Ξανά στο ή αυτοί ή εμείς;
Για μια ακόμα φορά το ΠΑΣΟΚ βρέθηκε την προηγούμενη εβδομάδα να ασχολείται με το «αιώνιο» δίλημμα που το απασχολεί. Τι θα κάνει δηλαδή την επομένη των εκλογών και με ποιον (δεν) θα συνεργαστεί
Έχει γίνει μάλιστα κάτι σαν επαναλαμβανόμενη θεατρική παράσταση. Ανοίγει κάθε φορά με τον ίδιο τρόπο και αφού γίνει η ανταλλαγή των απαραίτητων μπηχτών το θέμα αφήνεται να ξεχαστεί με την επισήμανση ότι το Συνεδριο ψήφισε και η πολιτική του κόμματος είναι «ξεκάθαρη».
Το εναρκτηριο λάκτισμα το δίνει φυσικά πάντοτε ο Χάρης Δούκας. Αυτή τη φορά το έκανε με ένα άρθρο του στο οποίο προειδοποιεί, ως συνήθως, για τον κίνδυνο το ΠΑΣΟΚ να γίνει παρακολούθημα της δεξιάς, να μεταλλαχθεί στη «σοσιαλδημοκρατία της αφομοίωσης». Προσθέτει και διάφορες σάλτσες λίγο Μαντάνι, κάτι από Βέμπερ και πολύ πολιτικό καπιταλισμό υπερκέρδη και άλλα ηχηρά παρόμοια. Αυτά όμως δεν έχουν την παραμικρή σημασία.
Για να καταλάβει κανείς τον Χάρη Δούκα πρέπει να ξεκινήσει από το ότι έχει μια καθαρά προσωπική ατζέντα. Για να μπορέσει να έχει καριέρα στην πολιτική προϋπόθεση είναι να εκλεγεί ξανά Δήμαρχος. Υπήρξαν προκάτοχοι του, ο Μπέης έρχεται στο νου, οι οποίοι το πετύχαιναν επειδή ήταν καλοί δήμαρχοι. Ανεξάρτητα δηλαδή από το πολιτικό τους στίγμα. Το τρένο αυτό ο Δούκας το έχει χάσει. Εκλέχτηκε λέγοντας ότι θα αλλάξει την πόλη και θα ρίξει τη θερμοκρασία κατά 5 βαθμούς και σήμερα θα ήμασταν ευγνώμονες αν μάζευε εγκαίρως τα σκουπίδια και κρατούσε την Αθήνα καθαρή. Έτσι του μένει η μόνη εναλλακτική, λύση να είναι κοινός υποψήφιος της αντιπολίτευσης κι αν μπορεί να πάρει τις αντισυστημικές δεύτερες ψήφους. Για να το πετύχει αυτό λοιπόν σε τακτά χρονικά διαστήματα πρέπει να ανανεώνει τα διαπιστευτήρια του προς τον Τσίπρα και την αριστερά. Κατανοητό και ανθρώπινο, τι άλλο να κάνει, να επιστρέψει στο πανεπιστήμιο;
Το κακό είναι ότι με τη στάση του έχει παρασύρει το ΠΑΣΟΚ σε μια γραμμή εξόφθαλμα ανεπαρκή. Όχι πως δεν έχει ευθύνες ο Ανδρουλάκης βέβαια πλην όμως οι δύο τους διαμόρφωσαν μια δυναμική του παραλόγου. Το ΠΑΣΟΚ του 12% λέει ότι δεν συνεργάζεται με κανέναν και το μόνο που συζητά είναι τα άλλα κόμματα να προσχωρήσουν στο πρόγραμμα του. Κι αυτό γιατί; Για να μην κατηγορηθεί ότι θα συνεργαστεί με τη δεξιά. Έτσι στην πραγματικότητα αποκόπτεται από ένα κεντρώο και μετριοπαθές κοινό.Ένα κοινό το οποίο ανησυχεί για το ενδεχόμενο ακυβερνησίας, την ίδια στιγμή όμως έχει πολλά παράπονα από την κυβέρνηση και θα ήταν έτοιμο να ακούσει μια σοβαρή εναλλακτική πρόταση.
Το πρόβλημα έχουν αρχίσει να το κατανοούν και στο ΠΑΣΟΚ. Ήδη την προηγούμενα εβδομάδα είχαμε παρεμβάσεις από δύο εκσυγχρονιστικά στελέχη, τον Γιάννη Μεϊμάρογλου και τον Παναγιώτη Λούσκο οι οποίοι ουσιαστικά ζήτησαν αλλαγή της πολιτικής προς μια πιο ρεαλιστική στάση. Ποια θα μπορούσε να είναι αυτή;
Το πρώτο και ουσιαστικό είναι η αναγνώριση ότι η χώρα δεν μπορεί να αφεθεί στην ακυβερνησία ούτε να οδηγείται σε απανωτές εκλογές. Από εκεί και πέρα, ανάλογα με το αποτέλεσμα μπορούν να αναζητηθούν πολλές λύσεις. Από κυβέρνηση ευρύτερων συνεργασιών ως κυβερνήσεις μειοψηφίας με συγκεκριμένες δεσμεύσεις. «Πρωτοβουλίες οικουμενικές που δεν θα σηματοδοτούν τη νίκη κάποιου κόμματος εφόσον δεν την έχει δώσει η λαϊκή ετυμηγορία αλλά την επικράτηση του ορθολογισμού», όπως έγραψε ο Γιάννης Μεϊμάρογλου, από τα κομμένα εκσυγχρονιστικά στελέχη της προηγούμενης Κεντρικής Επιτροπής. Το αποτέλεσμα θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό και τα πρόσωπα.
Προϋπόθεση ωστόσο για την «επικράτηση του ορθολογισμού» είναι να πάρει διαζύγιο το ΠΑΣΟΚ από τη συρυζαίικη/ ελασίτικη λογική «ή αυτοί ή εμείς» η οποία έχει επικρατήσει. Όποια τακτικά οφέλη και αν υποτίθεται πως αποφέρει μια τέτοια αντίληψη είναι κωμικό και απογοητευτικό, μετά από μία χρεοκοπία και τρία μνημόνια, τα οποία όλοι υπηρέτησαν με ευλάβεια, να μας λένε τα κόμματα ότι δεν μπορούν να συνεργαστούν. Προφανώς υπάρχουν διαφορές πολιτικής, τα προβλήματα όμως είναι γνωστά και οι λύσεις συγκεκριμένες. Όποιος και αν είναι στην κυβέρνηση θα πρέπει να έχει δημοσιονομικά πλεονάσματα για να μειωθεί το χρέος και να προσελκύει ιδιωτικές, δηλαδή κερδοσκοπικές, επενδύσεις. Άλλος δρόμος δεν υπάρχει για να μη βρεθούμε ξανά σε αδιέξοδο, να ανέβει η παραγωγικότητα και μαζί το βιοτικό επίπεδο. Εκτός και αν πιστεύει κανείς ότι για την αντιμετώπιση της ακρίβειας για παράδειγμα η διαφορά ανάμεσα στη μείωση του ΦΠΑ που ζητά η αντιπολίτευση και στην επιδότηση των ευάλωτων που προκρίνουν κυβέρνηση και ΕΕ, είναι η διαφορά ανάμεσα στον σοσιαλιστικό παράδεισο και την κόλαση του άγριου καπιταλισμού των υπερκερδών.
Το εναρκτηριο λάκτισμα το δίνει φυσικά πάντοτε ο Χάρης Δούκας. Αυτή τη φορά το έκανε με ένα άρθρο του στο οποίο προειδοποιεί, ως συνήθως, για τον κίνδυνο το ΠΑΣΟΚ να γίνει παρακολούθημα της δεξιάς, να μεταλλαχθεί στη «σοσιαλδημοκρατία της αφομοίωσης». Προσθέτει και διάφορες σάλτσες λίγο Μαντάνι, κάτι από Βέμπερ και πολύ πολιτικό καπιταλισμό υπερκέρδη και άλλα ηχηρά παρόμοια. Αυτά όμως δεν έχουν την παραμικρή σημασία.
Για να καταλάβει κανείς τον Χάρη Δούκα πρέπει να ξεκινήσει από το ότι έχει μια καθαρά προσωπική ατζέντα. Για να μπορέσει να έχει καριέρα στην πολιτική προϋπόθεση είναι να εκλεγεί ξανά Δήμαρχος. Υπήρξαν προκάτοχοι του, ο Μπέης έρχεται στο νου, οι οποίοι το πετύχαιναν επειδή ήταν καλοί δήμαρχοι. Ανεξάρτητα δηλαδή από το πολιτικό τους στίγμα. Το τρένο αυτό ο Δούκας το έχει χάσει. Εκλέχτηκε λέγοντας ότι θα αλλάξει την πόλη και θα ρίξει τη θερμοκρασία κατά 5 βαθμούς και σήμερα θα ήμασταν ευγνώμονες αν μάζευε εγκαίρως τα σκουπίδια και κρατούσε την Αθήνα καθαρή. Έτσι του μένει η μόνη εναλλακτική, λύση να είναι κοινός υποψήφιος της αντιπολίτευσης κι αν μπορεί να πάρει τις αντισυστημικές δεύτερες ψήφους. Για να το πετύχει αυτό λοιπόν σε τακτά χρονικά διαστήματα πρέπει να ανανεώνει τα διαπιστευτήρια του προς τον Τσίπρα και την αριστερά. Κατανοητό και ανθρώπινο, τι άλλο να κάνει, να επιστρέψει στο πανεπιστήμιο;
Το κακό είναι ότι με τη στάση του έχει παρασύρει το ΠΑΣΟΚ σε μια γραμμή εξόφθαλμα ανεπαρκή. Όχι πως δεν έχει ευθύνες ο Ανδρουλάκης βέβαια πλην όμως οι δύο τους διαμόρφωσαν μια δυναμική του παραλόγου. Το ΠΑΣΟΚ του 12% λέει ότι δεν συνεργάζεται με κανέναν και το μόνο που συζητά είναι τα άλλα κόμματα να προσχωρήσουν στο πρόγραμμα του. Κι αυτό γιατί; Για να μην κατηγορηθεί ότι θα συνεργαστεί με τη δεξιά. Έτσι στην πραγματικότητα αποκόπτεται από ένα κεντρώο και μετριοπαθές κοινό.Ένα κοινό το οποίο ανησυχεί για το ενδεχόμενο ακυβερνησίας, την ίδια στιγμή όμως έχει πολλά παράπονα από την κυβέρνηση και θα ήταν έτοιμο να ακούσει μια σοβαρή εναλλακτική πρόταση.
Το πρόβλημα έχουν αρχίσει να το κατανοούν και στο ΠΑΣΟΚ. Ήδη την προηγούμενα εβδομάδα είχαμε παρεμβάσεις από δύο εκσυγχρονιστικά στελέχη, τον Γιάννη Μεϊμάρογλου και τον Παναγιώτη Λούσκο οι οποίοι ουσιαστικά ζήτησαν αλλαγή της πολιτικής προς μια πιο ρεαλιστική στάση. Ποια θα μπορούσε να είναι αυτή;
Το πρώτο και ουσιαστικό είναι η αναγνώριση ότι η χώρα δεν μπορεί να αφεθεί στην ακυβερνησία ούτε να οδηγείται σε απανωτές εκλογές. Από εκεί και πέρα, ανάλογα με το αποτέλεσμα μπορούν να αναζητηθούν πολλές λύσεις. Από κυβέρνηση ευρύτερων συνεργασιών ως κυβερνήσεις μειοψηφίας με συγκεκριμένες δεσμεύσεις. «Πρωτοβουλίες οικουμενικές που δεν θα σηματοδοτούν τη νίκη κάποιου κόμματος εφόσον δεν την έχει δώσει η λαϊκή ετυμηγορία αλλά την επικράτηση του ορθολογισμού», όπως έγραψε ο Γιάννης Μεϊμάρογλου, από τα κομμένα εκσυγχρονιστικά στελέχη της προηγούμενης Κεντρικής Επιτροπής. Το αποτέλεσμα θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό και τα πρόσωπα.
Προϋπόθεση ωστόσο για την «επικράτηση του ορθολογισμού» είναι να πάρει διαζύγιο το ΠΑΣΟΚ από τη συρυζαίικη/ ελασίτικη λογική «ή αυτοί ή εμείς» η οποία έχει επικρατήσει. Όποια τακτικά οφέλη και αν υποτίθεται πως αποφέρει μια τέτοια αντίληψη είναι κωμικό και απογοητευτικό, μετά από μία χρεοκοπία και τρία μνημόνια, τα οποία όλοι υπηρέτησαν με ευλάβεια, να μας λένε τα κόμματα ότι δεν μπορούν να συνεργαστούν. Προφανώς υπάρχουν διαφορές πολιτικής, τα προβλήματα όμως είναι γνωστά και οι λύσεις συγκεκριμένες. Όποιος και αν είναι στην κυβέρνηση θα πρέπει να έχει δημοσιονομικά πλεονάσματα για να μειωθεί το χρέος και να προσελκύει ιδιωτικές, δηλαδή κερδοσκοπικές, επενδύσεις. Άλλος δρόμος δεν υπάρχει για να μη βρεθούμε ξανά σε αδιέξοδο, να ανέβει η παραγωγικότητα και μαζί το βιοτικό επίπεδο. Εκτός και αν πιστεύει κανείς ότι για την αντιμετώπιση της ακρίβειας για παράδειγμα η διαφορά ανάμεσα στη μείωση του ΦΠΑ που ζητά η αντιπολίτευση και στην επιδότηση των ευάλωτων που προκρίνουν κυβέρνηση και ΕΕ, είναι η διαφορά ανάμεσα στον σοσιαλιστικό παράδεισο και την κόλαση του άγριου καπιταλισμού των υπερκερδών.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ειδήσεις
Δημοφιλή
Σχολιασμένα