Μέσι vs Ρονάλντο: Η αναμέτρηση δύο γιγάντων στο τελευταίο Μουντιάλ της καριέρας τους
Παρά την προφανή αντιπαλότητα, πρόκειται για δύο ποδοσφαιρικές ιδιοφυΐες που αλληλοκαθορίστηκαν σε τέτοιον βαθμό ώστε σήμερα είναι αδύνατο να αφηγηθεί κανείς την ιστορία του ενός χωρίς να πει ταυτόχρονα και την ιστορία του άλλου
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Δεν υπήρχε κανείς που να μη θεωρεί ότι το επικό χατ τρικ του Λιονέλ Μέσι κόντρα στην Αλγερία -το πρώτο του σε τελική φάση Μουντιάλ- δεν θα μπορούσε να μείνει αναπάντητο: ο αιώνιος αντίπαλός του Κριστιάνο Ρονάλντο θα έκανε ό,τι μπορούσε για να αποδείξει ότι παραμένει το ζωντανό αντίπαλο δέος και ο έτερος βασικός λόγος για να διατηρούνται ζωντανοί οι μύθοι του ποδοσφαίρου που έφεραν, σχεδόν αποκλειστικά, τα τελευταία χρόνια το όνομά τους.
Η αντιπαλότητα των δυο παικτών που λατρεύτηκαν σαν θεοί -από το Καμπ Νου και το Σαντιάγκο Μπερναμπέου μέχρι τα γήπεδα όλου του κόσμου, όπου βρέθηκαν να εκπροσωπούν τις εθνικές ομάδες τους-ήταν ένας βασικός λόγος για να παρακολουθήσει κανείς μια παγκόσμια ποδοσφαιρική διοργάνωση που δεν κατάφερε να βρει τους άξιους συνεχιστές τους: κι αυτό γιατί ο 41χρονος Ρονάλντο ξέρει ότι ο μόνος που μπορεί να σταθεί επάξια απέναντί του είναι ο 39χρονος Μέσι, ο οποίος γιόρταζε πριν από λίγες μέρες τα γενέθλια του προλαβαίνοντας να σπάσει άλλο ένα ρεκόρ.
Δύο μέρες μετά, όμως, ο Ρονάλντο θα απαντούσε στον επίσημα πρώτο σκόρερ ολων των εποχών σε Μουντιάλ σημειώνοντας δύο εκπληκτικά γκολ που έφεραν ατόφια την υπογραφή του στη συντριπτική νίκη της Πορτογαλίας επί του Ουζμπεκιστάν με 5-0, φωνάζοντας δυνατά προς την κερκίδα «I’m back».
Αλλωστε, για τους σκηνοθέτες της τηλεοπτικής μετάδοσης, αλλά και για εκατομμύρια θεατές σε κάθε γωνιά του κόσμου, η ιστορία του τουρνουά εξακολουθεί, ό,τι και να γίνει, να περνά από τα πρόσωπά τους διαμορφώνοντας ένα συλλογικό αντανακλαστικό που είχε καλλιεργηθεί επί δύο δεκαετίες: κάθε μεγάλη ποδοσφαιρική αφήγηση ξεκινούσε από εκείνους.
Too hard to die
Μόνο που αυτή τη φορά το βλέμμα των δύο πανίσχυρων ανδρών των γηπέδων είχε κάτι διαφορετικό. Δεν υπήρχε η ανυπομονησία για το ποιος θα κερδίσει άλλη μία Χρυσή Μπάλα, ποιος θα σημειώσει περισσότερα γκολ ή ποιος θα οδηγήσει την ομάδα του σε ακόμη έναν τίτλο, αλλά μια σπάνια αίσθηση ιστορικής επίγνωσης. Ο κόσμος δεν παρακολουθούσε απλώς δύο ποδοσφαιριστές που έπαιζαν πιθανότατα το τελευταίο τους Παγκόσμιο Κύπελλο -μέχρι αποδείξεως του εναντίου- αλλά την απογείωση και ταυτόχρονα το τέλος μιας σχέσης που είχε διαμορφώσει την ίδια την εικόνα του σύγχρονου ποδοσφαίρου.
Κλείσιμο
Είναι εντυπωσιακό ότι χρειάστηκε να πλησιάσει το τέλος για να συνειδητοποιήσουμε τι ακριβώς είχε προηγηθεί καθώς για 20 χρόνια η μεταξύ τους κόντρα κρατούσε το φιτίλι της δόξας του ποδοσφαίρου αναμμένο: κάθε σεζόν θα υπήρχε μια νέα σύγκριση, ένα νέο ρεκόρ, ένα ακόμη El Clasico, ένας ακόμη αποκλεισμός ή ένας ακόμη θρίαμβος που θα τροφοδοτούσε την ατελείωτη συζήτηση γύρω από το ερώτημα «ποιος είναι ο καλύτερος;». Ηταν μια συζήτηση που έφτασε σχεδόν να αποκρύψει το ουσιαστικότερο γεγονός: ο Λιονέλ Μέσι και ο Κριστιάνο Ρονάλντο δεν υπήρξαν δύο παράλληλες ποδοσφαιρικές ιδιοφυΐες: ήταν δύο ζωές που εξελίχθηκαν διαρκώς η μία απέναντι στην άλλη, δύο προσωπικότητες που αλληλοκαθορίστηκαν σε τέτοιον βαθμό ώστε σήμερα είναι αδύνατο να αφηγηθεί κανείς την ιστορία του ενός χωρίς να αφηγηθεί ταυτόχρονα και την ιστορία του άλλου.
Τόσο αντίθετοι, τόσο ίδιοι
Ισως γι’ αυτό η ιστορία τους αποκτά τόσο γρήγορα λογοτεχνικές διαστάσεις. Αν κάποιος επινοούσε αυτούς τους δύο ήρωες σε ένα μυθιστόρημα, πιθανότατα θα κατηγορούνταν για υπερβολή. Στη μία άκρη βρίσκεται ένα μικρόσωμο παιδί από το Ροσάριο της Αργεντινής. Ενα παιδί που δυσκολεύεται να μιλήσει μπροστά σε κόσμο περισσότερο απ’ όσο δυσκολεύεται να περάσει τέσσερις αμυντικούς. Ο ντροπαλός χαρακτήρας του τον έκανε να μένει σιωπηλός στον πάγκο της Masia, της θρυλικής ακαδημίας της Μπαρτσελόνα, και να αφήνει στον πατέρα του όλες τις προωτοβουλίες. Πολλοί λένε ότι ένιωθε άσχημα για τη βαριά προφορά του αλλά ενδεχομένως η ανασφάλεια να είχε να κάνει με το φιλάσθενο σώμα και τη διάγνωση που στιγμάτισε όλη την παιδική και εφηβική του ηλικία: ανεπάρκεια αυξητικής ορμόνης. Η οικογένειά του αδυνατεί να καλύψει το κόστος της θεραπείας και για μια περίοδο το μεγαλύτερο ποδοσφαιρικό ταλέντο της γενιάς του μοιάζει να εξαρτάται από κάτι τόσο πεζό όσο οι οικονομικές δυνατότητες των γονιών του.
Στην άλλη άκρη βρίσκεται ένα αγόρι από τη Μαδέρα. Δεν αντιμετωπίζει κάποιο ιατρικό εμπόδιο, αλλά μια διαφορετική μορφή στέρησης: στα 12 του φεύγει μόνος για τη Λισαβόνα, αφήνοντας πίσω την οικογένειά του, πουλώντας παράλληλα καπέλα σε μια ηλικία όπου τα περισσότερα παιδιά δυσκολεύονται να αποχωριστούν ακόμη και το δωμάτιό τους. Οι πρώτοι μήνες είναι σκληροί. Κλαίει συχνά, νιώθει ξένος, δέχεται πειράγματα για την προφορά του. Κάποτε τηλεφωνεί στη μητέρα του και της ζητά να τον πάρει πίσω. Εκείνη αρνείται. Είναι μια απόφαση που μοιάζει σκληρή, αλλά αποδεικνύεται καθοριστική για τον μικρό Κριστιάνο, ο οποίος θα μάθει πολύ νωρίς ότι η μοναξιά μπορεί να μετατραπεί σε καύσιμο. Σε αντίθεση με τον Πορτογάλο, ο Αργεντίνος Μέσι μεγαλώνει σχεδόν προστατευμένος μέσα σε έναν στενό οικογενειακό κύκλο. Ακόμη και όταν μετακομίζει στη Βαρκελώνη, η μητέρα, ο πατέρας και τα αδέλφια του παραμένουν το σταθερό σημείο αναφοράς του. Η προσωπική του ζωή, ακόμη και σήμερα, διατηρεί αξιοσημείωτη σταθερότητα. Παντρεύεται την παιδική του φίλη, αποφεύγει τη δημόσια έκθεση, μιλά ελάχιστα και αφήνει το παιχνίδι να μιλήσει για λογαριασμό του.
Ο Ρονάλντο, ωστόσο, μοιάζει να κατασκευάζει μόνος του τον εαυτό του. Η φιλοδοξία του δεν κρύβεται ποτέ. Το αγόρι με το παρατσούκλι «Cabanas» ήξερε ότι έπρεπε να προσπαθήσει πολύ αλλά ποτέ δεν ντράπηκε να δηλώσει ότι θέλει να γίνει ο καλύτερος ποδοσφαιριστής στον κόσμο, ακόμη και όταν οι συμπαίκτες του γελούσαν με αυτή τη βεβαιότητα μιλώντας για έπαρση. Παρά τη φαινομενικά προκλητική αυτοπεποίθησή, αυτό που διαφαίνεται είναι μια κρυφή ευαισθησία και μια ξεκάθαρη ανάγκη επιβεβαίωσης.
Απέναντι στον Μέσι, που το ποδόσφαιρο έμοιαζε να είναι δεύτερη φύς του, και να γεννήθηκε με την μπάλα στα πόδια, ο Ρονάλντο έπρεπε να δείξει τι αξίζει με βάση την τρομερή δουλειά και την υψηλή τεχνική. Παρά, όμως, το διαφορετικό στυλ παιχνιδιού και τις διαφορετικές αφετηρίες, υπάρχει μια ενιαία γραμμή που ενώνει τις τόσο διαφορετικές πορείες. Κάτω από τις διαφορετικές προσωπικότητες, κάτω από τις διαφορετικές εκφράσεις και τις διαφορετικές δημόσιες εικόνες, υπάρχει μια κοινή ιδιότητα που εξηγεί σχεδόν τα πάντα: η εμμονή.
Η φιλασθενική φύση του Μέσι, που υπέφερε από μικρός από προβλήματα υγείας και ήταν επιρρεπής σε τραυματισμούς ήταν αντίστοιχη με την τάση του Ρονάλντο να συγκρούεται σκληρά με τον αντίπαλο και να μη φοβάται να εκτεθεί στον κίνδυνο με κάθε τρόπο. Στην πραγματικότητα, και οι δύο υπήρξαν εξίσου ακραίες εκδοχές της τελειομανίας. Η αντίθεση ανάμεσα στον Μέσι και τον Ρονάλντο υπήρξε τόσο έντονη ώστε συχνά έκρυβε κάτι πολύ πιο ουσιαστικό: τις εκπληκτικές ομοιότητες που τους έκαναν να ξεχωρίζουν απ’ όλους τους υπόλοιπους. Μάλιστα ανάμεσα στα βιβλία που έχουν γραφτεί για τις κοινές ιστορίες τους, οι συγγραφείς του βιβλίου «Μεσι vs Ρονάλντο», Τζόσουα Ρόμπινσον και Τζόναθαν Κλεγκ, τονίζουν ακριβώς αυτή την κοινή απαρχή που έχει να κάνει με την επιμονή στον στόχο και μια σχεδόν παράλογη εμμονή με τη βελτίωση. Και οι δύο αντιμετώπιζαν κάθε προπόνηση σαν να επρόκειτο για τελικό.
Κάθε αριθμός είχε σημασία. Κάθε λεπτομέρεια μπορούσε να κάνει τη διαφορά. Και δεν είναι τυχαίο ότι η κοινή τους πορεία είχε να κάνει με τις εποχές που επενδύθηκαν τρελά ποσά στις ομάδες, τις οποίες αμφότεροι υπηρέτησαν με πάθος: η σκιά του Γιόχαν Κρόιφ, που πίστευε στο ποδόσφαιρο της κατοχής, υποστηρικτής του συνθήματος «πάρτε την μπάλα, πασάρετε την μπαλα» βρήκε στο πρόσωπο του Μέσι τον ιδανικό εκπρόσωπο και μάλιστα βγαλμένο από τη Masia, ενώ η σκληραγώγηση του Ρονάλντο στα χέρια του σερ Αλεξ Φέργκιουσον, πήρε διαστημικές διαστάσεις: σίγουρα σε αυτό το παιχνίδι όχι μόνο των προπονητών αλλά και των μάνατζερ στο οποίο αναφέρεται διεξοδικά το βιβλίο, ο Πορτογάλος ήταν τυχερός που σε άγουρη ηλικία ο μάνατζερ του -Ζόρζε και αυτός, όπως ο πατέρας του Μέσι αλλά Μέντες στο επώνυμο-διεκδίκησε για τον νεαρό παίκτη της Μάντσεστερ Γιουνάιντεντ όχι μόνο ένα χρυσό συμβόλαιο αλλά και χρόνο συμμετοχής, κάτι ανήκουστο μέχρι τότε.
Οσο για τα αρχικά προβλήματα που είχαν να κάνουν με τους τσακωμούς του Πορτογάλου στα αποδυτήρια αλλά και κάποιες καταγγελίες για σεξουαλική παρενόχληση σύντομα ξεχάστηκαν από τους βρετανούς φιλάθλους - αυτό, όμως, που ποτέ δεν του συγχώρεσαν, όπως γράφουν με πλήρη επίγνωση ο απόφοιτός του LSE δημοσιογράφος Τζόναθαν Κλεγκ και ο απόφοιτος του Columbia Τζόσουα Ρόμπινσον στο βιβλίο είναι την κλωτσιά στα αχαμνά που έδωσε στον συμπαίκτη του στη Μάντσεστερ στο θρυλικό για εμάς Euro του 2004.
Γι’ αυτό όταν στο Μουντιάλ τους 2006 «ο Ρονάλντο σκόραρε το νικητήριο γκολ στη διαδικασία των πέναλτι έχοντας χαρίσει ένα φιλί στην μπάλα πριν τη στείλει στην πάνω γωνία του αγγλικού τέρματος και φέρει έτσι την Πορτογαλία στην τετράδα, ήταν η στιγμή που φάνηκε να αποκτά μόνιμη θέση στη λίστα των εχθρών της Βρετανίας, πλάι στον Τζακ τον Αντεροβγάλτη, τον Σερίφη του Νότινγχαμ και το μουσικό συγκρότημα Wet Wet Wet», γράφουν με το γνωστό βρετανικο χιούμορ οι συγγραφείς εξηγώντας τη μετέπειτα αποχώρηση του αστέρα από τη Μαντσεστερ - παρά την πετυχημένη πορεία. Και προφανώς έχουν δίκιο.
Η κοντρα μεταφέρεται στην Ισπανία
Ωστόσο, η Αγγλία είχε δώσει κάτι πολύ ουσιαστικό στον Ρονάλντο που είναι η σκληρή δουλειά με τον εαυτό του - ακόμα και όταν ο Αλεξ Φέργκιουσον του έλεγε να ξεκουραστεί, εκείνος έμενε για επιπλέον ασκήσεις, ενώ ακόμα και όταν του έκανε συστάσεις να μην καταπονείται τόσο εκείνος επέμενε. Από την άλλη ο Μέσι, ακόμα και αν δεν είχε εμμονη, όπως ο Ρονάλντο να πετυχει μεγαλύτερη ενδυνάμωση και να φτιάξει μυς, προσπαθούσε να τελειοποιήσει όσο ήταν δυνατόν την τεχνική του. Η σχέση του Αργεντίνου με την μπάλα ήταν σχεδόν ενστικτώδης. Ο Τσάβι και ο ΑντρέςΙνιέστα έχουν περιγράψει επανειλημμένα την αίσθηση ότι ο Μέσι έβλεπε χώρους που οι υπόλοιποι δεν μπορούσαν καν να αντιληφθούν. Δεν επρόκειτο μόνο για τεχνική αρτιότητα, αλλά για μια διαφορετική αντίληψη του χρόνου και του χώρου. Ωστόσο, παρότι με τον Ρονάλντο δεν υπήρξαν ποτέ στενοί φίλοι, δεν ήταν ποτέ εχθροί, αφού μάλλον έμοιαζαν με δύο ανθρώπους που γνώριζαν ότι ο μοναδικός πραγματικός τους αντίπαλος βρισκόταν πάντα στην πρώτη σειρά της ίδιας αίθουσας.
Η μεταγραφή του Ρονάλντο στη Ρεάλ Μαδρίτης, το καλοκαίρι του 2009, έδωσε σε αυτή τη σχέση τη μορφή που θα την έκανε ιστορική και θρυλική. Από τη στιγμή που ο Ρονάλντο μετακόμισε στην Ισπανία ως αστέρας της Ρεάλ το Clásico έπαψε να είναι μόνο η ιστορική αντιπαλότητα δύο συλλόγων. Εγινε η τακτική συνάντηση των δύο κορυφαίων ποδοσφαιριστών του κόσμου. Κάθε μεταξύ τους αναμέτρηση αντιμετωπιζόταν ως ξεχωριστό γεγονός, σχεδόν ανεξάρτητο από το ίδιο το πρωτάθλημα. Οι αριθμοί, τα γκολ, οι ασίστ, ακόμη και οι εκφράσεις του προσώπου τους αναλύονταν με πρωτοφανή σχολαστικότητα. Οπως επισημαίνουν οι συγγραφείς του βιβλίου «Μέσι vs Ρονάλντο», την πρώτη φορά που βρέθηκαν αντίπαλοί στο γήπεδο, την άνοιξη του 2008, η πρώτη τους εκείνη συνάντηση φέρει ένα βάρος που έχουν οι αναμετρήσεις Φέντερερ - Ναδάλ: αγγίζουν τα όρια του μύθου: «Μόλις οριστικοποιήθηκε η συνάντησή τους, οι εφημερίδες της Βαρκελώνης αποκάλεσαν την αναμέτρηση “έναν αγώνα κατά τον οποίο η Γη θα σταματήσει να περιστρέφεται”.
Το ματς θα ήταν ένας ημιτελικός του Τσάμπιονς Λιγκ και είχε προγραμματιστεί να βρεθούν αντιμέτωποι δυο φορές σε διάστημα έξι ημερών. Οι αναμετρήσεις ανάμεσα στη Ρεαλ του Ρονάλντο και την Μπαρτσελόνα του Μέσι δεν ήταν μόνο ιστορικές αλλά αντιστοιχούσαν στη σύγκρουση δύο κόσμων. Σημαντική στο σημείο αυτό για την επικράτηση - εκείνη τη χρονιά- του Μέσι στις μεταξύ τους αναμετρήσεις ήταν η απόφαση του τότε προπονητή της Μπάρτσα Πεπ Γκουαρδιόλα να χρησιμοποιήσει τον Μέσι ως False 9 (ψευτοεννιάρι).
Ηταν πλέον 2009 και οι εμφανίσεις του Μέσι έκαναν τον Ντιέγκο Μαραντόνα, για μια ακόμα φορά να χειροκροτήσει τον διάδοχό του και τον μεγάλο Κρόιφ να πει ότι «το ελκυστικό στυλ παιχνιδιού κερδίζει και το ομορφότερο στυλ νικά». Την επόμενη φορά που ο Ρονάλντο θα αντίκριζε τον Μέσι, η συνάντησή τους θα λάμβανε χώρα στη Βαρκελώνη.
Η μάχη των brands
Σε αντίθεση με τον Μέσι, ο Ρονάλντο κατανοούσε πολύ νωρίς ότι στον σύγχρονο αθλητισμό η εικόνα αποτελεί μέρος της καριέρας. Δεν ήταν απλώς ένας εξαιρετικός ποδοσφαιριστής· ήταν ένας άνθρωπος που οικοδομούσε συνειδητά ένα παγκόσμιο brand. Η αυτοπεποίθησή του, που συχνά παρεξηγήθηκε ως αλαζονεία, λειτουργούσε και ως εργαλείο. Ο ίδιος δήλωνε δημοσίως ότι ήταν ο καλύτερος γιατί πίστευε ότι ένας ηγέτης οφείλει πρώτα να πείσει τον εαυτό του. Κι όμως, όσο διαφορετικά και αν διαχειρίζονταν τη δημοσιότητα, υπήρχε μια στιγμή κάθε χρόνο όπου οι δύο κόσμοι συγκρούονταν αναπόφευκτα: η απονομή της Χρυσής Μπάλας. Εκεί η προσωπική φιλοδοξία συναντούσε τη δημόσια αναγνώριση.
Οι Ρόμπινσον και Κλεγκ περιγράφουν ότι όταν στο gala για τον Κορυφαίο Ποδοσφαιριστή από της FIFA το 2007 είδαν να βραβεύεται, αντί για κάποιος από τους δυο, ο Βραζιλιάνος Κακά, ήξεραν ότι επρόκειτο για τη μεγαλύτερη ύβρη του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Και ότι τελικά το μόνο που δεν αμφισβήτησαν ποτέ είναι ο ένας την αξία του άλλου. Γι’ αυτό υπάρχει σκηνή που συνοψίζει ίσως καλύτερα από κάθε άλλη τη σχέση τους. Επειτα από μια ακόμη απονομή της Χρυσής Μπάλας, ο Ρονάλντο παραδέχθηκε ότι η παρουσία του Μέσι τον έκανε καλύτερο ποδοσφαιριστή.
Δεν επρόκειτο για φιλοφρόνηση αλλά για την αναγνώριση μιας αλήθειας που και οι δύο καταλάβαιναν, έστω κι αν σπάνια τη διατύπωναν δημόσια. Χωρίς τον Μέσι, ο Ρονάλντο πιθανότατα δεν θα είχε φτάσει σε τόσο ακραία επίπεδα αυτοβελτίωσης. Και χωρίς τον Ρονάλντο, ο Μέσι ίσως να μην ένιωθε ποτέ την ανάγκη να διατηρήσει για τόσο μεγάλο διάστημα μια σχεδόν αδιανόητη σταθερότητα.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται τελικά η ουσία της ιστορίας τους. Οχι στην αντιπαλότητα, αλλά στην αλληλεξάρτηση. Οι δύο άνδρες πέρασαν σχεδόν δύο δεκαετίες προσπαθώντας να ξεπεράσουν ο ένας τον άλλον, χωρίς ίσως να συνειδητοποιούν ότι, στην πραγματικότητα, οικοδομούσαν μαζί τον ίδιο μύθο. Ακόμα και ο τρόπος που διαχειρίστηκαν τα συμβόλαια και τη μάχη τους με τους σπόνσορες έδειχναν ότι λάμβαναν κοινά μαθήματα από τον άγριο καπιταλισμό του ποδοσφαίρου.
Ο Μέσι τολμούσε από τα 18 του να συμμετάσχει σε διαφήμιση της Nike λέγοντας με θράσος «Θυμηθείτε το όνομά μου, είναι Λίο Μέσι» και να δέχεται την παρέμβαση της Adidas κατά του τότε προπονητή της Αργεντινής που του αρνιόταν χρόνο συμμετοχής. Αμφότεροι δεν αρνήθηκαν να παίξουν το παιχνίδι με τους σπόνσορες: «Ο Κριστιάνο υποδύθηκε ως το 2013 και το μοντέλο εσωρούχων για χάρη της EmporioArmani και τότε αποφάσισε να δημιουργήσει τη δική του σειρά από εφαρμοστά εσώρουχα, την οποία αποκάλυψε με ένα πόστερ 21 μέτρων στο κέντρο της ισπανικής πρωτεύουσας, όπου φορούσε μόνο το εσώρουχό του. Ο Λίο ήταν πιο επικεντρωμένος σε ό,τι υπήρχε πάνω από το εσώρουχο, επενδύοντας στη δική του σειρά καθημερινών ρούχων, χάρη σε συνεργασία με τον Hilfiger - ή, έστω, των αδελφών τους, Μαρία-Σολ Μέσι και της Τζίνι Χίλφιγκερ».
Μαζί - απέναντι και στις ήττες
Η ωριμότητα, όμως, δεν έρχεται μόνο μέσα από τις νίκες. Ερχεται κυρίως μέσα από τις ήττες. Και αν υπάρχει ένα στοιχείο που διαφοροποιεί ουσιαστικά το βιβλίο των Ρόμπινσον και Κλεγκ από τις δεκάδες βιογραφίες που έχουν γραφτεί για τους δύο, είναι ότι δεν αντιμετωπίζει τις αποτυχίες ως υποσημειώσεις της επιτυχίας τους. Αντίθετα, δείχνει πώς οι στιγμές της αμφισβήτησης διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα τους περισσότερο από κάθε τρόπαιο. Για πολλά χρόνια, ο Μέσι κουβαλούσε ένα παράδοξο βάρος που δεν είχε να κάνει μόνο με τους τίτλος που είχε κατακτήσει, τους οποίους έπρεπε να αποδεικνύει κάθε στιγμή, αλλά με τη διαρκή αναμέτρησή του με τον Μαραντόνα: αυτή δεν αφορούσε μόνο τα κατορθώματα μέσα στο γήπεδο αλλά την ίδια την ιδέα της εθνικής ταυτότητας, καθώς αμφότεροι έφεραν την ιστορική φανέλα της Αλμπισελέστε με το νούμερο 10 στην πλάτη. Ηταν, επομένως, φυσικό οι χαμένοι τελικοί του Μουντιάλ 2014 και των Κόπα Αμέρικα το 2015 και το 2016 να μεταφραστούν σε προσωπικά τραύματα για τον Λίο.
Η ανακοίνωση της προσωρινής αποχώρησής του από την εθνική, μετά τον χαμένο τελικό απέναντι στη Χιλή, αποκάλυψε για πρώτη φορά δημόσια έναν άνθρωπο εξαντλημένο από την αδιάκοπη σύγκριση. Ηταν μια σπάνια στιγμή ευαλωτότητας. Για έναν ποδοσφαιριστή που συνήθιζε να μιλά ελάχιστα, εκείνη η σιωπηλή απογοήτευση έλεγε περισσότερα από οποιαδήποτε συνέντευξη.
Ο Ρονάλντο, από την άλλη, έζησε διαφορετικές απογοητεύσεις. Δεν χρειάστηκε ποτέ να αποδείξει ότι ήταν Πορτογάλος αλλά είχε βάλει κι αυτός με τη σειρά του στόχο έναν τίτλο. Το γεγονός ότι τραυματίστηκε νωρίς στον τελικό του Euro 2016 και έζησε το μεγαλύτερο μέρος του αγώνα όρθιος, έξω από τον αγωνιστικό χώρο, δίνοντας οδηγίες και ζώντας κάθε φάση με μια ένταση σχεδόν θεατρική, ταίριαζε απόλυτα με τον χαρακτήρα του. Ακόμα και τα κλάματά του, μετά την ήττα στο Μουντιάλ του Κατάρ είχαν να κάνουν με τη θεατρικότητα ενός χαρακτήρα που, ωστόσο, έχει δείξει -ε αντίθεση με τον Μέσι- ιδιαίτερα μεγάλα ποσοστά κοινωνικοποίησης.
Στο κάτω-κάτω δεν επιχείρησαν να μοιάσουν ο ένας στον άλλον. Δεν αντέγραψαν το παιχνίδι ή την προσωπικότητα του αντιπάλου τους. Εμειναν πιστοί σε ό,τι ήταν, αλλά υποχρεώθηκαν να γίνουν καλύτερες εκδοχές του εαυτού τους. Ο Ρονάλντο εξελίχθηκε από εκρηκτικός εξτρέμ σε έναν από τους πιο αποτελεσματικούς σκόρερ που γνώρισε το άθλημα. Ο Μέσι μεταμορφώθηκε από ντριμπλέρ που ξεκινούσε από τα άκρα σε έναν ολοκληρωμένο δημιουργό, ικανό να οργανώνει, να εκτελεί και να καθορίζει ολόκληρο τον ρυθμό μιας ομάδας.
Αυτές οι μεταμορφώσεις ενδεχομένως να ήταν η απάντηση που έδινε κάθε φορά ο ένας στην εξέλιξη του άλλου. Και, ίσως, τελικά, αυτό να είναι το σπάνιο προνόμιο των πραγματικά μεγάλων αθλητών: δεν αλλάζουν μόνο το άθλημα αλλά και ο ένας τον άλλον. Λιονέλ Μέσι και ο Κριστιάνο Ρονάλντο θεωρούνται πλέον αθάνατοι όχι μόνο επειδή κατέκτησαν σχεδόν τα πάντα αλά γιατί η Ιστορία θα τους θυμάται πάντα μαζί: όχι ως δύο αντιπάλους, αλλά ως τους δύο πρωταγωνιστές της ίδιας, ανεπανάληπτης αφήγησης.