Τζόουνσταουν, 38 χρόνια μετά: Η μαζική αυτοκτονία που συγκλόνισε τον κόσμο

Τζόουνσταουν, 38 χρόνια μετά: Η μαζική αυτοκτονία που συγκλόνισε τον κόσμο

Σαν σήμερα, 918 άτομα βρήκαν τραγικό θάνατο διεκδικώντας μια πιο δίκαιη κοινωνία - Ποιος ήταν ο αιδεσιμότατος Τζόουνς και πώς έπεισε εκατοντάδες ανθρώπους να τον ακολουθήσουν στον θάνατο;

Τζόουνσταουν, 38 χρόνια μετά: Η μαζική αυτοκτονία που συγκλόνισε τον κόσμο
Σαν σήμερα πριν από 38 χρόνια, 918 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους εξαιτίας μιας σειράς τραγικών γεγονότων που έλαβαν χώρα στη βορειοδυτική Γουιάνα, όπου εκατοντάδες Αμερικανοί πολίτες είχαν ταξιδέψει για να σχηματίσουν έναν «παράδεισο επί της Γης», υπό την καθοδήγηση του θρησκευτικού του ηγέτη, αιδεσιμότατου Τζιμ Τζόουνς.

Η συντριπτική πλειοψηφία των νεκρών - πάνω από 900 άτομα - έχασαν τη ζωή τους καταναλώνοντας ένα φονικό κοκτέιλ με κυάνιο, στον καταυλισμό που είχε δημιουργήσει ο Τζόουνς, ιδρυτής και ηγέτης του «Ναού του Λαού», μιας αίρεσης που γνώρισε μεγάλη ακμή στις ΗΠΑ τη δεκαετία του '70. 

Ακόμα και μετά από σχεδόν 40 χρόνια, το «φάντασμα» της τραγωδίας που αποτέλεσε τη μεγαλύτερη απώλεια αμερικανικών ζωών μέχρι τους Δίδυμους Πύργους, εξακολουθεί να ρίχνει τη σκιά του στην κοινωνία των ΗΠΑ. Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι η «Σφαγή της Τζοουνσταουν» έχει καθιερωθεί στη συνείδηση του κόσμου ως μαζική αυτοκτονία, με την έκφραση «drink the Cool-Αid» (το ποτό που χρησιμοποιήθηκε στο φονικό κοκτέιλ) να χρησιμοποιείται μέχρι και σήμερα για να δηλώσει την «τυφλή» πίστη και υπακοή σε ένα πρόσωπο ή κίνημα, η αλήθεια είναι αρκετά διαφορετική. 

Κλείσιμο
Στην πραγματικότητα, όπως έχουν δηλώσει αρκετές φορές οι επιζώντες του μακελειού που άφησε το σημάδι του στην αμερικανική ιστορία, η έκφραση «μαζική αυτοκτονία» προσβάλλει τη μνήμη των θυμάτων, ο θάνατος των οποίων ήταν το αποτέλεσμα των ενεργειών ενός και μόνο ανθρώπου: ενός βαθιά διαταραγμένου - κατά πολλούς, σατανικού - ιεροκήρυκα που εκμεταλλεύτηκε το μοναδικό του χάρισμα να «μαγεύει» και να παρηγορεί όσους βρίσκονταν στο περιθώριο, υποσχόμενος να τους λυτρώσει από τον ακραίο ρατσισμό που μάστιζε τότε την αμερικανική κοινωνία.

Ο αιδεσιμότατος Τζιμ Τζόουνς



Ο Αιδεσιμότατος Τζιμ Τζόουνς και ο «Ναός του Λαού»


Ο άνθρωπος που κατάφερε, μόνο με τη δύναμη του λόγου του, να πείσει εκατοντάδες Αμερικανούς να τον ακολουθήσουν σε μια ξένη χώρα και να χτίσουν μέσα στην ζούγκλα της Γουιάνα έναν «μικρόκοσμο», όπου ο ίδιος θα ήταν ο απόλυτος κυρίαρχος, γεννήθηκε το 1931 στην Ιντιάνα. Μεγαλώνοντας σε ένα φτωχικό σπίτι, με ένα μέθυσο και βίαιο πατέρα, ο Τζιμ Τζόουνς βρέθηκε από νωρίς στο περιθώριο της κοινωνίας. Ίσως γι' αυτόν τον λόγο αισθανόταν από μικρός μια ταύτιση με την αφροαμερικανική κοινότητα, στην οποία στράφηκε αργότερα για να βρει «πιστούς» για το κίνημά του. 

Παρά το γεγονός ότι ο πατέρας του ήταν μέλος της Κου-Κλουξ-Κλαν, ο Τζόουνς άρχισε από την εφηβεία του να κάνει παρέα με Αφροαμερικανούς, κάτι που αναπόφευκτα οδήγησε στην ρήξη μεταξύ των δύο ανδρών. Την ίδια εποχή, ο νεαρός Τζόουνς ξεκινά να αναπτύσει τη νοσηρή εμμονή του με τις θρησκείες και τον θάνατο, αλλά και να μελετά μετά μανίας βιβλία για τους Ιωσήφ Στάλιν, Μάο Τσετούνγκ, Μαχάτμα Γκάντι και Αδόλφο Χίτλερ, «εντοπίζοντας» τα δυνατά και τα αδύναμα σημεία του καθενός.

Στα 20 του χρόνια και θέλοντας να βρει ένα βήμα για να εκφράσει την ιδεολογία του (η οποία βασιζόταν στις μαρξιστικές ιδέες) ο Τζόουνς στράφηκε στην εκκλησία, πιστεύοντας ότι θα του επέτρεπε να προσεγγίσει ένα αρκετά μεγάλο κοινό. Η χειροτόνησή του ως βαπτιστή ιερέα ήταν η αφετηρία μιας θριαμβευτικής πορείας που του εξασφάλισε μεγάλο πλούτο από δωρεές πιστών αλλά και ένα «ποιμνίο» πρόθυμο να τον ακολουθεί από πόλη σε πόλη, βοηθώντας τον να διαδώσει τη νέα θρησκεία του, η οποία υποσχόταν ίση μεταχείριση, δικαιοσύνη και αγάπη άνευ όρων σε όλα τα μέλη της. 

Προσελκύοντας μέλη της αφροαμερικανικής κοινότητας, ηλικιωμένους που είχαν παραγκωνιστεί από την κοινωνία και ιδεολόγους που είχαν σιχαθεί τον ρατσισμό της εποχής του «φυλετικού διαχωρισμού» ο χαρισματικός Τζόουνς έχτισε βήμα-βήμα την εκκλησία του, τον ονομαζόμενο «Ναό του Λαού», με χιλιάδες πιστούς σε διάφορες αμερικανικές πολιτείες, πρόθυμους να κάνουν ο,τιδήποτε τους ζητούσε ο ηγέτης και «πατέρας» τους. Η παράξενη αυτή αίρεση περιλάμβανε ανθρώπους κάθε λογής, ακόμα και άθεους που είχαν συγκινηθεί από το όραμα του Τζόουνς για μια κοινωνία ισότητας. Εξάλλου και ο ίδιος ο ηγέτης της αίρεσης είχε απορρίψει τις παραδοσιακές θρησκείες λέγοντας ότι είχαν ως στόχο την καταπίεση των γυναικών και των μειονοτήτων. «Κανείς πρέπει να πιστεύει σε αυτό που βλέπει. Αν με βλέπεις σαν φίλο, θα γίνω ο φίλος σου. Αν με βλέπεις σαν πατέρα, θα γίνω ο πατέρας σου. Αν με βλέπεις ως σωτήρα θα γίνω ο σωτήρας σου. Αν με βλέπεις ως θεό, θα γίνω ο θεός σου», είχε πει κάποτε ο Τζόουνς στον πρώην πιστό του Ναού του, Χιου Φόρτσον Τζούνιορ.

Μερικά από τα ανήλικα θύματα της «μαζικής αυτοκτονίας»


 
Ο επίγειος παράδεισος που μετατράπηκε σε εφιάλτη

Ωστόσο, μαζί με την επιτυχία άρχισαν να εμφανίζονται και τα πρώτα σκοτεινά σύννεφα στη ζωή των πιστών της εκκλησίας του Τζόουνς. Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του '70 είχαν εμφανιστεί στον τύπο καταγγελίες πρώην μελών που έκαναν λόγο για ασυνήθιστες πρακτικές στο εσωτερικό του «Ναού του Λαού», για καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οικονομικές ατασθαλίες και κακοποίηση μελών της εκκλησίας. 

Για αρκετά χρόνια, η πολιτική επιρροή που είχε αποκτήσει ο Τζόουνς (ο οποίος επιστράτευε τους πιστούς του για να στηρίξουν τον εκάστοτε βουλευτή της επιλογής του) τον προστάτευε από τις διώξεις των αρχών της χώρας του. Ωστόσο, με τα περιθώρια να στενεύουν και τα αποκαλυπτικά δημοσιεύματα για την παράνομη δράση της εκκλησίας του να πληθαίνουν, ο ιεροκήρυκας συνειδητοποίησε ότι η ασυλία του δεν θα διαρκούσε για πολύ ακόμα και τότε πήρε μια δραστική απόφαση: Να μεταφέρει την εκκλησία του στη Γουιάνα της Νότιας Αμερικής, χτίζοντας έναν καταυλισμό στη μέση της ζούγκλας όπου ο ίδιος θα μπορούσε να ελέγχει ανενόχλητος κάθε έκφανση της ζωής των πιστών του. 

Με συνοπτικές διαδικασίες μετέφερε σταδιακά περισσότερους από 900 πιστούς στον καταυλισμό, ο οποίος χτίστηκε κομμάτι-κομμάτι από τα πιο αφοσιωμένα μέλη του «Ναού του Λαού». Δουλεύοντας 20 ώρες το 24ωρο και παρά την εξάντλησή τους, τα πιο νεαρά μέλη της εκκλησίας ένιωθαν ευτυχισμένα, πιστεύοντας ότι δημιουργούσαν έναν επίγειο παράδεισο δικαιοσύνης και ανθρωπιάς, όπου καθένας θα απολάμβανε τον σεβασμό και την αγάπη των συμπολιτών του. Στην πραγματικότητα βέβαια έχτιζαν αθέλητά τους να «στρατόπεδο συγκέντρωσης» όπου για τους επόμενους μήνες ο Τζόουνς θα κρατούσε αιχμάλωτους εκατοντάδες ανθρώπους, χρησιμοποιώντας τον φόβο και τις τεχνικές ελέγχου της σκέψης που είχε μάθει να χρησιμοποιεί αριστοτεχνικά για να καταπνίγει κάθε ίχνος αντίστασης.

Οι ιστορίες που αφηγούνται πρώην μέλη του ναού, τα οποία είχαν την τύχη να εγκαταλείψουν έγκαιρα τον καταυλισμό, αλλά και επιζώντες της «σφαγής» της 18ης Νοεμβρίου είναι ανατριχιαστικές. Η συμπεριφορά του Τζόουνς, ο οποίος στο μεταξύ είχε εθιστεί στα ναρκωτικά, γινόταν σταδιακά όλο και πιο αλλοπρόσαλλη, με τον ίδιο να εκμεταλλεύεται σεξουαλικά δεκάδες γυναίκες και άνδρες, να ελέγχει ακόμα και την τροφή των πιστών, μεταδίδει κηρύγματα μέσα στη νύχτα μέσω μεγαφώνων διακόπτοντας τον ύπνο τους, να απαγορεύει σε ζευγάρια να έχουν ερωτικές επαφές και να επιβάλλει σωματικές τιμωρίες σε όσους δεν υπάκουαν κατά γράμμα τις εντολές του. 

Σιγά-σιγά, έγινε εμφανές στους κατοίκους της Τζόουνσταουν (όπως ονομάστηκε ο καταυλισμός προς τιμή του δημιουργού του) ότι αντί για τον παράδεισο που τους είχαν υποσχεθεί είχαν παγιδευτεί σε μια κόλαση χωρίς ελπίδα σωτηρίας.

Οι σοροί των θυμάτων επιστρέφουν στις ΗΠΑ


 
Η επίσκεψη του γερουσιαστή Ράιαν και το δραματικό τέλος του «Ναού του Λαού»


Οι καταγγελίες από συγγενείς των ατόμων που εγκατέλειψαν σπίτια και οικογένειες για να ταξιδέψουν στην Γουιάνα αλλά και από πρώην οπαδούς που είχαν καταφέρει να αποδράσουν από τον εφιαλτικό «παράδεισο» του Τζόουνς και είχαν επιστρέψει στις ΗΠΑ είχαν προκαλέσει έντονη ανησυχία στις τοπικές αρχές και ιδιαίτερα στον γερουσιαστή Λίο Ράιαν. 

Τόσο μάλιστα, που ο τελευταίος αποφάσισε να επισκεφθεί τον καταυλισμό της Τζόουνσταουν, μαζί με μερικούς βοηθούς του και ένα τηλεοπτικό συνεργείο, προκειμένου να διαπιστώσει εάν όντως ευσταθούσαν όσα τρομακτικά είχε ακούσει.

Η εικόνα που του παρουσίασε ο Τζιμ Τζόουνς, κατά τις πρώτες τουλάχιστον ώρες της επίσκεψής του, απείχε πολύ από όσα αναφέρονταν στις καταγγελίες. Οι κάτοικοι της Τζόουνσταουν έδειχναν πανευτυχείς στο νέο τους σπίτι. Ωστόσο η  επίφαση της δημοκρατικής και γαλήνιας κοινότητας που είχε στήσει με πολύ κόπο ο Τζόουνς σύντομα «κατέρρευσε», με τα πρώτα μέλη να προσεγγίζουν μυστικά τον Ράιαν ζητώντας του απεγνωσμένα να τους πάρει μαζί του επιστρέφοντας στις ΗΠΑ!

Όπως ήταν φυσικό, ο γερουσιαστής δέχτηκε να τους βοηθήσει. Όταν όμως ο αιδεσιμότατος Τζόουνς συνειδητοποίησε ότι πάνω από δέκα άτομα τον είχαν «προδώσει», το σύνδρομο καταδίωξης που είχε αναπτύξει τα τελευταία χρόνια και η παράνοιά του έθεσαν σε κίνηση μια αλληλουχία γεγονότων που θα κατέληγε με τον τραγικό θάνατο 918 ατόμων.

Οργισμένος και ζητώντας εκδίκηση, ο Τζόουνς ανέθεσε σε μια ομάδα έμπιστων ακόλουθών του τη δολοφονία του Ράιαν, του προσωπικού του, του τηλεοπτικού συνεργείου και των «προδοτών». Την ώρα που ο γερουσιαστής και η ομάδα του ετοιμαζόντουσαν να επιβιβαστούν στο μικρό αεροπλάνο που τους περίμενε σε ένα μικρό ελικοδρόμιο στο κέντρο της ζούγκλας, το εκτελεστικό απόσπασμα κατέφθασε να άνοιξε πυρ, σκοτώνοντας πέντε άτομα, συμπεριλαμβανομένου του Ράιαν. 

Τα υπόλοιπα άτομα στο ελικοδρόμιο, παρά το γεγονός ότι δέχθηκαν αρκετές σφαίρες, κατάφεραν να επιβιώσουν.

Πίσω στον καταυλισμό, ο πραγματικός εφιάλτης μόλις ξεκινούσε. Ο Τζόουνς, πεπεισμένος ότι όπου να 'ναι θα κατέφθανε μια αποστολή διάσωσης Αμερικάνων στρατιωτών, για να του στερήσει το «ποίμνιο» του, συγκέντρωσε τους «αιχμάλωτους» οπαδούς του και τους ζήτησε να αυτοκτονήσουν ως μια πράξη «επαναστατική». 

H τελευταία ομιλία του Τζόουνς στον καταυλισμό του



Η πλύση εγκεφάλου που είχαν υποστεί όλο αυτό το διάστημα, ο τρόμος από το θέαμα των ένοπλων φρουρών του Τζόουνς που τους σημάδευαν με καραμπίνες αλλά και η απελπισία των περισσότερων από αυτούς που είχαν δει τις ελπίδες τους για μια δίκαιη κοινωνία να διαλύονται, έκαμψαν την αντίσταση μια μερίδας των πιστών, που δέχτηκαν να πιουν το δηλητηριώδες κοκτέιλ. Ωστόσο ακόμα και όσοι αντιστάθηκαν δεν γλίτωσαν τον βασανιστικό θάνατο, αφού οι φρουροί του Τζόουνς τους χορήγησαν με ένεση το δηλητήριο.

Τα 300 περίπου βρέφη και τα παιδιά σκοτώθηκαν πρώτα, με τους έμπιστους του Τζόουνς να τους χύνουν το δηλητηριασμένο ποτό στο στόμα και κατόπιν να τα μεταφέρουν έξω από το υπόστεγο που είχαν συγκεντρωθεί, για να πεθάνουν στο χώμα.

Έπειτα ήρθε η ώρα των ενηλίκων, που έσβησαν με τον ίδιο τρόπο, ένας προς έναν.

Ο ίδιος ο Τζόουνς πέθανε σαν δειλός, ζητώντας - όπως πιστεύεται - από έναν από τους φρουρούς του να τον πυροβολήσει.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
ΔΕΙΤΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Δείτε Επίσης