Ο πλούτος δεν μπορεί να είναι αφορολόγητος στην νέα παγκοσμιοποίηση
Η συζήτηση για τη φορολόγηση του μεγάλου πλούτου επιστρέφει
Όχι ως μια παλιά ιδεολογική εμμονή της Αριστεράς, ούτε ως μια τιμωρητική αντίληψη απέναντι στην επιχειρηματικότητα. Επιστρέφει, στο κέντρο της διεθνούς οικονομικής συζήτησης, επειδή το σημερινό φορολογικό μοντέλο αγγίζει πλέον τα όριά του.
Η παγκοσμιοποίηση των τελευταίων δεκαετιών πέτυχε κάτι παράδοξο. Διεθνοποίησε το κεφάλαιο, αλλά άφησε σε μεγάλο βαθμό εθνική τη φορολόγησή του. Ο πλούτος βρίσκεται σε μετοχές, συμμετοχές, ακίνητα, funds και άλλα περιουσιακά στοιχεία, των οποίων η αξία μπορεί να αυξάνεται θεαματικά χωρίς όμως η αύξηση αυτή, να εμφανίζεται ως αντίστοιχο φορολογητέο εισόδημα.
Οι σύγχρονοι κρατικοί προϋπολογισμοί, πιεσμένοι από το βάρος των διαδοχικών κρίσεων, το κόστος της κλιματικής μετάβασης και τη γεωμετρική αύξηση του δημοσίου χρέους, βρίσκονται μπροστά σε ένα υπαρξιακό αδιέξοδο. Την ίδια στιγμή, η παραδοσιακή φορολογική βάση αποσαθρώνεται, καθώς ο πλούτος της παγκόσμιας ελίτ έχει αποσυνδεθεί από τα δηλωθέντα εισοδήματα, μετατρέποντας τη μεσαία τάξη στον μοναδικό, μόνιμο χρηματοδότη των δημόσιων υποδομών. Υπό αυτό το πρίσμα, η συντονισμένη διεθνής δράση για τη φορολόγηση της μεγάλης περιουσίας δεν αποτελεί πολιτική επιλογή. Αποτελεί πράξη ορθολογικής επιβίωσης του ίδιου του οικονομικού συστήματος.
Γι’ αυτό η διεθνής συζήτηση μετακινείται σταδιακά από το «πόσο εισόδημα δηλώνεις» στο «ποια είναι η πραγματική οικονομική σου δυνατότητα και ποια η συνολική φορολογική σου συνεισφορά».
Έτσι η πρόσφατη κινητικότητα στο πλαίσιο των G20, με επίκεντρο την πρόταση για έναν παγκόσμιο ελάχιστο φόρο 2% στους δισεκατομμυριούχους, δεν υποκινείται από κάποιο δογματικό όραμα αναδιανομής, αλλά από την καθαρή, αδυσώπητη οικονομική αναγκαιότητα.
Το σκεπτικό που αναπτύχθηκε στις συνόδους των G20, με βάση τα δεδομένα που παρουσίασε ο οικονομολόγος Gabriel Zucman, βασίζεται στην διαπίστωση ότι οι υπερ-πλούσιοι του πλανήτη δεν βιοπορίζονται από μισθούς, αλλά από τη συσσώρευση κεφαλαίου, με μετοχές, ομόλογα ενώ τα ακίνητά τους αυξάνουν σε αξία αλλά η αύξηση παραμένει «στα χαρτιά» ως μη πραγματοποιηθέν κέρδος. Δανειζόμενοι έναντι αυτής της τεράστιας περιουσίας για να καλύψουν τις ανάγκες τους, καταφέρνουν νόμιμα να εμφανίζουν μηδενικά ή ελάχιστα φορολογητέα εισοδήματα. Το αποτέλεσμα είναι ο πραγματικός φορολογικός τους συντελεστής να αγγίζει μόλις το 0,3% του συνολικού τους πλούτου.
Η πρόταση των G20 δεν εισάγει έναν ισοπεδωτικό φόρο, αλλά έναν παγκόσμιο «κόφτη» -tax floor- στο 2% για όσους διαθέτουν περιουσία άνω του 1 δισεκατομμυρίου δολαρίων. Με τα αναμενόμενα έσοδα να αγγίζουν τα 200 έως 250 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως παγκοσμίως, η διεθνής κοινότητα αποκτά έναν πολύτιμο δημοσιονομικό πνεύμονα για τη χρηματοδότηση της πράσινης μετάβασης και την αντιμετώπιση των παγκόσμιων ασυμμετριών, χωρίς να στραγγαλίσει την εγχώρια κατανάλωση.
Στην ΕΕ, η φορολογική πολιτική παραμένει στενά συνδεδεμένη με την εθνική κυριαρχία. Για να θεσπιστεί ένας κοινός ευρωπαϊκός φόρος περιουσίας, απαιτείται η απόλυτη ομοφωνία και των 27 κρατών-μελών ή ο δρόμος της «Ενισχυμένης Συνεργασίας». Μια συμπαγής ομάδα χωρών, με τη Γαλλία, την Ισπανία και την Ιταλία να δείχνουν τον δρόμο, μπορεί να προχωρήσει αυτόνομα τη δημιουργία ενός κοινού φορολογικού πλαισίου. Επιπλέον, η πίεση από τις Ευρωπαϊκές Πρωτοβουλίες Πολιτών, αναγκάζει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να αναζητήσει έμμεσες λύσεις, ενσωματώνοντας τη συζήτηση αυτή στους «ίδιους πόρους» της Ένωσης, οι οποίοι είναι απαραίτητοι για την αποπληρωμή των τεράστιων χρεών του Ταμείου Ανάκαμψης αλλά και των προοπτικών της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Μέσα σε αυτό το σύνθετο τοπίο, η Ευρώπη διαθέτει και τον Φόρο Χρηματιστηριακών Συναλλαγών, γνωστό και ως «Φόρο Tobin». Ο Φόρος Χρηματιστηριακών Συναλλαγών(FTT), παρακάμπτει πλήρως τα προβλήματα υπολογισμού της ακίνητης περιουσίας και μπορεί να λειτουργεί ως ένα αυτόματο «διόδιο». Φορολογώντας την ίδια την κίνηση του χρήματος σε πραγματικό χρόνο, το κράτος εισπράττει έσοδα απευθείας από την πηγή, με μηδενικό κόστος αποτίμησης και χωρίς τον κίνδυνο της απόκρυψης στοιχείων. Συνεπώς, δεν είναι απλώς ένας φόρος επί των τραπεζικών πράξεων αλλά ένας έμμεσος, τεχνολογικά προηγμένος και απόλυτα στοχευμένος φόρος επί του μεγάλου πλούτου.
Στην Ελλάδα, την τελευταία 5ετια δημιουργήθηκε μια νέα ανακατανομή, συσσώρευση κεφαλαίων και περιουσιών, σε συγκριμένες «ομάδες». Συνεπώς, μια συζήτηση που έχει αναπτυχθεί για την φορολόγηση της περιουσίας δεν μπορεί να αφήνει την χώρα μας αδιάφορη. Θα μπορούσε δε, ένας ευρωπαϊκός φόρος περιουσία, να είναι μια από τις προτεραιότητες της ελληνικής προεδρίας, ως ένα θεσμικό εργαλείο ευρωπαϊκής και παγκόσμιας σύγκλισης, για την διασφάλιση της ΕΕ από τον διεθνή ανταγωνισμό, την εύρεση ιδίων πόρων, την δημοσιονομική σταθερότητα της ΕΕ και των κρατών μελών της, που τόσο πολλή ανάγκη έχουν, λόγω των γεωπολιτικών εξελίξεων.
Φυσικά υπάρχουν χώρες που ήδη έχουν περάσει στην φορολογική τους πολιτική παρεμφερείς παρεμβάσεις.
Η Γαλλία βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της πολιτικής σύγκρουσης, με την αριστερά και το Σοσιαλιστικό Κόμμα να πιέζουν για την ενσωμάτωση του φόρου, στον προϋπολογισμό. Στη Βρετανία, η συζήτηση έχει ανάψει μετά τις πρόσφατες αλλαγές στο καθεστώς των «non-doms» -μη μόνιμων κατοίκων- και τις πιέσεις από βουλευτές για την κάλυψη του ελλείμματος. Στην Ισπανία, η φορολόγηση του μεγάλου πλούτου δεν αποτελεί πλέον θεωρητική άσκηση της ευρωπαϊκής Αριστεράς. Ήδη λειτουργεί παράλληλα με τον φόρο περιουσίας, ένας εθνικός Φόρος Αλληλεγγύης στις Μεγάλες Περιουσίες, για καθαρό πλούτο άνω των 3 εκατ. ευρώ. Η λογική του έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία διότι δεν φορολογεί περισσότερο την εργασία και την παραγωγή, αλλά θέτει ένα ελάχιστο επίπεδο συνεισφοράς στον πολύ μεγάλο συσσωρευμένο πλούτο, περιορίζοντας ταυτόχρονα τον εσωτερικό φορολογικό ανταγωνισμό μεταξύ περιφερειών.
Η παγκοσμιοποίηση των τελευταίων δεκαετιών πέτυχε κάτι παράδοξο. Διεθνοποίησε το κεφάλαιο, αλλά άφησε σε μεγάλο βαθμό εθνική τη φορολόγησή του. Ο πλούτος βρίσκεται σε μετοχές, συμμετοχές, ακίνητα, funds και άλλα περιουσιακά στοιχεία, των οποίων η αξία μπορεί να αυξάνεται θεαματικά χωρίς όμως η αύξηση αυτή, να εμφανίζεται ως αντίστοιχο φορολογητέο εισόδημα.
Οι σύγχρονοι κρατικοί προϋπολογισμοί, πιεσμένοι από το βάρος των διαδοχικών κρίσεων, το κόστος της κλιματικής μετάβασης και τη γεωμετρική αύξηση του δημοσίου χρέους, βρίσκονται μπροστά σε ένα υπαρξιακό αδιέξοδο. Την ίδια στιγμή, η παραδοσιακή φορολογική βάση αποσαθρώνεται, καθώς ο πλούτος της παγκόσμιας ελίτ έχει αποσυνδεθεί από τα δηλωθέντα εισοδήματα, μετατρέποντας τη μεσαία τάξη στον μοναδικό, μόνιμο χρηματοδότη των δημόσιων υποδομών. Υπό αυτό το πρίσμα, η συντονισμένη διεθνής δράση για τη φορολόγηση της μεγάλης περιουσίας δεν αποτελεί πολιτική επιλογή. Αποτελεί πράξη ορθολογικής επιβίωσης του ίδιου του οικονομικού συστήματος.
Γι’ αυτό η διεθνής συζήτηση μετακινείται σταδιακά από το «πόσο εισόδημα δηλώνεις» στο «ποια είναι η πραγματική οικονομική σου δυνατότητα και ποια η συνολική φορολογική σου συνεισφορά».
Έτσι η πρόσφατη κινητικότητα στο πλαίσιο των G20, με επίκεντρο την πρόταση για έναν παγκόσμιο ελάχιστο φόρο 2% στους δισεκατομμυριούχους, δεν υποκινείται από κάποιο δογματικό όραμα αναδιανομής, αλλά από την καθαρή, αδυσώπητη οικονομική αναγκαιότητα.
Το σκεπτικό που αναπτύχθηκε στις συνόδους των G20, με βάση τα δεδομένα που παρουσίασε ο οικονομολόγος Gabriel Zucman, βασίζεται στην διαπίστωση ότι οι υπερ-πλούσιοι του πλανήτη δεν βιοπορίζονται από μισθούς, αλλά από τη συσσώρευση κεφαλαίου, με μετοχές, ομόλογα ενώ τα ακίνητά τους αυξάνουν σε αξία αλλά η αύξηση παραμένει «στα χαρτιά» ως μη πραγματοποιηθέν κέρδος. Δανειζόμενοι έναντι αυτής της τεράστιας περιουσίας για να καλύψουν τις ανάγκες τους, καταφέρνουν νόμιμα να εμφανίζουν μηδενικά ή ελάχιστα φορολογητέα εισοδήματα. Το αποτέλεσμα είναι ο πραγματικός φορολογικός τους συντελεστής να αγγίζει μόλις το 0,3% του συνολικού τους πλούτου.
Η πρόταση των G20 δεν εισάγει έναν ισοπεδωτικό φόρο, αλλά έναν παγκόσμιο «κόφτη» -tax floor- στο 2% για όσους διαθέτουν περιουσία άνω του 1 δισεκατομμυρίου δολαρίων. Με τα αναμενόμενα έσοδα να αγγίζουν τα 200 έως 250 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως παγκοσμίως, η διεθνής κοινότητα αποκτά έναν πολύτιμο δημοσιονομικό πνεύμονα για τη χρηματοδότηση της πράσινης μετάβασης και την αντιμετώπιση των παγκόσμιων ασυμμετριών, χωρίς να στραγγαλίσει την εγχώρια κατανάλωση.
Στην ΕΕ, η φορολογική πολιτική παραμένει στενά συνδεδεμένη με την εθνική κυριαρχία. Για να θεσπιστεί ένας κοινός ευρωπαϊκός φόρος περιουσίας, απαιτείται η απόλυτη ομοφωνία και των 27 κρατών-μελών ή ο δρόμος της «Ενισχυμένης Συνεργασίας». Μια συμπαγής ομάδα χωρών, με τη Γαλλία, την Ισπανία και την Ιταλία να δείχνουν τον δρόμο, μπορεί να προχωρήσει αυτόνομα τη δημιουργία ενός κοινού φορολογικού πλαισίου. Επιπλέον, η πίεση από τις Ευρωπαϊκές Πρωτοβουλίες Πολιτών, αναγκάζει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να αναζητήσει έμμεσες λύσεις, ενσωματώνοντας τη συζήτηση αυτή στους «ίδιους πόρους» της Ένωσης, οι οποίοι είναι απαραίτητοι για την αποπληρωμή των τεράστιων χρεών του Ταμείου Ανάκαμψης αλλά και των προοπτικών της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Μέσα σε αυτό το σύνθετο τοπίο, η Ευρώπη διαθέτει και τον Φόρο Χρηματιστηριακών Συναλλαγών, γνωστό και ως «Φόρο Tobin». Ο Φόρος Χρηματιστηριακών Συναλλαγών(FTT), παρακάμπτει πλήρως τα προβλήματα υπολογισμού της ακίνητης περιουσίας και μπορεί να λειτουργεί ως ένα αυτόματο «διόδιο». Φορολογώντας την ίδια την κίνηση του χρήματος σε πραγματικό χρόνο, το κράτος εισπράττει έσοδα απευθείας από την πηγή, με μηδενικό κόστος αποτίμησης και χωρίς τον κίνδυνο της απόκρυψης στοιχείων. Συνεπώς, δεν είναι απλώς ένας φόρος επί των τραπεζικών πράξεων αλλά ένας έμμεσος, τεχνολογικά προηγμένος και απόλυτα στοχευμένος φόρος επί του μεγάλου πλούτου.
Στην Ελλάδα, την τελευταία 5ετια δημιουργήθηκε μια νέα ανακατανομή, συσσώρευση κεφαλαίων και περιουσιών, σε συγκριμένες «ομάδες». Συνεπώς, μια συζήτηση που έχει αναπτυχθεί για την φορολόγηση της περιουσίας δεν μπορεί να αφήνει την χώρα μας αδιάφορη. Θα μπορούσε δε, ένας ευρωπαϊκός φόρος περιουσία, να είναι μια από τις προτεραιότητες της ελληνικής προεδρίας, ως ένα θεσμικό εργαλείο ευρωπαϊκής και παγκόσμιας σύγκλισης, για την διασφάλιση της ΕΕ από τον διεθνή ανταγωνισμό, την εύρεση ιδίων πόρων, την δημοσιονομική σταθερότητα της ΕΕ και των κρατών μελών της, που τόσο πολλή ανάγκη έχουν, λόγω των γεωπολιτικών εξελίξεων.
Φυσικά υπάρχουν χώρες που ήδη έχουν περάσει στην φορολογική τους πολιτική παρεμφερείς παρεμβάσεις.
Η Γαλλία βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της πολιτικής σύγκρουσης, με την αριστερά και το Σοσιαλιστικό Κόμμα να πιέζουν για την ενσωμάτωση του φόρου, στον προϋπολογισμό. Στη Βρετανία, η συζήτηση έχει ανάψει μετά τις πρόσφατες αλλαγές στο καθεστώς των «non-doms» -μη μόνιμων κατοίκων- και τις πιέσεις από βουλευτές για την κάλυψη του ελλείμματος. Στην Ισπανία, η φορολόγηση του μεγάλου πλούτου δεν αποτελεί πλέον θεωρητική άσκηση της ευρωπαϊκής Αριστεράς. Ήδη λειτουργεί παράλληλα με τον φόρο περιουσίας, ένας εθνικός Φόρος Αλληλεγγύης στις Μεγάλες Περιουσίες, για καθαρό πλούτο άνω των 3 εκατ. ευρώ. Η λογική του έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία διότι δεν φορολογεί περισσότερο την εργασία και την παραγωγή, αλλά θέτει ένα ελάχιστο επίπεδο συνεισφοράς στον πολύ μεγάλο συσσωρευμένο πλούτο, περιορίζοντας ταυτόχρονα τον εσωτερικό φορολογικό ανταγωνισμό μεταξύ περιφερειών.
Στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση των ΗΠΑ, υπό τη διοίκηση Trump μπορεί να είναι αντίθετη σε τέτοιες ιδέες, αλλά σε επίπεδο πολιτειών, κυρίως στη Νέα Υόρκη και την Καλιφόρνια, οι προτάσεις αυτές κερδίζουν έδαφος.
Ενώ όμως σε διεθνές επίπεδο η συζήτηση καθοδηγείται από ψυχρούς αριθμούς και θεσμικές αναγκαιότητες, στην ελληνική πολιτική σκηνή, η ίδια ιδέα μεταφράζεται, συχνά με όρους επικοινωνιακού εντυπωσιασμού.
Η πρόσφατη εξαγγελία για τη θέσπιση μιας «Πατριωτικής Εισφοράς» 1% στο οικονομικά ισχυρότερο 1% των πολιτών, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της εγχώριας ασυμμετρίας. Όταν η συζήτηση για έναν τόσο σύνθετο φόρο υποβιβάζεται απλουστευτικά, το μόνο που επιτυγχάνεται είναι να πυροδοτείται ένας στείρος κοινωνικός αυτοματισμός, να μετατρέπεται σε εργαλείο μικροπολιτικής πόλωσης, επιβεβαιώνοντας ότι η απόσταση ανάμεσα στον διεθνή πραγματισμό και τον εγχώριο λαϊκισμό παραμένει, δυστυχώς, χαοτική.
Το ζήτημα δεν είναι «πλούσιοι εναντίον φτωχών»
Εδώ η προοδευτική πολιτική πρέπει να είναι προσεκτική, στην ουσία της, στην διατύπωση της αλλά και τολμηρή.
Ο πρώτος κανόνας μιας προοδευτικής μεταρρύθμισης είναι ο διαχωρισμός «άλλο η ιδιοκτησία και άλλο η υπερσυγκέντρωση πλούτου».
Ο δεύτερος, είναι ότι ο φόρος πρέπει να εξετάζει τη συνολική καθαρή περιουσία, με υψηλό κατώφλι εφαρμογής, προοδευτικούς συντελεστές και αφαίρεση πραγματικών υποχρεώσεων.
Ο τρίτος, είναι ότι πρέπει να σχεδιαστεί σε ευρωπαϊκό και, όπου είναι δυνατόν, σε διεθνές επίπεδο. Γιατί διαφορετικά ο φορολογικός ανταγωνισμός μεταξύ κρατών μπορεί να μετατρέψει ακόμη και μια σωστή εθνική μεταρρύθμιση σε κίνητρο μετακίνησης κεφαλαίων.
Η πρωτοβουλία των G20 και η εργαλειοθήκη που προσφέρει η Ευρωπαϊκή Ένωση μέσω του FTT και της ενισχυμένης συνεργασίας δείχνουν ότι τα τεχνικά μέσα υπάρχουν. Αυτό που απαιτείται είναι η πολιτική βούληση, η εθνική συναντίληψη ότι η φορολόγηση της μεγάλης περιουσίας, αποτελεί το θεμέλιο για ένα νέο, ρεαλιστικό κοινωνικό συμβόλαιο.
Η παγκόσμια οικονομία δεν αντέχει πλέον την αδράνεια. Η εμμονή στη διατήρηση ενός συστήματος που επιτρέπει στον ακραίο πλούτο να αναπτύσσεται σε περιβάλλον πλήρους φορολογικής ασυλίας, ενώ οι δημόσιες υποδομές καταρρέουν, δεν είναι φιλελευθερισμός. Είναι οικονομική αυτοχειρία.
* Κατερίνα Μπατζελή, πρώην Υπουργός, βουλευτής και ευρωβουλευτής
Ενώ όμως σε διεθνές επίπεδο η συζήτηση καθοδηγείται από ψυχρούς αριθμούς και θεσμικές αναγκαιότητες, στην ελληνική πολιτική σκηνή, η ίδια ιδέα μεταφράζεται, συχνά με όρους επικοινωνιακού εντυπωσιασμού.
Η πρόσφατη εξαγγελία για τη θέσπιση μιας «Πατριωτικής Εισφοράς» 1% στο οικονομικά ισχυρότερο 1% των πολιτών, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της εγχώριας ασυμμετρίας. Όταν η συζήτηση για έναν τόσο σύνθετο φόρο υποβιβάζεται απλουστευτικά, το μόνο που επιτυγχάνεται είναι να πυροδοτείται ένας στείρος κοινωνικός αυτοματισμός, να μετατρέπεται σε εργαλείο μικροπολιτικής πόλωσης, επιβεβαιώνοντας ότι η απόσταση ανάμεσα στον διεθνή πραγματισμό και τον εγχώριο λαϊκισμό παραμένει, δυστυχώς, χαοτική.
Το ζήτημα δεν είναι «πλούσιοι εναντίον φτωχών»
Εδώ η προοδευτική πολιτική πρέπει να είναι προσεκτική, στην ουσία της, στην διατύπωση της αλλά και τολμηρή.
Ο πρώτος κανόνας μιας προοδευτικής μεταρρύθμισης είναι ο διαχωρισμός «άλλο η ιδιοκτησία και άλλο η υπερσυγκέντρωση πλούτου».
Ο δεύτερος, είναι ότι ο φόρος πρέπει να εξετάζει τη συνολική καθαρή περιουσία, με υψηλό κατώφλι εφαρμογής, προοδευτικούς συντελεστές και αφαίρεση πραγματικών υποχρεώσεων.
Ο τρίτος, είναι ότι πρέπει να σχεδιαστεί σε ευρωπαϊκό και, όπου είναι δυνατόν, σε διεθνές επίπεδο. Γιατί διαφορετικά ο φορολογικός ανταγωνισμός μεταξύ κρατών μπορεί να μετατρέψει ακόμη και μια σωστή εθνική μεταρρύθμιση σε κίνητρο μετακίνησης κεφαλαίων.
Η πρωτοβουλία των G20 και η εργαλειοθήκη που προσφέρει η Ευρωπαϊκή Ένωση μέσω του FTT και της ενισχυμένης συνεργασίας δείχνουν ότι τα τεχνικά μέσα υπάρχουν. Αυτό που απαιτείται είναι η πολιτική βούληση, η εθνική συναντίληψη ότι η φορολόγηση της μεγάλης περιουσίας, αποτελεί το θεμέλιο για ένα νέο, ρεαλιστικό κοινωνικό συμβόλαιο.
Η παγκόσμια οικονομία δεν αντέχει πλέον την αδράνεια. Η εμμονή στη διατήρηση ενός συστήματος που επιτρέπει στον ακραίο πλούτο να αναπτύσσεται σε περιβάλλον πλήρους φορολογικής ασυλίας, ενώ οι δημόσιες υποδομές καταρρέουν, δεν είναι φιλελευθερισμός. Είναι οικονομική αυτοχειρία.
* Κατερίνα Μπατζελή, πρώην Υπουργός, βουλευτής και ευρωβουλευτής
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ειδήσεις
Δημοφιλή
Σχολιασμένα