Ένα σπίτι στις
Σέρρες, με μια συκιά και μια μουριά να μπερδεύουν τα κλαδιά τους πάνω από την αυλή, θα μπορούσε να αποτελεί υπόσχεση ότι οι δυσκολίες τελείωσαν, ότι οι άνθρωποι που διέσχισαν πολέμους και εξορίες δικαιούνται επιτέλους να κατοικήσουν τη ζωή τους.
Ωστόσο, στο μυθιστόρημα του
Γιάννη Λασκαράκη «Τα νήματα της Ιστορίας» (εκδόσεις Επίκεντρο) η κατοικία γίνεται ο τόπος όπου η μεγάλη
ιστορία εισβάλλει στην καθημερινότητα, μετατρέποντας το καταφύγιο σε πεδίο δοκιμασίας και συγκρούσεων.
«Ένα αόρατο νήμα θα συνδέσει το σπίτι με τα κρεματόρια των
Ναζί», προειδοποιεί ο αφηγητής (σ. 144), ακυρώνοντας προκαταβολικά την ασφάλεια του οικιακού χώρου. Στην περιγραφή της κατοικίας, αντλημένη, όπως διευκρινίζει μια υποσημείωση, από τις παιδικές μνήμες του συγγραφέα, συναντώνται οι δύο βασικοί πυλώνες του βιβλίου: η αναπόφευκτη δύναμη της Μνήμης και το βάρος της Ιστορίας.
Η αρχή της αφήγησης μας βρίσκει στον σιδηροδρομικό σταθμό των
Σερρών, τον Ιούλιο του 1922, όταν η επίταξη μιας αμαξοστοιχίας για στρατιωτικούς σκοπούς διακόπτει το ταξίδι του Ανέστη Πετριδάκη και της οικογένειάς του προς τη Θεσσαλονίκη. Η αναγκαστική αποβίβαση αποκτά καταστατική σημασία: ο τόπος όπου θα ριζώσουν τα μέλη της δεν είναι αποτέλεσμα επιλογής αλλά αναγκαιότητα της Ιστορίας. Παράλληλα με την ιστορία των Πετριδάκηδων παρακολουθούμε εκείνη των Βεσταβάκηδων, προσφύγων από την Ανατολική Θράκη, οι οποίοι εγκαθίστανται στην περιοχή της Καβάλας. Η συνάντηση των δύο οικογενειών αποτελεί τον βαθμιαία προετοιμαζόμενο κόμβο μιας εκτεταμένης σύνθεσης, όπου η συγγένεια, η εργασία και ο έρωτας αναλαμβάνουν να συνδέσουν όσα οι εθνικοί ανταγωνισμοί και ο διχασμός κρατούν σε απόσταση.
Αντίστοιχα πάλι, ο τίτλος αποκαλύπτει την αφηγηματική μέθοδο του συγγραφέα. Συνδετικό νήμα είναι οι βιογραφικές διαδρομές που διασταυρώνονται, αλλά και οι επανερχόμενοι δεσμοί ανάμεσα σε πρόσωπα, αντικείμενα και συμβάντα. Χαρακτηριστική είναι η λειτουργία των θησαυρών από τα Τίμια Δώρα, που περνούν από χέρι σε χέρι, διασχίζουν θρησκευτικά σύνορα και γίνονται αναγνωριστικά σημεία μιας παλαιότερης, άγνωστης στους νεότερους, σύνδεσης.
Το αντικείμενο διατηρεί, εν προκειμένω, ζωντανά όλα όσα η ανθρώπινη συνείδηση αγνοεί ή έχει λησμονήσει. Η αναγνώριση προκύπτει μέσα από την υλικότητα του φυλαχτού, ενώ η ερμηνεία της ταλαντεύεται ανάμεσα στο θαύμα, στη σύμπτωση και στην ιστορική αλληλουχία: τρεις διαφορετικές απόπειρες να αποκτήσει νόημα η απρόβλεπτη συνάντηση των διαφορετικών διαδρομών.
Σε εξήντα τέσσερα κεφάλαια, η οικογενειακή αφήγηση εναλλάσσεται με την αναπαράσταση πολιτικών και στρατιωτικών εξελίξεων, καθώς ο Βενιζέλος, ο Πλαστήρας, ο Πάγκαλος, ο Μεταξάς, ο Ζαχαριάδης και ο Βαφειάδης εισέρχονται στο ίδιο αφηγηματικό πεδίο με πρόσφυγες, καπνεργάτες, τεχνίτες και νέους που αναζητούν διέξοδο σε μια άλλη, κοινωνικοπολιτική κονίστρα. Οι αναδρομές διευρύνουν το χρονικό βάθος, ενώ οι συχνές προλήψεις συνδέουν τις σκηνές με επερχόμενες καταστροφές.
Ο αφηγητής γνωρίζει τον ρόλο του και έχει βαθιά επίγνωση της καίριας παρέμβασης του στον ρου της ιστορίας: ξέρει ποιος θα πεθάνει, ποια συνάντηση θα αποδειχθεί καθοριστική, ποια πολιτική επιλογή θα επιστρέψει ως τραύμα. Αυτή η υπεροχή της γνώσης του δημιουργεί, όμως, μια σταθερή τραγική ειρωνεία: οι ήρωες σχεδιάζουν ο καθένας το μέλλον του ενώ ο αναγνώστης έχει ήδη ειδοποιηθεί για την επισφάλειά του.
Η διαρκής μετατόπιση από τον δημόσιο στον ιδιωτικό χώρο προσδίδει στη σύνθεση του οικογενειακού χρονικού με ιστορική, συμπαντική σημασία. Οι αποφάσεις των ηγετών αποκτούν διάρκεια μέσα στις ζωές εκείνων που καλούνται να τις υποστούν, ενώ οι γεννήσεις, οι σπουδές και οι γάμοι συγκροτούν έναν διαφορετικό τρόπο μέτρησης του χρόνου. Παράλληλα, λοιπόν με το ημερολόγιο των πραξικοπημάτων αναπτύσσεται το ημερολόγιο της ενηλικίωσης.
Η αντιπαραβολή αναδεικνύει την ασυμμετρία ανάμεσα στην ταχύτητα της πολιτικής ανατροπής και στον βραδύ μόχθο της αποκατάστασης του προσωπικού βίου: ένα καθεστώς μπορεί να αλλάξει μέσα σε μια νύχτα, αλλά η ανασυγκρότηση του σπιτικού απαιτεί χρόνια. Οι ήρωες καλούνται να αντιπαρατεθούν με αυτή την ασυμμετρία, καθώς κάθε καινούργια αρχή φέρει τις απώλειες που υποτίθεται ότι θα άφηνε πίσω της. Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η γεωγραφία της ανατολικής Μακεδονίας.
Οι καπναποθήκες, οι προσφυγικές συνοικίες, τα εργοτάξια και τα καφενεία σχηματίζουν ένα κοινωνικό τοπίο όπου η επιβίωση εξαρτάται από συγκεκριμένες υλικές συνθήκες. Η προσφυγική θέση συνοδεύεται από ανταγωνισμούς για τη γη, απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς και πολιτικές αντιπαλότητες, ενώ η οικονομία του καπνού αποκαλύπτει ένα χρονικό, άκρως αποκαλυπτικό για την εποχή, που ξεκινά από τις απεργίες και φτάνει έως τις διεθνείς αγορές και τις άκρες του πλανήτη.
Στις καλύτερες στιγμές του, το βιβλίο ςυνδέει τις μυθιστορηματικές λεπτομέρειες με τα απτά, ρεαλιστικά γεγονότα επιτρέποντας τους να παραγάγουν ιστορική γνώση: τα διάφορα εσταντανέ φωτίζουν έτσι μέσα από τις συνέπειές τους στις ζωές των ανθρώπων μια ολόκληρη εποχή. Ανάλογα λειτουργεί η γλώσσα διατηρώντας τα ίχνη της μετάβασης στα διαφορετικά χωροχρονικά περιβάλλοντα.
Τα ελληνοτουρκικά της Ελισάβετ, οι παλαιές ονομασίες των τόπων, το λεξιλόγιο της εργασίας και της οικιακής ζωής εγγράφουν στον λόγο μια ιστορία που προηγείται της εγκατάστασης στην Ελλάδα. Η μνήμη επιβιώνει στην προφορά, στις συνήθειες και στο αυτοματοποιημένο σχεδόν λεξιλόγιο. Η γλωσσική αυτή ανομοιογένεια υποστηρίζει τη σύνθετη πολιτισμική καταγωγή των προσώπων, ακόμη και όταν ο αφηγηματικός σχολιασμός τείνει να την υπαγάγει σε γενικότερους χαρακτηρισμούς για την Ανατολή, τη θρησκεία ή τον συντηρητισμό.
Οι γυναικείες μορφές επιτρέπουν μια ακόμη ανάγνωση της επιβίωσης, μέσα από τη συντήρηση του σπιτιού, την ανατροφή και την προστασία των παιδιών. Η Ελισάβετ διεκδικεί μια κατοικία που να χωρά την οικογένεια, ενώ η Μαριάνθη απαιτεί την έξοδο από την εξαθλίωση των καπναποθηκών· οι πρακτικές τους παρεμβάσεις καθορίζουν αποφάσεις που η αφήγηση αποδίδει τελικά στους άνδρες. Στη διαφορά αυτή διακρίνεται και μια μεταφορά του βλέμματος, αναφορικά με τους ρόλους.
Οι γυναίκες συχνά περιγράφονται μέσω της αφοσίωσης, της συστολής ή της ομορφιάς τους, ωστόσο οι ίδιες οι πράξεις τους αποκαλύπτουν μια μεγαλύτερη αποφασιστικότητα. Ιδιαίτερα η επιμονή της Αριάδνης να ξαναβρεί τον αδελφό της δίνει στην οικογενειακή επανένωση το βάρος μιας ενεργητικής αναζήτησης, που αντιστέκεται στο αναπόφευκτο και οριστικό γεγονός της απώλειας.
Το ερμηνευτικό πλαίσιο δηλώνεται ήδη στις προμετωπίδες, με τη Βάσω Κιντή και τον Άγγελο της Ιστορίας του Μπένγιαμιν. Ο Άγγελος επανέρχεται μέσα στην αφήγηση ως η μεσσσιανή μορφή της Ιστορίας, που (προ)βλέπει την καταστροφή πριν καν αντικρίσει την αλήθεια των προσώπων συνδέοντας το οικογενειακό δράμα με τη συσσώρευση των ιστορικών ερειπίων. Η εικόνα της προόδου ως καταιγίδας συνυπάρχει, εν προκειμένω,με την επίμονη προσδοκία μιας τελικής δικαίωσης, με την πεποίθηση ότι η Ιστορία θα κρίνει και ότι το έγκλημα μπορεί να τιμωρηθεί. Το μυθιστόρημα κινείται ανάμεσα στην αναπόφευκτη καταστροφή και την ανάγκη των επιζώντων να πετύχουν την τάξη και την ασφάλεια, παρ’όλα τα τραύματα και τον πόνο.
Ο έρωτας του χριστιανού Μιχάλη και της Εβραίας Εσθήρ καθιστά αυτή την αντίσταση ακόμη πιο σύνθετη. Η σχέση τους αναπτύσσεται μέσα σε κοινωνικές προκαταλήψεις και θρησκευτικούς φραγμούς, προσφέροντας μια δυνατότητα κοινής ζωής που υπερβαίνει τους διαχωρισμούς του περιβάλλοντός τους. Πέρα από τις φυλετικές διώξεις επελαύνει ως ισοπεδωτική των πάντων η ιστορική βία διαλύοντας τον δεσμό που είχε συγκροτηθεί πέρα από τους φραγμούς και τα εμπόδια. Η ικεσία του Μιχάλη να ακολουθήσει την Εσθήρ και το παιδί τους κατά τον εκτοπισμό αποκαλύπτει την ελάχιστη δύναμη του ατόμου απέναντι στους μηχανισμούς εξόντωσης. Η αγάπη είχε καταστήσει δυνατή μια συνύπαρξη, την οποία διέλυσε η βία της Ιστορίας.
Η παρουσία εκτενούς βιβλιογραφίας και πολυάριθμων υποσημειώσεων καθιστά ορατή την ερευνητική εργασία, ριχνοντας μια πολύτιμη γέφυρα που ενώνει το τεκμήριο και τη συγγραφική επινόηση. Οι παραπομπές στηρίζουν το ιστορικό πλαίσιο, χωρίς, όμως, να υπονομεύουν τη λειτουργία της λογοτεχνίας καθώς η βεβαιότητα της αφηγηματικής φωνής εξομοιώνει υποδειγματικά τις δύο περιοχές. Αντίστοιχα, οι άμεσες αξιολογήσεις πολιτικών προσώπων, οι αποφθεγματικές διατυπώσεις και η επαναλαμβανόμενη προσωποποίηση της Ιστορίας ενισχύουν τη σαφήνεια της συγγραφικής θέσης και προσδίδουν στο μυθιστόρημα πολιτική βαρύτητα.
Αυτό γίνεται περισσότερο αισθητό όταν οι χαρακτήρες αναλαμβάνουν να εκθέσουν ολοκληρωμένες πολιτικές αναλύσεις ή όταν η ένταση προαναγγέλλεται με εμφατικές προειδοποιήσεις. Η αφηγηματική συγκίνηση προκύπτει από τις ανθρώπινες σκηνές που διαδραματίζουν καίριο ρόλο και αποκτούν μεγάλη βαρύτητα όπως η επισκευή του σπιτού, η αμηχανία στην αρχή της γνωριμίας ανάμεσα στον Μιχάλη και την Εσθήρ, η προσπάθεια να συντηρηθεί μια οικογένεια. Εκεί η ανθρώπινη εμπειρία αποκτά μεγαλύτερη αυτονομία, και οι ήρωες παύουν προσωρινά να αποτελούν παραδείγματα μιας γενικής ιστορικής θέσης.
Στην τελική σύνδεση της οικογενειακής οδυνηρής ιστορίας με την Τρεμπλίνκα, η ανάγκη δικαιοσύνης αναλαμβάνει να ολοκληρώσει την πλοκή. Η τιμωρία του ενόχου προσφέρει στους επιζώντες την ανακούφιση της αναγνώρισης, χωρίς να μπορεί να αποκαταστήσει τον κόσμο που καταστράφηκε. Η επιλογή αυτή παραπέμπει στην παραδοσιακή λειτουργία του μυθιστορήματος αλλά και του αρχαίου δράματος, οταν αποκαθίσταται η εσωτερική δικαιοςσύνη.
Συγχρόνως αναδεικνύεται το ερώτημα για την άμεση σχέση αφηγηματικής κάθαρσης και ιστορικού τραύματος: πόση παρηγοριά μπορεί να προσφέρει η αποκατάσταση της ηθικής ισορροπίας ανάμεσα στο έγκλημα και στην τιμωρία, όταν η απώλεια παραμένει ασύμμετρη και αμετάκλητη; Η ισχύς του βιβλίου βρίσκεται και στο ότι η προσδοκία της δικαίωσης δεν μπορεί να αναιρέσει το βάρος της απώλειας, την οποία καμία τελική ηθική αποκατάσταση δεν μπορεί να ακυρώσει. Η ουσιαστική συμβολή των «Νημάτων της Ιστορίας» έγκειται, επομένως, στην επιμονή τους να ανασυνθέσουν αυτόν τον απτό και τόσο ουσιαστικό κόσμο- τις αυλές, τις καθημερινές συνήθειες, τις χειρονομίες, τις μικτές γειτονιές και τις ανθρώπινες σχέσεις- που απειλούνται από τον διχασμό και τη φυλετική εξόντωση που δυστυχώς κρατάνε, με διαφορετικές, ωστόσο, εκφράσεις μέχρι σήμερα.
Γιατί τελικά οι άνθρωποι έχουν, κατά κύριο λόγο ανάγκη από έναν τόπο, όπου να μπορούν να ζήσουν αρμονικά και από κοινού· και η λογοτεχνία, επιστρέφοντας στο σπίτι με τη συκιά και τη μουριά, θυμίζει πόσο συγκεκριμένο, πόσο εύθραυστο και πόσο δυσαναπλήρωτο είναι αυτό το δικαίωμα.