ο τελευταίος κατηγόρησε δημόσια τη μετάφραση για αιρετικές αποκλίσεις. Ο Παρθένιος τελικά δεν προχώρησε στη διανομή, ωστόσο εξόρισε τον Μελέτιο στην Κίο, κοντά στην Προύσα, και ξεκίνησε εκστρατεία εναντίον των φιλοπαπικών.
Η καθαίρεση, η επιστροφή και οι κατηγορίες για σχέσεις με τη Ρωσία
Τον Νοέμβριο του 1646 οι αντίπαλοί του πέτυχαν την καθαίρεση και την εξορία του στην Κύπρο. Κατά τη μεταφορά του, όμως, κατάφερε να δραπετεύσει και κατέφυγε στο Ιάσιο, υπό την προστασία του ηγεμόνα Ιωάννη Βασιλικού, όπου παρέμεινε για δύο χρόνια.
Στις 29 Οκτωβρίου 1648 επανήλθε στον πατριαρχικό θρόνο. Κατά τη δεύτερη πατριαρχία του επιχείρησε να αλλάξει πολιτική, προσπαθώντας αφενός να προσεγγίσει τους φιλοπαπικούς και αφετέρου να ενισχύσει οικονομικά το Πατριαρχείο.
Στράφηκε εναντίον των καλβινιστών και το 1649 ζήτησε εγγράφως τη βοήθεια του αυτοκράτορα Φερδινάνδου Γ’ στον αγώνα κατά τους, ενώ συνεργάστηκε και με τους πρεσβευτές του στην Κωνσταντινούπολη.
Ωστόσο, οι κινήσεις αυτές είχαν ως αποτέλεσμα να αποκτήσει εχθρούς και στις δύο αντίπαλες παρατάξεις. Την άνοιξη του 1651, οι Ιησουίτες, με τη στήριξη των ηγεμόνων της Βλαχίας και της Μολδαβίας, τον κατήγγειλαν στον Σουλτάνο ότι είχε επαφές με τους Ρώσους και επαναστατικές βλέψεις.
Στις 16 Μαΐου 1651, ομάδα γενιτσάρων συνέλαβε τον Πατριάρχη. Λίγο αργότερα, τον στραγγάλισαν και πέταξαν το σώμα του στη θάλασσα.
Χριστιανοί της περιοχής περισυνέλεξαν τη σορό του και τη μετέφεραν στη Μονή Καμαριώτισσας στη Χάλκη, όπου και τάφηκε.
Η δολοφονία του Παρθενίου Β’ καταγράφηκε ως μία από τις πιο δραματικές στιγμές στην ιστορία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, σε μια περίοδο έντονων θρησκευτικών και πολιτικών συγκρούσεων μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.