Γιατί η Αθήνα επιμένει στο Ισραήλ όταν η Ευρώπη οπισθοχωρεί
Πρόσφατα, με αφορμή τη θλιβερή επέτειο των τριών ετών από την τρομοκρατική επίθεση των εξτρεμιστών της Χαμάς εναντίον αμάχων Ισραηλινών στα κιμπούτς, έτυχε να παρευρεθώ σε μια σεμνή τελετή που πραγματοποιήθηκε με σκοπό να τιμηθούν οι εκατόμβες των αδικοχαμένων θυμάτων
Στο περιθώριο της τελετής, και ενώπιον μιας ομήγυρης στην οποία συμμετείχα, βρέθηκε στο επίκεντρο της συζήτησης, μεταξύ άλλων, η ελληνική οπτική γωνία όσον αφορά τη συνεργασία της χώρας στον τομέα της ασφάλειας με το Ισραήλ.
Όπως ήταν αναμενόμενο, η συζήτηση γρήγορα στράφηκε σε ευρύτερα ζητήματα της ελληνοϊσραηλινής σύμπραξης και τα ερωτήματα που μονοπώλησαν το ενδιαφέρον υπήρξαν συγκεκριμένα. Γιατί η Ελλάδα προχώρησε σε περαιτέρω σύσφιγξη των σχέσεων της με το Ισραήλ τη στιγμή που άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ παίρνουν αποστάσεις από αυτό; Για ποιον λόγο οι επικριτές του Ισραήλ στην Ελλάδα, παρά τη σταθερή καταδίκη του πυρήνα της εξωτερικής πολιτικής του, δεν έχουν καταφέρει έως τώρα να «ακυρώσουν» στην πράξη αυτή τη συμμαχία και ποια είναι η άποψη της ελληνικής Αριστεράς για το θέμα αυτό;
Κοινή συνισταμένη των απόψεων των παρευρισκομένων υπήρξε ότι διάγουμε μια ιστορική περίοδο όπου η εμβάθυνση της συμμαχίας μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ τείνει να μετατραπεί σε ακρογωνιαίο λίθο των περιφερειακών συσχετισμών ισχύος στην αυξανόμενα ευμετάβλητη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Αθήνα και Ιερουσαλήμ έχουν σφυρηλατήσει έναν αταλάντευτο γεωπολιτικό δεσμό, μετατρέποντας τις κοινές προκλήσεις για τη θαλάσσια ασφάλεια και τις ευρύτερες ανησυχίες τους για τη σταθερότητα της περιοχής σε μια εξαιρετικά συντονισμένη στρατηγική σχέση, υποστηριζόμενη ενεργά, ας μην το ξεχνάμε, από την Ουάσιγκτον μέσω του εμβληματικού πλαισίου «3+1», με συμμετοχή και της Κύπρου.
Η διμερής αυτή ευθυγράμμιση, ωστόσο, γίνεται ακόμη πιο εντυπωσιακή ιδωμένη υπό το πρίσμα της αντιπαραβολής με το ευρύτερο νεοδιαμορφωθέν ευρωπαϊκό τοπίο. Σε αντίθεση, δηλαδή, με τους παραδοσιακά βασικούς δυτικούς εταίρους, οι οποίοι τελευταίως φαίνεται να υπαναχωρούν προσαρμόζοντας ανάλογα τις σχέσεις τους με το Ισραήλ υπό το βάρος της εσωτερικής πολιτικής τους σκηνής και των έντονων αντιδράσεων για όσα καταλογίζονται δημόσια στους Ισραηλινούς στη Λωρίδα της Γάζας, η χώρα μας μένει αμετακίνητα πιστή στις δεσμεύσεις της, απόλυτα προσηλωμένη στον στρατηγικό της σύμμαχο.
Η βασική εξήγηση αυτής της έντονα διαφοροποιημένης προσέγγισης εδράζεται κατά πολλούς στην «υπαρξιακή» γεωγραφία. Με άλλα λόγια, ενώ για το Παρίσι, το Λονδίνο, τις Βρυξέλλες και λοιπές δυτικοευρωπαϊκές πρωτεύουσες υπάρχει μερικώς η «πολυτέλεια» της αποστασιοποίησης, γεγονός που τους επιτρέπει σε διμερές επίπεδο οι σχέσεις τους με την Ιερουσαλήμ να προσαρμόζονται και να μορφοποιούνται βάσει του κανονιστικού διεθνούς πλαισίου, των επίσημων διπλωματικών επαφών και της αστάθμητης εσωτερικής δυναμικής που αναπτύσσεται κάθε φορά με φόντο τις ενδιάμεσες εκλογικές αναμετρήσεις, για την Αθήνα, σε σχέση με τους Ευρωπαίους εταίρους της, υπάρχει μια σαφής ειδοποιός διαφορά, που δεν είναι άλλη από την παραδοχή της συγκεκριμένης συμμαχίας ως αναντικατάστατου μοχλού ενεργητικής αποτροπής και εθνικής επιβίωσης απέναντι στον σύγχρονο τουρκικό αναθεωρητισμό στη λεκάνη της Μεσογείου.
Βέβαια, παρά την εξόχως προσεκτική δημόσια ρητορική των Δυτικοευρωπαίων και τη συχνή τακτική του ισαποστασισμού, η ως ένα βαθμό αναπόφευκτη εξάρτησή τους από τους Ισραηλινούς σε επίπεδο αμυντικών εξοπλισμών και καταπολέμησης της τρομοκρατίας καθιστά τις όποιες «δεύτερες» σκέψεις για καθολικό απογαλακτισμό σχεδόν ανεφάρμοστες. Με τις συγκρούσεις στην Ουκρανία εν εξελίξει και την εντατικοποίηση των υβριδικών απειλών στα εξωτερικά σύνορα της Ένωσης, η Δύση εκτιμάται ότι θα αναγκαστεί να επιδιώξει, αργά ή γρήγορα, την επαναπροσέγγιση με το Ισραήλ για να καταφέρει να αντιμετωπίσει το «φάντασμα» που πλανάται πάνω από την ευρωπαϊκή επικράτειά της. Αυτή τη φορά, όχι αυτό του Κομμουνισμού, κατά την εισαγωγική φράση από το «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» των Μαρξ και Ένγκελς, αλλά τον εχθρικό άξονα αναθεωρητικών δυνάμεων, ο οποίος εκτείνεται από τους επιθετικούς ελιγμούς της Ρωσίας στην Ανατολική Ευρώπη έως τα περιφερειακά proxies του Ιράν.
Σε αυτόν τον επικείμενο και άκρως αναγκαίο εναγκαλισμό, η χώρα μας ήδη έχει προλάβει να λειτουργήσει ως επιτυχημένο πρότυπο αναφορικά με το πώς ένα δυτικό κράτος πρώτης γραμμής διαχειρίζεται ισορροπημένα τις απαιτήσεις εθνικής ασφάλειας σε συνάρτηση με τις σύνθετες περιφερειακές πραγματικότητες. Φυσικά, η συμπαγής και σχεδόν διαχρονική αυτή στάση της Ελλάδας δεν στερείται εγχώριας κριτικής ούτε υπήρξε προϊόν αβίαστης πολιτικής συνθηκολόγησης. Τουναντίον, η ελληνική Αριστερά, στο σύνολό της, έχει ιστορικά εκφράσει την έντονη ιδεολογική αντίθεσή της, καταδικάζοντας συλλήβδην τις ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις, υποστηρίζοντας θερμά τη δημιουργία ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους και ασκώντας δριμεία κριτική στις ελληνικές κυβερνήσεις λόγω της απόλυτης ταύτισης που έχει επέλθει τις τελευταίες δεκαετίες με τους αμερικανοϊσραηλινούς στρατηγικούς πυλώνες.
Ωστόσο, και παρά τη σθεναρή εναντίωσή τους, οι κατά καιρούς επικριτές έχουν αποτύχει να «εκτροχιάσουν» τη συμμαχία, η ανθεκτικότητα της οποίας, κατά πως φαίνεται, στηρίζεται σε κάτι που πολλοί αγνοούν (ή κάνουν ότι αγνοούν): τη διακομματική συνέχεια. Δεν είναι κρυφό, εξάλλου, ότι η σύγχρονη αρχιτεκτονική της ελληνοϊσραηλινής προσέγγισης συνέχισε να καλλιεργείται διπλωματικά και να ενισχύεται πολιτικά ακόμα και κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, αποδεικνύοντας εν τοις πράγμασι ότι τα προστάγματα της εθνικής ασφάλειας, ευτυχώς, υπερισχύουν σταθερά έναντι των κελευσμάτων της όποιας κομματικής ιδεολογίας.
Πάρα ταύτα, θα ήμασταν αφελείς εάν πιστεύαμε στη μονιμότητα της παρούσης κατάστασης. Ο διατελέσας Υπουργός Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου και από τους βασικούς εκφραστές του γεωπολιτικού ρεαλισμού, Πάλμερστον, ήταν από τους πρώτους που υποστήριξαν ότι οι όποιες φιλίες μεταξύ των κρατών είναι εικονικές, υπαγορευόμενες από τις εκάστοτε χρονικές συγκυρίες και προσωρινού χαρακτήρα, ακόμα και όταν είναι επενδυμένες με κάποιον ηθικό μανδύα ή ανθρωπιστικά επιχειρήματα: «Δεν έχουμε αιώνιους συμμάχους και δεν έχουμε αιώνιους εχθρούς. Τα συμφέροντά μας είναι αιώνια και διαρκή.».
Εν κατακλείδι, πολιτικοί σχολιαστές και λοιποί αναλυτές συμφωνούν ότι στην παρούσα φάση η σχέση μεταξύ Αθήνας και Ιερουσαλήμ βρίσκεται στο ιστορικό απόγειό της. Απαλλαγμένα από παρελθούσες ιδεολογικές αβελτηρίες, τα δύο κράτη, σε πείσμα του καιροσκοπισμού και των κυβερνητικών αναταράξεων κάποιων κρατών της Δύσης, κατάφεραν σταδιακά να οικοδομήσουν από κοινού ρεαλιστικές γέφυρες εμπιστοσύνης και, κυρίως, να αναπτύξουν ένα στρατηγικό και αμοιβαία επωφελή όραμα, εδραιώνοντας τη θέση τους ως αδιαμφισβήτητοι εγγυητές της περιφερειακής ασφάλειας.
Όπως ήταν αναμενόμενο, η συζήτηση γρήγορα στράφηκε σε ευρύτερα ζητήματα της ελληνοϊσραηλινής σύμπραξης και τα ερωτήματα που μονοπώλησαν το ενδιαφέρον υπήρξαν συγκεκριμένα. Γιατί η Ελλάδα προχώρησε σε περαιτέρω σύσφιγξη των σχέσεων της με το Ισραήλ τη στιγμή που άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ παίρνουν αποστάσεις από αυτό; Για ποιον λόγο οι επικριτές του Ισραήλ στην Ελλάδα, παρά τη σταθερή καταδίκη του πυρήνα της εξωτερικής πολιτικής του, δεν έχουν καταφέρει έως τώρα να «ακυρώσουν» στην πράξη αυτή τη συμμαχία και ποια είναι η άποψη της ελληνικής Αριστεράς για το θέμα αυτό;
Κοινή συνισταμένη των απόψεων των παρευρισκομένων υπήρξε ότι διάγουμε μια ιστορική περίοδο όπου η εμβάθυνση της συμμαχίας μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ τείνει να μετατραπεί σε ακρογωνιαίο λίθο των περιφερειακών συσχετισμών ισχύος στην αυξανόμενα ευμετάβλητη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Αθήνα και Ιερουσαλήμ έχουν σφυρηλατήσει έναν αταλάντευτο γεωπολιτικό δεσμό, μετατρέποντας τις κοινές προκλήσεις για τη θαλάσσια ασφάλεια και τις ευρύτερες ανησυχίες τους για τη σταθερότητα της περιοχής σε μια εξαιρετικά συντονισμένη στρατηγική σχέση, υποστηριζόμενη ενεργά, ας μην το ξεχνάμε, από την Ουάσιγκτον μέσω του εμβληματικού πλαισίου «3+1», με συμμετοχή και της Κύπρου.
Η διμερής αυτή ευθυγράμμιση, ωστόσο, γίνεται ακόμη πιο εντυπωσιακή ιδωμένη υπό το πρίσμα της αντιπαραβολής με το ευρύτερο νεοδιαμορφωθέν ευρωπαϊκό τοπίο. Σε αντίθεση, δηλαδή, με τους παραδοσιακά βασικούς δυτικούς εταίρους, οι οποίοι τελευταίως φαίνεται να υπαναχωρούν προσαρμόζοντας ανάλογα τις σχέσεις τους με το Ισραήλ υπό το βάρος της εσωτερικής πολιτικής τους σκηνής και των έντονων αντιδράσεων για όσα καταλογίζονται δημόσια στους Ισραηλινούς στη Λωρίδα της Γάζας, η χώρα μας μένει αμετακίνητα πιστή στις δεσμεύσεις της, απόλυτα προσηλωμένη στον στρατηγικό της σύμμαχο.
Η βασική εξήγηση αυτής της έντονα διαφοροποιημένης προσέγγισης εδράζεται κατά πολλούς στην «υπαρξιακή» γεωγραφία. Με άλλα λόγια, ενώ για το Παρίσι, το Λονδίνο, τις Βρυξέλλες και λοιπές δυτικοευρωπαϊκές πρωτεύουσες υπάρχει μερικώς η «πολυτέλεια» της αποστασιοποίησης, γεγονός που τους επιτρέπει σε διμερές επίπεδο οι σχέσεις τους με την Ιερουσαλήμ να προσαρμόζονται και να μορφοποιούνται βάσει του κανονιστικού διεθνούς πλαισίου, των επίσημων διπλωματικών επαφών και της αστάθμητης εσωτερικής δυναμικής που αναπτύσσεται κάθε φορά με φόντο τις ενδιάμεσες εκλογικές αναμετρήσεις, για την Αθήνα, σε σχέση με τους Ευρωπαίους εταίρους της, υπάρχει μια σαφής ειδοποιός διαφορά, που δεν είναι άλλη από την παραδοχή της συγκεκριμένης συμμαχίας ως αναντικατάστατου μοχλού ενεργητικής αποτροπής και εθνικής επιβίωσης απέναντι στον σύγχρονο τουρκικό αναθεωρητισμό στη λεκάνη της Μεσογείου.
Βέβαια, παρά την εξόχως προσεκτική δημόσια ρητορική των Δυτικοευρωπαίων και τη συχνή τακτική του ισαποστασισμού, η ως ένα βαθμό αναπόφευκτη εξάρτησή τους από τους Ισραηλινούς σε επίπεδο αμυντικών εξοπλισμών και καταπολέμησης της τρομοκρατίας καθιστά τις όποιες «δεύτερες» σκέψεις για καθολικό απογαλακτισμό σχεδόν ανεφάρμοστες. Με τις συγκρούσεις στην Ουκρανία εν εξελίξει και την εντατικοποίηση των υβριδικών απειλών στα εξωτερικά σύνορα της Ένωσης, η Δύση εκτιμάται ότι θα αναγκαστεί να επιδιώξει, αργά ή γρήγορα, την επαναπροσέγγιση με το Ισραήλ για να καταφέρει να αντιμετωπίσει το «φάντασμα» που πλανάται πάνω από την ευρωπαϊκή επικράτειά της. Αυτή τη φορά, όχι αυτό του Κομμουνισμού, κατά την εισαγωγική φράση από το «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» των Μαρξ και Ένγκελς, αλλά τον εχθρικό άξονα αναθεωρητικών δυνάμεων, ο οποίος εκτείνεται από τους επιθετικούς ελιγμούς της Ρωσίας στην Ανατολική Ευρώπη έως τα περιφερειακά proxies του Ιράν.
Σε αυτόν τον επικείμενο και άκρως αναγκαίο εναγκαλισμό, η χώρα μας ήδη έχει προλάβει να λειτουργήσει ως επιτυχημένο πρότυπο αναφορικά με το πώς ένα δυτικό κράτος πρώτης γραμμής διαχειρίζεται ισορροπημένα τις απαιτήσεις εθνικής ασφάλειας σε συνάρτηση με τις σύνθετες περιφερειακές πραγματικότητες. Φυσικά, η συμπαγής και σχεδόν διαχρονική αυτή στάση της Ελλάδας δεν στερείται εγχώριας κριτικής ούτε υπήρξε προϊόν αβίαστης πολιτικής συνθηκολόγησης. Τουναντίον, η ελληνική Αριστερά, στο σύνολό της, έχει ιστορικά εκφράσει την έντονη ιδεολογική αντίθεσή της, καταδικάζοντας συλλήβδην τις ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις, υποστηρίζοντας θερμά τη δημιουργία ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους και ασκώντας δριμεία κριτική στις ελληνικές κυβερνήσεις λόγω της απόλυτης ταύτισης που έχει επέλθει τις τελευταίες δεκαετίες με τους αμερικανοϊσραηλινούς στρατηγικούς πυλώνες.
Ωστόσο, και παρά τη σθεναρή εναντίωσή τους, οι κατά καιρούς επικριτές έχουν αποτύχει να «εκτροχιάσουν» τη συμμαχία, η ανθεκτικότητα της οποίας, κατά πως φαίνεται, στηρίζεται σε κάτι που πολλοί αγνοούν (ή κάνουν ότι αγνοούν): τη διακομματική συνέχεια. Δεν είναι κρυφό, εξάλλου, ότι η σύγχρονη αρχιτεκτονική της ελληνοϊσραηλινής προσέγγισης συνέχισε να καλλιεργείται διπλωματικά και να ενισχύεται πολιτικά ακόμα και κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, αποδεικνύοντας εν τοις πράγμασι ότι τα προστάγματα της εθνικής ασφάλειας, ευτυχώς, υπερισχύουν σταθερά έναντι των κελευσμάτων της όποιας κομματικής ιδεολογίας.
Πάρα ταύτα, θα ήμασταν αφελείς εάν πιστεύαμε στη μονιμότητα της παρούσης κατάστασης. Ο διατελέσας Υπουργός Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου και από τους βασικούς εκφραστές του γεωπολιτικού ρεαλισμού, Πάλμερστον, ήταν από τους πρώτους που υποστήριξαν ότι οι όποιες φιλίες μεταξύ των κρατών είναι εικονικές, υπαγορευόμενες από τις εκάστοτε χρονικές συγκυρίες και προσωρινού χαρακτήρα, ακόμα και όταν είναι επενδυμένες με κάποιον ηθικό μανδύα ή ανθρωπιστικά επιχειρήματα: «Δεν έχουμε αιώνιους συμμάχους και δεν έχουμε αιώνιους εχθρούς. Τα συμφέροντά μας είναι αιώνια και διαρκή.».
Εν κατακλείδι, πολιτικοί σχολιαστές και λοιποί αναλυτές συμφωνούν ότι στην παρούσα φάση η σχέση μεταξύ Αθήνας και Ιερουσαλήμ βρίσκεται στο ιστορικό απόγειό της. Απαλλαγμένα από παρελθούσες ιδεολογικές αβελτηρίες, τα δύο κράτη, σε πείσμα του καιροσκοπισμού και των κυβερνητικών αναταράξεων κάποιων κρατών της Δύσης, κατάφεραν σταδιακά να οικοδομήσουν από κοινού ρεαλιστικές γέφυρες εμπιστοσύνης και, κυρίως, να αναπτύξουν ένα στρατηγικό και αμοιβαία επωφελή όραμα, εδραιώνοντας τη θέση τους ως αδιαμφισβήτητοι εγγυητές της περιφερειακής ασφάλειας.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ειδήσεις
Δημοφιλή
Σχολιασμένα