Το πλοίο που έσωσε την ελίτ της ελληνικής διανόησης και η μυστηριώδης ιστορία του άγνωστου επιβάτη

Το πλοίο που έσωσε την ελίτ της ελληνικής διανόησης και η μυστηριώδης ιστορία του άγνωστου επιβάτη

Το καράβι που τις παραμονές Χριστουγέννων του '45 μετέφερε από τον Πειραιά στον Τάραντα της Ιταλίας μερικούς από τους Έλληνες που διέπρεψαν διεθνώς τα επόμενα χρόνια - Ανάμεσά τους οι Κορνήλιος Καστοριάδης, Κώστας Αξελός και Εμμανουήλ Κριαράς

Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Το πλοίο που έσωσε την ελίτ της ελληνικής διανόησης και η μυστηριώδης ιστορία του άγνωστου επιβάτη
Ένα πλοίο που έμοιαζε πραγματικά με την κιβωτό του πνεύματος, αφού διέσωσε μερικούς από τους Ελληνες που έμελλε να διαπρέψουν στις τέχνες, στις επιστήμες και τα γράμματα, θα γράψει ιστορία: θα σαλπάρει παραμονές Χριστουγέννων του ’45 από τον Πειραιά μεταφέροντας, μεταξύ άλλων, ως υποτρόφους της γαλλικής κυβέρνησης τους φιλόσοφους Κορνήλιο Καστοριάδη, Κώστα Αξελό και Μιμίκα Κρανάκη, τους αρχιτέκτονες Αριστομένη Προβελέγγιο και Τάκη Ζενέτο, τον ζωγράφο Ντίκο Βυζάντιο, τη συγγραφέα Ελλη Αλεξίου και την ποιήτρια Μάτση Χατζηλαζάρου, σύντροφο του επίσης συνεπιβάτη-ποιητή Ανδρέα Καμπά, αλλά και του Ανδρέα Εμπειρίκου, τους φιλολόγους-ιστορικούς Εμμανουήλ Κριαρά και Σταμάτιο Καρατζά και, τέλος, τον μουσικό Ιωάννη Ξενάκη και τη βυζαντινολόγο Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, αν και στη συνέχεια υποστηρίχθηκε ότι οι δύο τελευταίοι έφτασαν αργότερα στο Παρίσι.

Ο «αγνοούμενος»

Ανάμεσα σε όλους όσοι θεωρήθηκαν άξιοι για να λάβουν την υποτροφία, εκπροσωπώντας την ελπίδα των γραμμάτων και των τεχνών, συμπεριλαμβάνεται επίσης το όνομα ενός ζωγράφου, τον οποίο μνημόνευσαν μετά θάνατον οι «New York Times», του Νίκου Μπαλόγιαννη, ο οποίος φαίνεται να ξεχώρισε ως εικαστικός στην Αμερική.

Τα ίχνη του, που αγνοούνταν επί χρόνια, και τον εντυπωσιακό βίο του ανέλαβε να εντοπίσει γράφοντας τον δικό του «Αγνοούμενο του Ματαρόα», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο με τον χαρακτηριστικό υπότιτλο «Μυθιστορία μιας ταραγμένης εποχής», ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Νίκος Αμανίτης.

Το πλοίο που έσωσε την ελίτ της ελληνικής διανόησης και η μυστηριώδης ιστορία του άγνωστου επιβάτη
Ο Ελληνας ζωγράφος Νίκος Μπαλόγιαννης σε στιγμιότυπα με τη Γαλλίδα ερωμένη του «Μουν», το πάθος του για την οποία καταγράφεται σε μία ερωτική επιστολή μήκους 27 μέτρων

Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι το πλοίο που διέσωσε τους περίοπτους εκπροσώπους του πνεύματος μοιάζει από μόνο του μια ζωντανή φαντασίωση και καθρέφτης μιας χώρας που φάνηκε να χάνει, εξαιτίας των συνθηκών, το ζωντανό πολιτιστικό της κεφάλαιο. Αυτό το τεράστιων δυνατοτήτων ζωντανό δυναμικό βρέθηκε να συνταξιδεύει ενσαρκώνοντας όλες τις δυνατότητες και τις αξιώσεις της χώρας από διαφορετικές αφετηρίες και με διαφορετικές καταβολές: για την ακρίβεια, προκρίθηκαν ικανοί για να λάβουν την περίοπτη υποτροφία του φιλέλληνα τότε διευθυντή του Γαλλικού Ινστιτούτου, Οκτάβιου Μερλιέ. Παρότι για χρόνια το μεγάλο αυτό γεγονός, στο οποίο είχαν επανειλημμένως αναφερθεί οι Γάλλοι, όπως ο ιστορικός Πασκάλ Ορί, απουσίαζε από την ελληνική βιβλιογραφία, έπρεπε να έρθουν οι πολύτιμες μελέτες της Νέλλης Ανδρικοπουλου «Το ταξίδι του Ματαρόα» μόλις το 2007 (από τις εκδόσεις Εστία) και πρόσφατα του Νικόλα Μανιτάκη με τίτλο «Από το μύθο στην ιστορία» (από τις εκδόσεις Ασίνη) για να αποκτήσουμε μια πλήρη εικόνα. Ακόμα πιο εμβριθής μοιάζει να είναι η προσέγγιση του Νίκου Αμανίτη, αφού εκτός από τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία παραθέτει με ακρίβεια, διαθέτει μια λογοτεχνική επάρκεια που ξαναζωντανεύει με ενάργεια το κλίμα μιας ολόκληρης εποχής. Ανάγλυφη και άκρως παραστατική είναι, για παράδειγμα, η περιγραφή της έναρξης του ιστορικού εκείνου ταξιδιού του «Ματαρόα»: «Ητανε τα ξημερώματα μιας ηλιόλουστης Παρασκευής, 21 Δεκεμβρίου, όταν το Ματαρόα έπλευσε ανάμεσα στην Αίγινα και το Φάληρο για να αράξει αρόδου στο λιμάνι του Πειραιά, που δεν είχε καθαρίσει ακόμη από τα συντρίμμια των βομβαρδισμών. Οι ταξιδιώτες ειδοποιήθηκαν αχάραγα, όμως ούτε τα στρατιωτικά λεωφορεία που θα τους μετέφεραν, ούτε τα φορτηγά για τις αποσκευές τους που από μέρες ήταν συγκεντρωμένες εμφανίστηκαν. Eφυγαν για Πειραιά, ο καθένας μόνος του με όποιο μέσο μπορούσε.

Μια αθηναϊκή εφημερίδα της 15ης Νοεμβρίου 1945, μόλις ένα μήνα πριν από εκείνο το πρωινό, δημοσιεύει ένα σχεδιάγραμμα του λιμανιού με λεζάντα: “Ο Λιμήν του Πειραιώς όπως είναι σήμερα, με τα κατεστραμμένα τμήματά του και τα ναυάγια”. […] Στο λιμάνι επικρατούσε χάος. Τελωνείο, έλεγχος διαβατηρίων. Τελευταία αποχαιρετιστήρια ταλαιπωρία που επεφύλαξαν οι αρχές, ο έλεγχος πολλών αποσκευών σε βάθος, τάχα μου για συνάλλαγμα. Οι αποσκευές μαζεμένες δημιουργούσαν ένα απίστευτο θέαμα: Ο Νίκος Σβορώνος, στη σειρά εκπομπών της France Culture, τις υπολογίζει να πιάνουν 16 τετραγωνικά μέτρα και το ύψος τους να ξεπερνάει τα 2 μέτρα. Οι ταξιδιώτες κουβαλούν μαζί τους “ό,τι πιστεύανε πως θα τους ήταν απαραίτητο στην ξενιτιά, δηλαδή ό,τι είχαν και δεν είχαν: χειρόγραφα, βιβλία, γραφομηχανές, εργαλεία, ρούχα, χράμια, τζομλέκια κάθε λογής, πλάκες γραμμοφώνου, φάρμακα και φωτογραφίες, τα φετίχ τους, τις αρβύλες για τη μακρινή λασπουριά, σκούφους κι ομπρέλες - όλα τα στρίμωξαν ασφυκτικά μέσα στις παλιές βαλίτσες, τις καφετιές από παπιέ μασέ που τις τύλιξαν προστατευτικά σχοινιά μη διαλυθούν στο δρόμο, σε ξύλινες κάσες, σε σάκους ασήκωτους, σε πρόχειρα μπογαλάκια, με κανένα τρόφιμο για το ταξίδι […] “εγώ είχα πάρει και κουβέρτες, ένα σίδερο σιδερώματος κι ένα ρεσό”, γράφει η Νέλλη Ανδρικοπούλου. Ενας είχε 30 κιλά κονσέρβες. Οι γλύπτες τα βαριά εργαλεία τους κι ο Κώστας Κουλεντιανός το ποδήλατό του. Ο Νίκος ένα μακρύ χειρόγραφο, τυλιγμένο σε ρολό. Η λάντζα που θα τους μετέφερε στο καράβι δεν εμφανίσθηκε ποτέ. Τελικά, κατά τις 7 το βράδυ, ώρα του δείπνου στο καράβι, επιβιβάστηκαν και οι τελευταίοι, που επιτηρούσαν τη φόρτωση των αποσκευών που μπήκαν κι αυτές στο τέλος, μετά την αλληλογραφία, μετά τα τρόφιμα, μετά τα μπαγκάζια των στρατιωτικών. Οι φίλοι και οι συγγενείς είχαν φύγει από πολλή ώρα», γράφει το χαρακτηριστικό κεφάλαιο που προσφέρει πρόσθετα στοιχεία, εκτός από τα ήδη δημοσιευμένα αναφορικά με το περιπετειώδες αυτό ταξίδι του «Ματαρόα» προς το λιμάνι του Τάραντα, από όπου οι επιβάτες έμελλε να μοιραστούν σιδηροδρομικώς στις διάφορες πόλεις και τελικώς στο Παρίσι.

Το πλοίο που έσωσε την ελίτ της ελληνικής διανόησης και η μυστηριώδης ιστορία του άγνωστου επιβάτη

Ειδικά η περίπτωση του Νίκου Μπαλόγιαννη, ο οποίος θα ήταν από τους πρώτους που θα επέβαιναν στο νεοζηλανδέζικο πλοίο για να κυνηγήσει την τύχη του και εντέλει μια δεύτερη ζωή στην Αμερική - και όχι στο Παρίσι, όπου είχε βρεθεί πριν τον πόλεμο. Τι ήταν αυτό όμως που θα κάνει αυτόν τον περίοπτο καλλιτέχνη να συμπεριληφθεί στη λίστα των υποτρόφων του Μερλιέ και του «Ματαρόα» αν και πρώην αγωνιστής του ΕΑΜ, και ποια είναι η άγνωστη ιστορία αγάπης που δεν έπαψε ποτέ να συνοδεύει τα ανομολόγητα σκοτάδια του;

Κλείσιμο

Ερωτική επιστολή 27 μέτρων!

Ολα ξεκίνησαν, αναφορικά με το ενδιαφέρον για την ιστορία του «Αγνοούμενου του Ματαρόα», από έναν άγνωστο ανυπόγραφο πίνακα με πολύχρωμους κορμούς δέντρων που εντόπισε ο συγγραφέας στο σπίτι των γονιών του και που θα τον φέρει, για πρώτη φορά, σε επαφή με τον άνθρωπο που τον είχε φιλοξενήσει: «Λεγόταν Μπαλόγιαννης, είχε φύγει με το Ματαρόα και είχε καταλήξει στην Αμερική, όπου άλλαξε το όνομά του σε Μπελ-Τζον, έκανε οικογένεια, δούλεψε και πέθανε εκεί πριν από πολλά χρόνια». Το χρονικό που ξετυλίγει ο συγγραφέας, παράλληλα με μια ερωτική επιστολή μήκους 27 μέτρων (!), με ενωμένα τα κομμάτια της σε ένα ρολό, είναι τουλάχιστον συναρπαστικό και περιλαμβάνει όχι μόνο τσεκαρισμένα ιστορικά στοιχεία από μια τεράστια βιβλιογραφία και εργογραφία που παρατίθεται στο τέλος του βιβλίου, αλλά επιπλέον διαθέτει αρετές ενός ολοζώντανου ντοκουμέντου για τον τρόπο που οι δύο πόλεις -Αθήνα και Παρίσι- βίωσαν τα προπολεμικά αλλά και κατοχικά χρόνια. Από τους ωραίους κήπους του Λουξεμβούργου, τα καφέ στο Dupont Latin και τα βιβλιοπωλεία, τους ρομαντικούς περιπάτους που έκαναν οι δύο ερωτευμένοι-ο Νίκος και η 19χρονη Γαλλίδα τότε ερωμένη του “Μουν”-, μεταφερόμαστε στο μυστηριώδες εξοχικό με τα ψηλά κυπαρίσσια στο Κανταγκάι και από την εξωτική Μασσαλία στο πολεμικό μέτωπο και την Αθήνα της Κατοχής και των Δεκεμβριανών. Ολα όσα περιγράφει ο Μπαλόγιαννης στο τεράστιο γράμμα προς την αγαπημένη του τσεκάρονται ενδελεχώς από τον συγγραφέα Νίκο Αμανίτη σε σχέση με διάφορα γεγονότα που καταγράφηκαν στον Τύπο και σε ιστορικά βιβλία, καθιστώντας μας έτσι συνεπιβάτες και συνένοχους σε αυτό το περιπετειώδες ταξίδι της έρευνας, της αποκάλυψης, του ενθουσιασμού και της προσμονής.

Θαρρεί κανείς πως ο συγγραφέας ταυτίζεται τόσο με τους διάφορους καλλιτέχνες και συγγραφείς καθώς περιπλανώνται στους ίδιους τόπους με τον πρωταγωνιστή του, από την αρτίστα Ζοζεφίνα Μπέικερ μέχρι τον Σικελιανό, τον Παρθένη και τον Ρόθκο, ώστε ζει την ίδια μποέμικη ζωή με διάφορους γοητευτικούς ταξιδευτές της εποχής -με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον Χένρι Μίλερ-, ότι τρέφει την ίδια αγωνία με τον ήρωά του για την εξασφάλιση τροφής στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής, όταν προσέτρεχε στα άδυτα της Καλών Τεχνών για το συσσίτιο μαζί με κραταιά ονόματα όπως ο Γιάννης Τσαρούχης. Οι περιγραφές ενίοτε θυμίζουν τους ιμπρεσιονιστικούς πίνακες, αλλά και ένα καλογραμμένο νουάρ, αφού η αναζήτηση των γεγονότων που έζησε ο ήρωάς του και ο εντοπισμός της άγνωστης αγαπημένης του μοιάζει πραγματικά με θρίλερ: ενθουσιαζόμαστε έτσι κι εμείς όταν επιτέλους αποκαλύπτεται με έναν έξυπνο αναγραμματισμό η πραγματική ταυτότητα της αγαπημένης του και όταν αντιλαμβανόμαστε ότι όσα περιλαμβάνονται στην τεράστια αυτή επιστολή που της έγραφε τα δύσκολα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου δεν είναι μόνο αποκυήματα της φαντασίας του συγγραφέα: όντως, η μυστηριώδης Μουν είχε παντρευτεί τον ζωγράφο Φιλκράν Πιερ, είχε επιζήσει στον πόλεμο και την Κατοχή αφήνοντας τον συγγραφέα να τρέφεται κυριολεκτικά με τη φαντασία ενός ανέφικτου έρωτα, που θα τον κρατούσε όμως ζωντανό τα δύσκολα χρόνια του πολέμου.

Θαρραλέος και νάρκισσος

Η δική του σημαία δεν ήταν μόνο η ελληνική, για την οποία αγωνιζόταν λαμβάνοντας μέρος στο ΕΑΜ, αλλά και αυτή του έρωτα που δεν έσβησε ποτέ και έμεινε για πάντα αποτυπωμένη στα πυκνογραμμένα αυτά γράμματα. Από τις περιγραφές του προς τη Μουν αντιλαμβανόμαστε πολλά πράγματα για εκείνον, όπως ότι εκτός από θαρραλέος ήταν αμετανόητα νάρκισσος, αφού αυτό που θα τον πειράξει όταν θα τραυματιστεί σε μια επίθεση των Γερμανών σε ένα από τα στέκια των τότε αγωνιστών δεν είναι τόσο αν το τραύμα του είναι σοβαρό ή θανάσιμο, όσο το αν καταστράφηκε το νεοαποκτηθέν παλτό του! Ανάμεσα στις εικόνες που αναδεικνύονται από τα γράμματα ξεχωρίζουν αυτές του ολοζώντανου Παρισιού του Μεσοπολέμου και οι φαντασιώσεις του ταγκό που υπόσχεται στην αγαπημένη του ότι θα χορέψει όταν τελειώσει ο πόλεμος. Σημείο αναφοράς είναι η χαρακτηριστική φωτογραφία από το Παρίσι του 1939 με πρωταγωνιστές σε ένα τεράστιο τραπέζι τον Νίκο Μπαλόγιαννη μαζί με τον ζωγράφο Γιάννη Μόραλη και διάφορες κοπέλες, που ωστόσο δεν μοιάζουν με τη Μουν.

Το ζοφερό σκηνικό μιας Αθήνας που βάλλεται από παντού περιγράφεται ανάγλυφα με λεπτομέρειες που αποδεικνύουν ότι τελικώς ακόμα και στις πιο σκληρές και ακραίες συνθήκες οι άνθρωποι διατηρούν ανάλογες αγωνίες, ερωτεύονται το ίδιο, ακκίζονται, αγωνίζονται και δημιουργούν, όπως οι πρωταγωνιστές του συναρπαστικού βιβλίου, αλλά και ο συγγραφέας που φαίνεται να τους ακολουθεί σε αυτό το ταξίδι μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας. Ολα στο τέλος, άλλωστε, συνδέονται σε ένα μυθιστόρημα που είναι ένα ολοζώντανο μάθημα για όλους εμάς που πιστεύουμε ότι η ζωή είναι φτιαγμένη, όπως θα έλεγε ο Σαίξπηρ, από τα υλικά που πλάθονται τα όνειρα.

Το πλοίο που έσωσε την ελίτ της ελληνικής διανόησης και η μυστηριώδης ιστορία του άγνωστου επιβάτη
Το βιβλίο του Νίκου Αμανίτη ο «Αγνοούμενος του Ματαρόα» κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο

Οι ήρωες

Αλλωστε, όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Νίκος Αμανίτης αναφορικά με τους ήρωες του «Ματαρόα», «όταν επιβιβάζονταν στο Ματαρόα, κανένας από τους ταξιδιώτες δεν φανταζόταν ότι, ύστερα από δεκαετίες, και μόνη η αναφορά του ονόματός του στη λίστα επιβατών θα αποτελούσε τίτλο τιμής, παράσημο ανδρείας, αλλά και πολιτική ταυτότητα, που πολλούς από αυτούς δεν τους εκπροσωπούσε ούτε καν το 1945, τότε που ο Αξελός δεν είχε γίνει ακόμη Axelos, η Κρανάκη Kranaki, ο Κανδύλης Candilis και ο Καστοριάδης Castoriadis. Επρεπε να περάσουν πολελά χρόνια, η καθεμιά από τις σπουδαίες εκείνες προσωπικότητες της τέχνης και του πνεύματος να χαράξει τη δική της ξεχωριστή πορεία στη Γαλλία, παράλληλα με άλλους που έφτασαν εκεί αργότερα (Ι. Ξενάκης), για να δημιουργηθεί και να λάμψει ο μύθος και να καλύψει ακόμη και ανθρώπους που είχαν τα “χαρακτηριστικά Ματαρόα”, αλλά δεν επέβαιναν σε αυτό. Μόνο τότε το Ματαρόα προστέθηκε “στα θρυλικά καράβια της Ιστορίας, έγινε ένα είδος λίμπρο ντόρο μυθικό μιας κάποιας ελληνικής ιντελιγκέντσιας”», καταλήγει ο Αμανίτης, για να το ξαναζωντανέψει τελικά σε δύσκολους καιρούς, δίνοντάς μας την ευκαιρία να επιβιβαστούμε μαζί του ως ιδανικοί αναγνώστες και ονειροπόλοι συνεπιβάτες.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Best of Network

Δείτε Επίσης