iraklis_roupas

Η επιτυχία της νέα φιλοσοφίας ανάπτυξης καθορίζεται από τον βαθμό της έξυπνης αλλά σταδιακής «ενεργειακής μετάβασης»

Ηρακλής Ρούπας

Η διάσκεψη του ΟΗΕ για την κλιματική αλλαγή (COP26) δίνει την εντύπωση μίας σοβαρά συντονισμένης και ειλικρινούς προσπάθειας των 130 ηγετών να αναζητήσουν κοινά πατήματα ως προς τις λύσεις και τα μέτρα αντιμετώπισης του προβλήματος της κλιματικής αλλαγής. Η εξελισσόμενη ενεργειακή κρίση όμως – όσο και αν χαρακτηρίζεται από ορισμένους αναλυτές ως βραχύβια – ανέδειξε την ενεργειακή αδυναμία των περισσότερων χωρών

Επιπρόσθετα ανέδειξε και τον ρόλο των αγορών, καθιστώντας την ενεργειακή μετάβαση, εξίσωση αναζήτησης ισορροπίας μεταξύ περιβαλλοντικής προστασίας και οικονομίας των αγορών.

Η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, μπορεί να φαίνεται ως αγώνας ταχύτητας. Η προσαρμογή όμως, πρέπει να γίνει με κοινούς κανόνες. Σε αντίθετη περίπτωση, εν μέσω γεωστρατηγικών ανακατατάξεων χώρες με δικές τους ρυπογόνες όμως πρώτες ύλες, δύσκολα θα επισπεύσουν την μετάβαση σε ένα νέο περιβάλλον που θα καθιστούσε τις οικονομίες τους λιγότερο ανταγωνιστικές και περισσότερο τρωτές.

Τα παραδείγματα της χώρας μας που αναγκάζεται να αυξήσει την χρήση λιγνίτη, καθώς και της Γερμανίας που δεν δείχνει ιδιαίτερη ταχύτητα μετασχηματισμού από το κάρβουνο, θα πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη ως ιδιαίτερα παραδείγματα. Άλλωστε, η μετάβαση σε ενεργειακή αυτάρκεια μέσω ΑΠΕ απαιτεί χρόνο. Ούτε βέβαια πρέπει αυτή κάθεαυτή η μονοδιάστατη αλλά αναγκαία πολιτική «μετάβασης» να συγχέεται με πολιτικές ευρύτερου αναπτυξιακού σχεδιασμού.

Η πανδημία και η συνεπακόλουθη μειωμένη ζήτηση καθυστέρησαν το πρόγραμμα ενεργειακής αλλαγής. Την ίδια στιγμή που οι κυβερνήσεις βρίσκονται σε τροχιά παραγωγής πετρελαιοειδών σε διπλάσια επίπεδα από όσα θα ήταν αναγκαία για να κρατήσουν την αύξηση της θερμοκρασίας στους 1,5 βαθμούς κελσίου μέχρι το 2030 στην βάση της Συμφωνίας των Παρισίων το 2015. Προφανώς, αναδεικνύοντας μεγάλο κενό μεταξύ ρητορικής αφενός των κυβερνήσεων και επιχειρηματιών, αφετέρου της πραγματικής δράσης για την ουσιαστική μείωση των ρίπων και επίτευξη της «ενεργειακής μετάβασης».

Οι κυβερνήσεις θα πρέπει να αναζητήσουν την έξυπνη και ισορροπημένη μετάβαση και όχι κινήσεις επικοινωνίας. Θα πρέπει να δουν πως κινείται ο ιδιωτικός τομέας και να αντιληφθούν πως τα κεφάλαια που υπάρχουν στο διεθνές σύστημα των κεφαλαιαγορών είναι εκεί και μπορούν να χρηματοδοτήσουν την "ισορροπημένη” μετάβαση. Η πρόσφατη επιτυχής αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της ΔΕΗ πιστοποιεί ακριβώς αυτή την παράμετρο. Τα δε νέα κριτήρια ESG (Environmenta Social Governance) αξιολόγησης της πορείας των εισηγμένων, δίνουν το στίγμα της διαδικασίας αποτίμησης των επιχειρήσεων ως προς την νέα μετάβαση όχι μόνον σε τεχνικό επίπεδο, αλλά σε επίπεδο μετάβασης των ίδιων των ανθρώπων.

Όταν o πρώην κεντρικός τραπεζίτης της τράπεζας της Αγγλίας Mark Carney αναφέρθηκε σε πρόσφατη συνέντευξή του στου γεγονός ότι οι χρηματαγορές πρέπει να επανασχεδιάσουν τις προτεραιότητές τους ώστε κάθε οικονομική απόφαση και στρατηγική να λαμβάνει υπόψη την κλιματική αλλαγή, εύκολα αναδεικνύεται το γεγονός πως καθίσταται πλέον αναγκαία η συνολική επανασχεδίαση του ρόλου και της στόχευσης των κεφαλαιαγορών. Με άλλα λόγια οι μελλοντικές υπεραξίες των αγορών – κατ επέκταση η επιχειρηματική στρατηγική - θα επηρεασθούν σημαντικά από την παράμετρο αναπτυξιακών και επενδυτικών επιλογών με βάση την κλιματική αλλαγή.

Στον αντίποδα, ο Διευθύνων Σύμβουλος της Black Rock, Larry Fink στην ομιλία του στην διάσκεψη (COP26) ανέδειξε το γεγονός ότι δεν είναι δυνατόν να ζητάμε από τις εισηγμένες εταιρίες να αλλάξουν το ενεργειακό τους αποτύπωμα χωρίς την υπόλοιπη επιχειρηματική κοινότητα. Αυτό δημιουργεί στρεβλώσεις και ανάγκη νέου τύπου χρηματοδοτικών σχημάτων. Η προσέγγιση αυτή δε αποτελεί την πρώτη ένδειξη συνολικής στροφής όλων των εμπλεκομένων φορέων προς μία νέα κατεύθυνσης διαμόρφωσης της εταιρικής αξίας με προσαρμοσμένα κριτήρια ενεργειακής χρήσης, αλλά και συνολικό κοινωνικό αποτύπωμα.

Μπορεί ο προγραμματισμός να υφίσταται. Όμως, δεν λαμβάνει υπόψη δύο βασικές παραμέτρους: Α) Τον βαθμό ετοιμότητας και κρατικού σχεδιασμού για επιτυχή ενεργειακή μετάβαση των κρατών και Β) Το επίπεδο οικονομικής εξάρτησης από ρυπογόνες παραγόμενες ενεργειακές πηγές όπως κάρβουνο, πετρέλαιο και λιγνίτη. Την ίδια στιγμή δεν φαίνεται ως πρόθεση - τουλάχιστον για τα Ευρωπαϊκά κράτη - η δημιουργία ενιαίου ταμείου «μετάβασης». Ούτε όμως και κοινή ενεργειακή πολιτική διαπραγμάτευσης προμηθειών που θα μπορούσε να κλειδώσει τις τιμές σε περιόδους ανατιμήσεων της χρηματιστηριακής τιμής των πηγών αυτών. Ταυτόχρονα, το κόστος από το χρηματιστήριο των ρίπων παραμένει αμετάβλητο ως προς της ενεργειακές καταναλώσεις των επιχειρήσεων παραγωγής ενέργειας.

Κατά συνέπεια, παρουσιάζεται ως στρέβλωση να συζητάμε για μείωση των ρίπων σε περιόδους ενεργειακής κρίσης, όταν δεν υπάρχει ενιαίος ευρωπαϊκός μηχανισμός ή πολιτική εξισορρόπησης του κόστους. Το να κοστολογούνται χρηματιστηριακά οι ρίποι χωρίς να υπάρχει δυνατότητα ενσωμάτωσης “παραμέτρου κρίσης” διαμορφώνει μία προσέγγιση που δεν οδηγεί σε ισορροπία στα πλαίσια της ενεργειακής μετάβασης. Στην περίπτωση αυτή η ρητορική της προστασίας της κλιματικής αλλαγής φαντάζει δύσκολη στην υλοποίηση σε πράξη.

Τυχαίο μόνον δεν είναι άλλωστε, το γεγονός ότι οι περισσότερες κυβερνήσεις παραγωγών χωρών συνεχίζουν να παρέχουν σημαντική πολιτική στήριξη στην παραγωγή πετρελαιοειδών, με τις χώρες του G-20 να έχουν κατευθύνει περίπου 300 δις δολάρια νέων κεφαλαίων σε δραστηριότητες πετρελαιοειδών από την έναρξη της πανδημίας. Υπό το πρίσμα της όχι και τόσο ενθαρρυντικής εξέλιξης, προκύπτει πως η υπερβολική ταχύτητα απολιγνιτοποίησης της χώρας στην παρούσα φάση στερεί κεφάλαια. Κυρίως όμως «εκβιάζει» τον χρόνο σταδιακής μετάβασης αλλά και εναλλακτικών πηγών πλην ΑΠΕ προκαλώντας βραχυπρόθεσμη αναπτυξιακή στρεβλότητα, με δεδομένο ότι χρησιμοποιούνται - ως αναπτυξιακή φιλοσοφία - σημαντική κονδύλια ΑΠΕ εις βάρος της δημιουργίας περιφερειακής αναπτυξιακής βάσης.

Το ζητούμενο είναι η ενεργειακή αυτάρκεια της χώρας, καθώς σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να γίνουμε ενεργειακός εξαγωγέας μέσω της ανάπτυξης των ΑΠΕ. Όταν όμως η ενεργειακή κρίση θέτει διλήμματα κλεισίματος επιχειρήσεων λόγων του υψηλού ενεργειακού κόστους, γίνεται αντιληπτό πως η ανάδειξη νέου ενεργειακού αποτυπώματος δεν πρέπει να είναι βραχυπρόθεσμα αυτοσκοπός. Άλλωστε όταν δεν θα εξαφανισθούν και οι λιγοστές εναπομείνασες βιομηχανίες στην χώρα, τότε το ενεργειακό αποτύπωμα θα περισσεύει.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

Ρoή Ειδήσεων

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα