To Taxisnet στην εποχή του Περικλή: Φοροδιαφυγή, μια πολύ αρχαία υπόθεση
Η μάχη του κράτους με το τέρας της φοροδιαφυγής δεν άρχισε με... τον Πιτσιλή - Υπήρχε και στα αρχαία χρόνια, αφού και τότε οι πολίτες έβρισκαν πολλούς και ευρηματικούς τρόπους για να κρύψουν εισοδήματα και να γλιτώσουν από τη δαγκάνα της εφορίας
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Η φοροδιαφυγή θεωρείται, αναμφισβήτητα, ένα από τα πιο δύσκολα προβλήματα στην Ελλάδα, αλλά και σε όλο τον κόσμο. Δεδομένης μάλιστα της ανάγκης αύξησης των εσόδων για χρηματοδότηση των κρατικών δαπανών, έχει εξελιχθεί σε μάστιγα.
Ετσι, κάθε χρόνο, όταν ανακοινώνονται από την ΑΑΔΕ τα στοιχεία και τα αποτελέσματα, τα οποία περιέχουν εξωφρενικές «επιδόσεις» από συγκεκριμένες κατηγορίες επαγγελματιών, όπως τα συνεργεία αυτοκινήτων, τα κομμωτήρια, οι τεχνικές εταιρείες, ουδείς πέφτει από τα σύννεφα.
Μπορεί το φαινόμενο να έχει περιοριστεί σε σχέση με προηγούμενες περιόδους και η προοπτική χρήσης των νέων τεχνολογιών, όπως της Τεχνητής Νοημοσύνης, να υπόσχεται περαιτέρω περιορισμό για το μέλλον, ωστόσο η φοροδιαφυγή έχει μέλλον, όπως έχει και παρελθόν.
Και μάλιστα μεγάλο, καθώς αποτελεί ένα... αρχαίο σπορ. Ετσι, αν και ελάχιστα μας συνδέουν πλέον με τους αρχαίους προγόνους μας, εκτός από τη γλώσσα, η αποφυγή πληρωμής των φόρων είναι ένα από αυτά, έχοντας καταστεί εκτός από διαχρονικό πρόβλημα και «συστημικό» χαρακτηριστικό της φυλής.
Τέτοια ζητήματα ασφαλώς δεν υπήρχαν και δεν υπάρχουν μόνο στην Ελλάδα. Ηταν κυρίαρχα στην Αρχαία Ρώμη και σε άλλες αυτοκρατορίες, ενώ και σήμερα οι περισσότερες χώρες εξακολουθούν να παλεύουν με το εν λόγω «τέρας». Στη δική μας περίπτωση, όμως, παρά τις αυτονόητες τεράστιες διαφορές της σύγχρονης εποχής με τα αρχαία χρόνια, εντοπίζονται και χαρακτηριστικές ομοιότητες.
Οι πλούσιοι σήκωναν το βάρος
Καθώς τα κρατικά έσοδα αποτελούν κινητήρια δύναμη κάθε οργανωμένης κοινωνίας, όλες οι πόλεις-κράτη κατά την αρχαιότητα -καθεμία με τις δικές της ιδιαιτερότητες- βασίζονταν σε φορολογικά έσοδα, τα οποία προέρχονταν κυρίως από τακτικούς και έκτακτους φόρους, αλλά και από χορηγίες.
Κλείσιμο
Κατά μία μάλλον εξιδανικευμένη ιστορική εκδοχή, στην Αθηναϊκή Δημοκρατία η φορολογία βασιζόταν σε εκείνους που μπορούσαν πράγματι να τη σηκώσουν, δηλαδή τους πλούσιους πολίτες. Και εκείνοι το έκαναν με προθυμία καλύπτοντας ακόμα και δαπάνες που δεν ήταν υποχρεωμένοι. Με άλλα λόγια, κύριο στοιχείο ήταν η βούληση των «εχόντων» να κάνουν το ηθικό χρέος τους απέναντι στο κοινωνικό σύνολο.
Ισως σε κάποιες περιόδους να ήταν έτσι τα πράγματα. Επειδή όμως και σε εκείνα τα χρόνια οι αποτελούντες την άρχουσα τάξη δεν ήταν όλοι τόσο ενάρετοι, ενώ υπήρχαν και... οικονομικές κρίσεις, η Ιστορία έχει καταγράψει πολλές περιπτώσεις τόσο επαχθούς φορολόγησης όσο και φοροδιαφυγής.
Στην περίφημη Αθηναϊκή Δημοκρατία, που αναπτύχθηκε κατά την κλασική περίοδο της αρχαίας Ελλάδας (κυρίως 5ος-4ος αι. π.Χ.) και αποτέλεσε διαχρονικά σημείο αναφοράς για όλο τον κόσμο, άμεσοι φόροι δεν επιβάλλονταν στους Αθηναίους πολίτες, καθώς κάτι τέτοιο θεωρείτο υποτιμητικό. Οι ίδιοι ήταν και οι μόνοι που μπορούσαν να κατέχουν ακίνητη περιουσία.
Επιβάλλονταν όμως στους... ξένους. Δύο τέτοιοι φόροι ήταν το μετοίκιον και το ξενικόν. Τον πρώτο τον πλήρωναν οι μέτοικοι, ελεύθεροι Ελληνες ή ξένοι που κατοικούσαν στην Αθήνα ή στην Αττική και απολάμβαναν αρκετά δικαιώματα που τους παρείχε η Αθηναϊκή Πολιτεία, ενώ τον δεύτερο οι ξένοι που παρεπιδημούσαν στην αθηναϊκή επικράτεια.
Πολλοί από αυτούς ήταν έμποροι, δραστηριότητα που δεν έχαιρε και μεγάλης εκτίμησης εκείνη την εποχή. Μάλιστα τα έσοδα από το μετοίκιον αποτελούσαν σημαντικό τροφοδότη του κρατικού ταμείου, ενώ είναι χαρακτηριστικό ότι από τότε είχε εφευρεθεί και ο... φόρος επιτηδεύματος για διάφορα επαγγέλματα.
Κατά τον Χρυσό Αιώνα του Περικλή ξεκίνησε και ο δανεισμός με τόκο, ενώ οι τότε τράπεζες παρείχαν και επιτόκιο καταθέσεων
Οπως επισημαίνεται, ωστόσο, και οι Αθηναίοι πλήρωναν τελικά άμεσους φόρους, έστω κι αν αυτοί λανσάρονταν ως έμμεσοι. Ετσι, εκτός από την εισφορά, που ήταν έκτακτος φόρος κυρίως για τη χρηματοδότηση πολεμικών επιχειρήσεων, είχαν θεσπιστεί οι λειτουργίες, που ήταν τακτικές και έκτακτες, οι οποίες στόχευαν στην κάλυψη αμυντικών εξόδων, αλλά και του συνήθως υψηλού λογαριασμού των θρησκευτικών και καλλιτεχνικών εκδηλώσεων. Η βασικότερη λειτουργία ήταν η τριηραρχία, δηλαδή η υποχρέωση να καλυφθούν τα έξοδα συντήρησης ενός πολεμικού σκάφους.
Παρόμοιας σπουδαιότητας ήταν και η χορηγία που κάλυπτε τις δαπάνες των δραματικών, μουσικών και ορχηστικών αγώνων. Επίσης, η γυμνασιαρχία για τις λαμπαδηδρομίες, η εστίαση, καθώς και ορισμένες που σχετίζονταν με συγκεκριμένες μεγάλες θρησκευτικές γιορτές, όπως τα Παναθήναια ή τα Διονύσια. Υπήρχε βεβαίως και η έμμεση φορολογία που περιλάμβανε τους ένδημους φόρους και τους τελωνειακούς δασμούς, με τους τελευταίους να αποτελούν τη βασικότερη φορολογική πρόσοδο.
Μια άλλη μεγάλη πηγή εσόδων ήταν οι εισφορές των συμμάχων ιδιαίτερα κατά την περίοδο της Αθηναϊκής Ηγεμονίας του 5ου αιώνα π.Χ. Ετσι τα «εξ υπερορίας έσοδα» όπως ονομάζονταν, καθώς προέρχονταν εκτός των ορίων της πόλης-κράτους των Αθηνών, ήταν το άμεσο και έμμεσο αντάλλαγμα που κατέβαλαν οι «δορυφόροι» της είτε σε χρήμα είτε σε πολεμικά πλοία για την κατοχύρωση της ασφάλειάς τους στο πλαίσιο των συμμαχιών.
Σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνονταν ο φόρος υποτέλειας με την καταβολή χρηματικών ποσών προς την Αθήνα, οι κληρουχίες, δηλαδή τα έσοδα από εδάφη που δέσμευε η Αθήνα σε συμμαχικές πόλεις όπου εγκαθίσταντο Αθηναίοι πολίτες, οι λεγόμενοι «κληρούχοι», τα πολεμικά λάφυρα κ.ά. Στο εσωτερικό μέτωπο, πάντως, τις λειτουργίες επωμίζονταν οι πιο πλούσιοι πολίτες, οι οποίοι σε αρκετές περιπτώσεις αντιδρούσαν για το επαχθές οικονομικό βάρος.
Στην πορεία, δε, καθιερώθηκε η δυνατότητα να μοιράζονται τα έξοδα μεταξύ περισσότερων εύπορων πολιτών. Ωστόσο, συχνό ήταν το φαινόμενο κάποιοι να προσπαθούν να αποφύγουν τις λειτουργίες που τους ανέθετε η πολιτική ηγεσία.
Ο θεσμός της αντιδόσεως
Γι’ αυτό και θεσπίστηκε ο αρκετά αποτελεσματικός θεσμός της αντιδόσεως, δηλαδή της ανταλλαγής. Τι σήμαινε αυτό; Οτι κάποιος μπορούσε να αρνηθεί να αναλάβει τη λειτουργία ισχυριζόμενος ότι δεν διαθέτει την οικονομική δυνατότητα και να υποδείξει κάποιον άλλον πλουσιότερο.
Αν ο υποδειχθείς αρνιόταν να αναλάβει, τότε ήταν υποχρεωτική η μεταξύ τους ανταλλαγή περιουσιών ώστε ο αρχικά ορισθείς με τη νέα του περιουσία να εκτελέσει τη λειτουργία. Η αντίδοση γινόταν μια συγκεκριμένη μέρα και κατά τη διαδικασία οι «μονομάχοι», αφού έδιναν όρκο, έπρεπε να παρουσιάσουν πλήρη απογραφή της περιουσιακής τους κατάστασης. Επίσης, υπήρχε η δυνατότητα αμφοτέρων επιτόπου επιθεώρησης των οικιών τους και λήψης μέτρων φύλαξης. Αυτός ο θεσμός απέτρεπε σε έναν βαθμό την απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων.
Να σημειωθεί ότι από τότε υπήρχαν οι φορολογικές δηλώσεις! Ειδικότερα, οι πλούσιοι πολίτες από το 378 π.Χ. και ύστερα δήλωναν την περιουσία τους, έστω και κατά την υποκειμενική κρίση τους. Παρά ταύτα, ήταν πολύ συχνή η προσπάθεια φοροαποφυγής.
Πώς τα έκρυβαν
Σύμφωνα με τον Αμερικανό ιστορικό Μάθιου Ρ. Κράιστ, «στις περισσότερες κοινωνίες η φορολόγηση δεν είναι καθόλου δημοφιλής, αντίθετα, συχνά προκαλεί παράπονα και αγανάκτηση. Αυτό συνέβαινε κατά κόρον στη δημοκρατική Αθήνα, όπου η φορολόγηση βάραινε αποκλειστικά μια μικρή αλλά ισχυρή κοινωνικά ομάδα πολιτών».
Κατά τον ίδιο, ο πλούτος μπορούσε να αποκρυβεί με διάφορα τεχνάσματα, ανάλογα με τις επιλογές και το είδος της περιουσίας του καθενός. Τα μετρητά συνήθως τα έθαβαν στο χώμα, σαν να λέμε σήμερα ότι τα έκρυβαν στο στρώμα ή τα κατέθεταν στις τράπεζες, που υπήρχαν από εκείνη την εποχή.
Με βάση μελέτες για τη λειτουργία των τραπεζών στην αρχαία Αθήνα, υποστηρίζεται ότι οι εύποροι Αθηναίοι «συχνά έκρυβαν τα χρήματά τους σε τράπεζες προκειμένου να αποφύγουν να πληρώσουν τις οφειλές τους στην πόλη».
Μάλιστα, με δεδομένο ότι οι περιουσίες εκείνη την περίοδο αποτελούνταν κυρίως από τη γη και τους δούλους, καθώς και ότι δεν υπήρχε... Κτηματολόγιο, ορισμένοι τις ρευστοποιούσαν και «εξαφάνιζαν» τα μετρητά ώστε να μην ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.
Ακόμη και αν αυτό ήταν δύσκολο, υπήρχαν κι άλλοι τρόποι, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις που ο πλούσιος Αθηναίος κατείχε κτήματα και εκτός Αττικής. Εάν λοιπόν ήθελε να τα αποκρύψει, φρόντιζε να καταφύγει σε δανεισμό με εγγύηση τη γη του.
Ετσι, τοποθετούσε στα κτήματά του τους λεγόμενους «όρους», δηλαδή πέτρινες στήλες που έδειχναν ότι αυτά είναι υποθηκευμένα. Οσο λιγότερη γη είχε κάποιος, τόσο λιγότερο εύπορος θεωρείτο, με ό,τι συνεπαγόταν αυτό για τις λειτουργίες που θα αναλάμβανε, ενώ βρισκόταν σε πλεονεκτική θέση ακόμη και κατά την πρόκληση της αντιδόσεως.
Οι... servicers και οι κρίσεις
Στην Αρχαία Αθήνα βρήκαν πεδίο δόξης λαμπρό και οι φοροειπράκτορες, οι ιδιώτες τους οποίους το κράτος μίσθωνε για την είσπραξη των έμμεσων φόρων κατόπιν δημόσιων διαγωνισμών και πλειστηριασμών. Αυτός που επικρατούσε πλήρωνε άμεσα το ποσό που είχε προσφέρει και μετά το εισέπραττε από τους υπόχρεους με ένα γενναίο κέρδος και χρησιμοποιώντας όχι και τις καλύτερες μεθόδους. Ηταν κατά κάποιον τρόπο οι servicers της εποχής, οι οποίοι αντί για δάνεια αγόραζαν τους φόρους.
Υπήρχαν όμως και αυστηρές ποινές τόσο για τους πολίτες όσο και για τους φοροεισπράκτορες που χρωστούσαν στο κρατικό ταμείο, καθώς όσο το χρέος δεν πληρωνόταν στερούνταν τα πολιτικά δικαιώματά τους. Μετά την παρέλευση κάποιας προθεσμίας υφίσταντο κατασχέσεις, το χρέος πολλαπλασιαζόταν και τελικά άνοιγε ο δρόμος προς τη φυλακή.
Στις περιόδους των παχιών αγελάδων ο ανταγωνισμός μεταξύ των υποψήφιων φοροεισπρακτόρων χτυπούσε κόκκινο. Οταν όμως τα περιθώρια ήταν στενά, αποτελούσαν είδος υπό εξαφάνιση. Ετσι, το κράτος έπρεπε να μεριμνήσει το ίδιο για την είσπραξη των φόρων.
Οπως σήμερα, έτσι και στην αρχαιότητα ξέσπαγαν οικονομικές κρίσεις, κατά τη διάρκεια των οποίων «ανθούσαν» και οι μεταρρυθμίσεις στο φορολογικό σύστημα. Μία από τις βασικότερες ήταν το 378-377 π.Χ., όταν τα έσοδα είχαν μειωθεί δραματικά τόσο από την απουσία της φορολογίας των συμμαχικών πόλεων-κρατών όσο και από τις πεσμένες επιδόσεις των τελωνειακών δασμών στα εμπορεύματα που διακινούνταν μέσω του λιμανιού του Πειραιά.
Τότε, με εργαλείο μια φορολογική μεταρρύθμιση αναζητήθηκαν τρόποι αύξησης των εσόδων. Για τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης, όπως θα λέγαμε σήμερα, επιβλήθηκε η απογραφή της περιουσίας των πολιτών, κάτι που συνοδεύτηκε από αυστηροποίηση των ποινών για τους φοροφυγάδες.
Σε εκείνη τη μεταρρύθμιση, όπως έχει περιγράψει ο ακαδημαϊκός και ομότιμος καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Μιχάλης Τιβέριος, πρωτοστάτησε ο ΑνδροτίωνΑνδρωνος, ένα αμφιλεγόμενο πρόσωπο, που πρότεινε στους Αθηναίους τρεις εναλλακτικές λύσεις για την αύξηση των δημοσίων εσόδων.
Η μία ήταν να λιώσουν τα χρυσά αφιερώματα των ιερών για να κόψουν στη συνέχεια χρυσά νομίσματα, η δεύτερη να επιβάλουν έκτακτους φόρους και η τρίτη να πατάξουν τη φοροδιαφυγή. Επελέγη η τρίτη λύση και ορίστηκε ο ίδιος ως ειδικός φοροεισπράκτορας. Εμεινε έτσι στην Ιστορία για τις απάνθρωπες μεθόδους που χρησιμοποίησε προς αυτό τον σκοπό - εισβολές σε σπίτια οφειλετών, τρομοκράτηση και σκληρά βασανιστήρια για να μαρτυρήσουν πού έχουν κρυμμένο τον πλούτο τους.
Η «εκστρατεία» που έκανε ο Ανδροτίων δεν είχε αποτέλεσμα. Το χειρότερο είναι ότι ο ίδιος πιάστηκε με τη γίδα στην πλάτη όταν καταχράστηκε ένα σημαντικό ποσό και, προκειμένου να αποφύγει τη φυλάκιση, το επέστρεψε επιστρατεύοντας πολιτικούς του φίλους για να τον διασώσουν.
Οι τράπεζες
Με τα παραπάνω φαίνεται να συνδέεται και η ανάπτυξη των τραπεζών στην Αρχαία Αθήνα ήδη από τον 6ο αιώνα π.Χ. Οι τραπεζίτες, που αντικατέστησαν του αργυραμοιβούς, βοηθούσαν, όπως προαναφέρθηκε, τους εύπορους πολίτες να κρύψουν τον πλούτο τους. Παράλληλα, όμως, διαδραμάτιζαν κρίσιμο ρόλο στην οικονομική ζωή καθώς δέχονταν ιδιωτικές και δημόσιες καταθέσεις, έδιναν δάνεια, διαχειρίζονταν περιουσιακά στοιχεία τρίτων κ.ά.
Μάλιστα, επί του Χρυσού Αιώνα του Περικλή ξεκίνησε και ο δανεισμός με τόκο. Αξίζει να αναφερθεί ότι οι τότε τράπεζες παρείχαν και επιτόκιο καταθέσεων. Αυτό ίσχυε όχι για τις βραχυπρόθεσμες καταθέσεις, αλλά για τις μεγάλης διάρκειας όπου το επιτόκιο έφτανε και το 10%, ενώ ο τόκος δανεισμού ξεκινούσε από το 12% και κλιμακωνόταν ανάλογα με την περίπτωση.
Κάποιες φορές, λοιπόν, η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται ως φάρσα, αλλά αποτελεί τον διαχρονικό καμβά αποτύπωσης εγγενών, ίσως, ανθρώπινων χαρακτηριστικών.
Από τις τελευταίες βόλτες στην πόλη μέχρι το πρώτο βράδυ στο νησί, τα γυναικεία παπούτσια της νέας συλλογής Parex SS26 είναι σχεδιασμένα για όλες τις μικρές μεταβάσεις του καλοκαιριού
Η επιτυχία με την πρώτη προσπάθεια έχει γίνει το ιερό δισκοπότηρο της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, καθώς προστατεύει το ζευγάρι από την οικονομική ασφυξία.