Daphne Lawrence: Όταν οι φίλοι μου διηγούνται πράγματα που τους συνέβησαν, εγώ αυτά θα τα κάνω τραγούδι
Γράφει τραγούδια για δική της ψυχοθεραπεία που γίνονται επιτυχίες ερμηνευμένα από την ίδια ή από άλλους - Το πρώτο της άλμπουμ «SOS» είναι ένα ευφυές μείγμα από όλες τις μουσικές που αγαπάει
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Συνέντευξη στη Μαριλού Πανταζή Φωτογράφος Λευτέρης Σιαράπης
Η Daphne Lawrence ζει και αναπνέει για να γράφει μουσική. Αυτή είναι η διασκέδασή της, η εκτόνωσή της, η ψυχοθεραπεία της. Παίζει πιάνο από τα 5 της, γράφει στίχους και μελωδίες από τα 7 της, τραγουδάει σχεδόν από τότε που θυμάται τον εαυτό της. Ο ορισμός του παιδιού-θαύμα, δηλαδή.
Εκείνη γελάει όταν της το λέω. Γενικά η Δάφνη γελάει πολύ. Ισως έτσι να ξορκίζει και τις δυσκολίες, τις αναποδιές, τα άσχημα πράγματα που μπορεί να συμβαίνουν σε όλους μας και ασφαλώς έχουν συμβεί και στην ίδια. Εχει άλλωστε βγει στη μουσική βιοπάλη από μικρή. Από τα 17 της, για να είμαστε ακριβείς, όταν συμμετείχε ως διαγωνιζόμενη στο «The Voice», πίσω στο 2015.
Εντεκα χρόνια αργότερα μπορεί να μετρήσει τις στιγμές που έπεσε και ξανασηκώθηκε, τους ανθρώπους που την απογοήτευσαν σε επαγγελματικό και προσωπικό επίπεδο, αλλά κι εκείνους που πίστεψαν στο ταλέντο της και συμπορεύτηκαν μαζί της.
Εχει προλάβει επίσης να κυκλοφορήσει μια ντουζίνα τραγούδια που έγιναν επιτυχίες, να γράψει κομμάτια για άλλους καλλιτέχνες, να συνεργαστεί, μεταξύ πολλών άλλων, με την Αννα Βίσση στο περίφημο «Αίμα», με την Ηβη Αδάμου και τον Stavento, με τον οποίο κι αυτό το καλοκαίρι θα κάνει live σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, και με την Ελένη Φουρέιρα.
Το τραγούδι που ερμηνεύουν μαζί, το «Μπαμ και Κάτω», έγινε ακαριαία hit και είναι και ένα από τα εννέα κομμάτια που επέλεξε η ίδια για να συνθέσουν το πρώτο της άλμπουμ «SOS». Αυτό ήταν και η αφορμή για να συναντηθούμε στα γραφεία της Minos EMI, του νέου δισκογραφικού σπιτιού της.
Κλείσιμο
GALA: Θυμάσαι πότε έδωσες την πρώτη σου συνέντευξη; DAPHNELAWRENCE: Νομίζω ότι ήταν το 2015 με αφορμή το «The Voice». Δεν θυμάμαι και πολλά από τότε, έχουν περάσει και έντεκα χρόνια κι εγώ ήμουν 17 ετών.
G.: Σε είχε βοηθήσει η συμμετοχή σου; D.L.: Καθόλου, γιατί δεν ήμουν έτοιμη. Δεν είχα σκεφτεί ποια θα ήταν τα επόμενα βήματα, δεν γνώριζα τίποτα και κανέναν από τον χώρο. Μου μιλούσαν άνθρωποι και δεν ήξερα ποιοι ήταν. Απλά πήγα με τη λογική τού ό,τι γίνει.
G.: Πόσα πράγματα έχουν αλλάξει από τότε; D.L.: Επειδή δεν έχω συνειδητοποιήσει τα χρόνια που πέρασαν μετά τον COVID, προσπαθώ ακόμα να καταλάβω πού βρίσκομαι και πού πατάω. Θέλω να κάνω μουσική όσο περισσότερο γίνεται για να περνάω καλά, γιατί αυτή είναι η διασκέδασή μου, και ταυτόχρονα προσπαθώ να αντιληφθώ τα προηγούμενα λάθη μου για να βγει καλά η πορεία μου. Αυτό που σίγουρα έχει αλλάξει τον τελευταίο χρόνο είναι ότι έμαθα να διαχειρίζομαι λίγο καλύτερα το άγχος μου και να μην τα βάφω μαύρα αν κάτι δεν πάει καλά. Δηλαδή, δεν πέτυχε αυτό; Δεν πειράζει, πάμε στο επόμενο. Παλιά τα υπερανέλυα τόσο πολύ που στο τέλος μπλοκάριζα. Τώρα λέω «εντάξει, δεν έγινε και κάτι».
G.: Εχεις αίσθηση του πόσα πράγματα έχεις καταφέρει ήδη σε τόσο νεαρή ηλικία; D.L.: Οχι και τόσο. Νομίζω ότι είμαι πάντα ο πιο αυστηρός κριτής του εαυτού μου. Δυστυχώς. Για παράδειγμα, όσο ενθουσιασμό κι αν δείχνω προς τα έξω για ένα κομμάτι που ετοιμαζόμαστε να βγάλουμε, πάντα μέσα μου αναρωτιέμαι «Το λέω καλά; Είναι για μένα; Πρέπει να βγει; Θα τα καταφέρω;». Εχω γράψει κομμάτια που δεν αναγνωρίζω από την αρχή αν είναι για εμένα ή για κάποια άλλη φωνή. Είναι και πολλά τα είδη με τα οποία ασχολούμαι. Γράφω ποπ, R’N’B, ροκ, λαϊκό, ελαφρολαϊκό, ό,τι μπορείς να φανταστείς και ό,τι μου βγαίνει.
G.: Εσύ πού θα τοποθετούσες τον εαυτό σου; D.L.: Αυτό είναι συνήθως το ερώτημα που μου κάνω. Εγώ ποπ είμαι, πιο πολύ προς τη βρετανική παρά προς την Τέιλορ Σουίφτ. Λίγο ροκ, λίγο R’N’B, λίγο Χατζηγιάννη και Παπαρίζου που άκουγα πολύ, αλλά μου αρέσει να μπλέκω και λίγο λαϊκό.
G.: Υπάρχουν τραγούδια σου που έδωσες σε άλλους και εκ των υστέρων σκέφτηκες ότι θα έπρεπε να τα έχεις πεις εσύ; D.L.: Κάποια στιγμή το ένιωσα, αλλά πλέον πιστεύω ότι όλα για κάποιον λόγο γίνονται. Αυτό που με ενδιαφέρει πια είναι να δίνω τα κομμάτια μου σε εκείνους που επιλέγω να τους τα δώσω. Τώρα, για παράδειγμα, τα τρία κομμάτια που γράψαμε για το άλμπουμ της Ελένης Φουρέιρα ήταν ειδικά για εκείνη. Σε μερικά τραγούδια η Ελένη είχε γράψει κάποια πράγματα και εμείς τα συνεχίσαμε.
G.: Διάβασα ότι ξεκίνησες να παίζεις πιάνο στα 5 σου. Ηταν επειδή το ζήτησες εσύ ή επειδή ήταν επιθυμία των γονιών σου; D.L.: Νομίζω πως το ζήτησα, αλλά δεν το θυμάμαι κιόλας. Αυτό που θυμάμαι είναι ότι μετά ήθελα να μάθω και κιθάρα και βιολί. Εκανα κάποια μαθήματα κιθάρας αλλά δεν πήγε πολύ καλά αυτό. (γέλια) Ξέρω να παίζω συγχορδίες, αλλά δεν θα μπορούσα να παίξω σόλο, γιατί δεν έχω ασχοληθεί. Πιστεύω ότι αν ασχοληθείς με κάτι, μπορείς να το κάνεις.
G.: Δηλαδή, θεωρείς ότι όλοι μπορούμε να κάνουμε τα πάντα αρκεί να ασχοληθούμε; D.L.: Οταν εξασκείσαι σε κάτι, δοκιμάζεις, ξαναδοκιμάζεις, διαβάζεις, μαθαίνεις, νομίζω ότι μπορείς να τα καταφέρεις. Δηλαδή κι εγώ δεν έγραφα στα 7 μου και στα 9 μου στίχους με τον ίδιο τρόπο.
G.: Από τότε έγραφες στίχους; D.L.: Το πρώτο μου τραγούδι το έγραψα όταν πήγαινα Ε’ Δημοτικού. Προσπαθούσα να βγάλω μελωδίες στο πιάνο και λίγο-λίγο προσπαθούσα να γράψω και στίχους. Παράλληλα τραγουδούσα αυτά που έγραφα. Κάπως έτσι έμαθα και τις νότες καλύτερα. Από τότε έλεγα ότι ήθελα να γίνω τραγουδίστρια. Το να γράφω στίχους προέκυψε και μάλλον είμαι καλή σε αυτό τελικά.
G.: Γράφεις όμως και μουσική. D.L.: Μελωδίες και συγχορδίες. Δεν θα κάνω όμως την παραγωγή, αυτή την αναλαμβάνουν ο Ripen Costas ή ο Chico Beatz ή ο Βασίλης Κουμεντάκος. Συνεργάζομαι με παραγωγούς και φτιάχνουμε το αποτέλεσμα.
G.: Την ομάδα σου πώς την έφτιαξες; D.L.: Εχω αλλάξει πολλές ομάδες η αλήθεια είναι και είχα και αρκετά θέματα δισκογραφικά. Κάποια στιγμή γνώρισα τον Κώστα τον Ripen, που είναι πλέον και ο σύντροφός μου, και κάπως δέσαμε μουσικά γιατί μου αρέσουν πάρα πολύ οι μελωδίες του. Οταν ξεκίνησα να πηγαίνω στο στούντιο με τον Κώστα, γνώρισα τον g.kal (σ.σ.: Γιώργος Καλογεράκος) και γράψαμε μαζί το «Αμαρτίες», το «Λίγο Λίγο» (σ.σ.: αμφότερα σε ερμηνεία της Αναστασίας) και κάποια άλλα τραγούδια. Αργότερα γνώρισα και τον Chico Beatz και σιγά-σιγά δέσαμε ως ομάδα. Στο «SOS», το άλμπουμ που έβγαλα τώρα, συμμετείχαμε εγώ, ο Ripen, ο Chico, ο Don Beatz σε ένα τραγούδι και ο Κωνσταντίνος Θεοφιλάτος, που είναι ένας φίλος μου με τον οποίο δουλεύαμε μαζί στο «Burger’s Hood» και μια μέρα που δεν είχαμε δουλειά καθίσαμε και γράψαμε το «Φεγγάρι».
G.: Πώς είναι να συνεργάζεσαι με τον σύντροφό σου; D.L.: Εύκολο είναι. Εκεί που για ένα τραγούδι ο ένας θα πει ότι δεν το πιστεύει, δεν το νιώθει, ο άλλος θα πει «έλα, πάμε, μπορούμε, θα γίνει». Ο ένας ανεβάζει τον άλλον. Θυμάμαι, για παράδειγμα, την εποχή που έγραψα το «Κόλλημα». Δεν ήμουν πολύ καλά, περνούσα δύσκολα, δεν είχα καμία διάθεση να γράψω, το ανέβαλα για την επόμενη μέρα. Ο Κώστας, όμως, προσπαθούσε να με ξεσηκώσει. «Ελα», μου έλεγε, «τώρα είναι η στιγμή που πρέπει να το γράψεις». Μου έπαιξε, λοιπόν, μια μελωδία που αμέσως μου έκανε κάτι. Και ως διά μαγείας η κακή μου διάθεση εξαφανίστηκε και έγραψα το «Κόλλημα».
G.: Ολα αυτά τα χρόνια έχεις βγάλει αρκετά singles, και μόνη σου και σε συνεργασία. Γιατί άργησες τόσο πολύ να βγάλεις άλμπουμ; D.L.: Γιατί είχα το πρόβλημα της κατεύθυνσης. Μου αρέσει και το ποπ, μου αρέσει και το ροκ, μου αρέσει και το λαϊκό. Δεν ήξερα προς τα πού να πάω. Κάποια στιγμή όμως αποφάσισα ότι αυτό δεν είναι εμπόδιο, αλλά το αντίθετο, ότι δηλαδή αυτό με βοηθάει να ελίσσομαι στα είδη. Αυτό το συνειδητοποίησα το περασμένο καλοκαίρι, τότε που είχαμε ξεκινήσει να ετοιμάζουμε αυτό το άλμπουμ. Είχαμε πολλά διαφορετικά τραγούδια αλλά λέγαμε ότι δεν είχαν ταυτότητα. Και τότε κατάλαβα ότι τελικά αυτή είναι η ταυτότητά μου: είμαι το urban παιδί που κάνει λίγο απ’ όλα.
G.: Υπάρχει κάποιο είδος μουσικής που δεν θα δοκίμαζες, που νιώθεις δηλαδή ότι δεν σου πάει; D.L.: Σίγουρα δεν μου πάνε κάποια πράγματα, αλλά πεισμώνω και προσπαθώ να τα κάνουν να μου πάνε. Αυτή την εποχή όμως έχω αποφασίσει να κάνω μόνο τα πράγματα που μου αρέσουν. Μόλις έβγαλα και ένα καινούριο τραγούδι, το «Γύρνα», που είναι κάτι διαφορετικό, δεν περιλαμβάνεται στο άλμπουμ και είναι διαθέσιμο στο Spotify.
G.: Πριν καλά-καλά προωθήσεις το άλμπουμ, βγάζεις καινούριο τραγούδι; Πώς το κάνεις αυτό; D.L.: Δεν ξέρω, αυτό είναι ένα αρνητικό που έχω. (γελάει) Τα πάω λίγο χάλια με την προώθηση. Είναι πολλές φορές που λέω «μα γιατί δεν πήγε αυτό που μου άρεσε; Το προώθησα καλά; Μάλλον όχι». Το «Γύρνα» λοιπόν, το έγραψα πριν από λίγες μέρες και είπα στα παιδιά «αυτό πρέπει να βγει τώρα». Στην αρχή δεν πίστευε κανένας στο τραγούδι. Τους το είχα παίξει στο πιάνο και ακουγόταν σαν μπαλάντα. Μου έλεγαν ότι είναι ωραίο, αλλά όχι για να το βγάλω το καλοκαίρι. Εγώ όμως το ένιωθα ότι είναι ιδιαίτερο και επέμενα. Οταν τελικά του βάλαμε τις ενορχηστρώσεις και πήρε την τελική μορφή του, όλοι είδαν αυτό που έβλεπα από την αρχή.
G.: Ποια είναι τα πράγματα που σε εμπνέουν για να γράψεις ένα τραγούδι; D.L.: Νομίζω ότι πλέον παίρνω έμπνευση από ιστορίες φίλων, γιατί μου είναι πολύ πιο εύκολο να καταλάβω τα δικά τους συναισθήματα απ’ ό,τι τα δικά μου, όσο περίεργο κι αν ακούγεται αυτό. Μου είναι δύσκολο να καταλάβω το ευάλωτο σημείο μου. Οταν λοιπόν μου διηγούνται πράγματα που τους συνέβησαν, εγώ αυτά θα τα κάνω τραγούδι.
G.: Για το «Γύρνα», ας πούμε, τι σε ενέπνευσε; D.L.: Δεν είχα κάποια έμπνευση. Θυμάμαι ότι καθόμουν στο σαλόνι και ετοίμαζα ένα πρόγραμμα με τα κομμάτια που θα τραγουδούσα σε ένα live και ξαφνικά αποφάσισα ότι έπρεπε να γράψω ένα τραγούδι για το καλοκαίρι - και απλά κάθισα στο πιάνο και το έγραψα. Αυτή είναι η μαγεία του κομματιού που σου βγαίνει τελικά: δεν καταλαβαίνεις πώς. Απλά βγαίνουν οι στίχοι, βγαίνουν οι μελωδίες.
G.: Είσαι αρκετά χρόνια στον χώρο, έχεις δοκιμάσει και ξαναδοκιμάσει πράγματα. Αισθάνεσαι ότι είσαι σε καλό δρόμο; D.L.: Ναι. Δεν νιώθω πια την αρνητική ενέργεια του παρελθόντος και μπορώ να κάνω επιτέλους μουσική, γιατί για ένα διάστημα δεν μπορούσα, συνέβαιναν διάφορα επαγγελματικά και προσωπικά, για τα οποία δεν θέλω να μιλήσω, και είχα μπλοκάρει. Μέχρι που αποφάσισα να απομακρύνω από δίπλα μου ανθρώπους που ένιωθα ότι δεν μου έκαναν καλό, ούτε επαγγελματικά ούτε προσωπικά. Τότε ήταν που μου ξαναήρθε η έμπνευση.
G.: Το να γράφεις τραγούδια είναι για σένα εκτόνωση; D.L.: Είναι ψυχοθεραπεία. Αν δεν είχα την ψυχολόγο μου και τα τραγούδια μου, δεν ξέρω πώς θα τα κατάφερνα με τον εαυτό μου.
G.: Ποιο είναι το πιο αγαπημένο σου τραγούδι από το «SOS»; D.L.: Το «Ασορτί» νομίζω, γιατί το νιώθω πιο πολύ «εγώ». Και τα άλλα είναι βέβαια «εγώ», απλά το «Ασορτί» είναι πιο φρέσκο, είναι από τα τραγούδια που έγραψα τελευταία. Στο άλμπουμ υπάρχουν και τραγούδια που είχα γράψει πριν από τέσσερα χρόνια και τώρα ήταν η στιγμή τους να ακουστούν.
G.: Κάνεις live, έχεις fans, τα τραγούδια σου γίνονται επιτυχίες. Νιώθεις ποπ σταρ; D.L.: Εγώ το νιώθω. Απλά πρέπει να το νιώσουν τώρα και οι άλλοι. (γέλια) ◆
Συνέντευξη στη Μαριλού Πανταζή Φωτογράφος Λευτέρης Σιαράπης
Το University of Derby Greece - Νομικό Πρόσωπο Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης φέρνει στη χώρα ένα νέο μοντέλο βρετανικής πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, σχεδιασμένο για τον κόσμο του σήμερα και του αύριο.
Με μια πρωτότυπη δράση κοινωνικής υπευθυνότητας, η Ολυμπιακή Ζυθοποιία, με όχημα τον Mythos 0.0% και σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Οδικής Ασφάλειας (Ι.Ο.ΑΣ.) «Πάνος Μυλωνάς», ευαισθητοποίησε τα συναυλιακά κοινά για τη σημασία της υπεύθυνης κατανάλωσης και της ασφαλούς οδήγησης.