Σε μια σημαντική δικαστική ήττα για την κυβέρνηση του
Ντόναλντ Τραμπ, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ απέρριψε το βράδυ της Δευτέρας (2 Νοεμβρίου) το αίτημα να διαχωριστούν περίπου 20.000
επιστολικές ψήφοι στην
Καλιφόρνια, με την αιτιολογία ότι ενδέχεται να προέρχονται από άτομα που δεν έχουν την αμερικανική υπηκοότητα. Η απόφαση ελήφθη με ασυνήθιστη ταχύτητα, μόλις λίγες ώρες μετά την κατάθεση του έκτακτου αιτήματος της κυβέρνησης και μία ημέρα πριν από τις κρίσιμες
ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, οι οποίες θα καθορίσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου.
Το Ανώτατο Δικαστήριο δεν δημοσιοποίησε το σκεπτικό της απόφασής του, ούτε καταγράφηκε δημόσια κάποια διαφωνία μεταξύ των δικαστών. Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσε το γεγονός ότι το αίτημα απορρίφθηκε χωρίς να ζητηθούν προηγουμένως γραπτές απαντήσεις ή υπομνήματα από την αντίθετη πλευρά, όπως συμβαίνει σχεδόν πάντοτε σε αντίστοιχες επείγουσες προσφυγές της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.
Η ασυνήθιστα γρήγορη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου
Η προσφυγή της κυβέρνησης Τραμπ έφτασε στο Ανώτατο Δικαστήριο μετά την απόρριψη των επιχειρημάτων της από ομοσπονδιακό εφετείο, το οποίο είχε αρνηθεί να υποχρεώσει τις εκλογικές Αρχές της Καλιφόρνιας να απομονώσουν τα επίμαχα ψηφοδέλτια για περαιτέρω έλεγχο.
Οι δικηγόροι της κυβέρνησης είχαν ζητήσει επείγουσα παρέμβαση των ανώτατων δικαστών, υποστηρίζοντας ότι υπήρχε κίνδυνος να προσμετρηθούν ψήφοι ατόμων που δεν δικαιούνται να συμμετάσχουν στις αμερικανικές εκλογές.
Ωστόσο, το δικαστήριο απέρριψε σχεδόν αμέσως το αίτημα, χωρίς να μπει σε δημόσια ανάλυση των νομικών επιχειρημάτων.
Η ταχύτητα της απόφασης θεωρείται ιδιαίτερα ασυνήθιστη, καθώς σε αντίστοιχες υποθέσεις το Ανώτατο Δικαστήριο κατά κανόνα ζητά πρώτα την τοποθέτηση των αντίδικων πλευρών.
Νομικοί είχαν ήδη εκφράσει αμφιβολίες για τη βασιμότητα της προσφυγής, ενώ η χρονική στιγμή κατάθεσής της, μόλις μία ημέρα πριν από τις εκλογές, είχε προκαλέσει ερωτήματα σχετικά με την προσπάθεια της κυβέρνησης να εξασφαλίσει προσωρινή δικαστική παρέμβαση πριν από την ολοκλήρωση της ψηφοφορίας.
Τι ζητούσε η κυβέρνηση Τραμπ για τις 20.000 ψήφους
Στην έκτακτη αίτησή τους, οι δικηγόροι της κυβέρνησης υποστήριξαν ότι απαιτούνταν ένα περιορισμένο μέτρο, το οποίο δεν θα ακύρωνε αυτομάτως καμία ψήφο, αλλά θα επέτρεπε στις Αρχές να εξακριβώσουν την εκλογική νομιμότητα των συγκεκριμένων ψηφοδελτίων.
Ο γενικός νομικός εκπρόσωπος της ομοσπονδιακής κυβέρνησης ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου, Ντ. Τζον Σάουερ, ζήτησε από τους δικαστές να διατάξουν τον διαχωρισμό των ψηφοδελτίων που αποδίδονται σε «πολίτες και φερόμενους ως μη πολίτες».
Όπως υποστήριξε, μια τέτοια απόφαση «δεν θα ακύρωνε καμία ψήφο, αλλά θα επέτρεπε να υπάρξει χρόνος για την επαλήθευση της εκλογικής επιλεξιμότητας των προσώπων για τα οποία υπάρχουν υποψίες ότι δεν είναι Αμερικανοί πολίτες».
Στο αίτημά του, ο Σάουερ ανέφερε ότι το γραφείο του είχε ενημερωθεί πως οι ομοσπονδιακές Αρχές είχαν εντοπίσει περισσότερα από 20.000 άτομα τα οποία εμφανίζονταν εγγεγραμμένα στους εκλογικούς καταλόγους της Καλιφόρνιας και, σύμφωνα με την εκτίμηση της κυβέρνησης, πιθανότατα δεν διέθεταν αμερικανική υπηκοότητα.
Η διατύπωση αυτή είχε ιδιαίτερη σημασία, καθώς ο ίδιος δεν επικαλέστηκε άμεση γνώση του γραφείου του σχετικά με το καθεστώς υπηκοότητας των προσώπων που περιλαμβάνονταν στον κατάλογο.